| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25226 | κοκαλάκι | κο-κα-λά-κι ουσ. (ουδ.) & κοκκαλάκι 1. κάθε γυναικείο αξεσουάρ, συνήθ. σε σχήμα δαγκάνας, κλιπ ή λαβίδας, για τη συγκράτηση και το πιάσιμο των μαλλιών: μεταλλικά/πλαστικά ~ια. Πολύχρωμα/ροζ ~ια. Κοριτσίστικα ~ια. ~ια με στρας. Φορώ ~/~ια. Πιάνω τα μαλλιά μου με ~ια. Βλ. κλάμερ, τσιμπιδάκι. 2. μικρό οστό, συνήθ. ζώου: Του στάθηκε ένα ~ από το ψάρι στον λαιμό.|| (ΛΑΟΓΡ., αντικείμενο που φέρνει τύχη) ~ια νυχτερίδας, πέταλα, φυλαχτά και λαγοπόδαρα. ● ΦΡ.: έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας: για πρόσωπο ιδιαίτερα ευνοημένο από την τύχη και τις περιστάσεις: ~ ~ στα αισθηματικά/οικονομικά/σε ό,τι κάνει! Απορώ πώς κατάφερε να βγει ζωντανός! ~ ~!, του έδωσαν/πέταξαν να γλείφει ένα κοκαλάκι βλ. γλείφω | |
| 25227 | κοκαλένιος | , ια, ιο κο-κα-λέ-νιος επίθ. & κοκκαλένιος (λαϊκό-λογοτ.): κοκάλινος. Βλ. -ένιος. [< μεσν. κοκαλένιος] | |
| 25228 | κοκάλι | κο-κά-λι ουσ. (ουδ.) & κοκκάλι: ΙΧΘΥΟΛ. αφρόψαρο (επιστ. ονομασ. Trachurus mediterraneus, Pseudocaranx dentex), που ζει κυρ. στη Μεσόγειο και τον ανατολικό Ατλαντικό, παρόμοιο με το σαυρίδι, αλλά μεγαλύτερο από αυτό. [< αρχ. κοκάλια] | |
| 25229 | κοκαλιάζω | κο-κα-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {κοκάλια-σα, -σμένος} & κοκκαλιάζω (προφ.): κοκαλώνω· ξυλιάζω: ~σαν τα δάχτυλά/χέρια μου.|| Έχω ~σει από το κρύο. Πβ. ξεπαγιάζω, παγώνω, πουντιάζω. | |
| 25230 | κοκαλιάρης | , α, ικο κο-κα-λιά-ρης επίθ. & κοκκαλιάρης (προφ.-μειωτ.): υπερβολικά αδύνατος (σε σημείο που να φαίνονται τα κόκαλά του): ~ικα: (φωτο)μοντέλα. Ψηλός και ~. Πβ. αποσκελετωμένος, αποστεωμένος, κάτισχνος, λιπόσαρκος, οστεώδης, πετσί και κόκαλο.|| ~ικο: σώμα. ~ικα: πόδια/χέρια. Βλ. -ιάρης. | |
| 25231 | κοκαλιάρικος | , η, ο κο-κα-λιά-ρι-κος επίθ. & κοκκαλιάρικος (προφ.-μειωτ.): (για μέρος του σώματος ή ζώο) που είναι υπερβολικά αδύνατο: ~ος: λαιμός/ώμος. ~η: πλάτη. ~ο: χέρι.|| ~ο: άλογο. | |
| 25232 | κοκάλινος | , η, ο κο-κά-λι-νος επίθ. & κοκκάλινος: κατασκευασμένος από κόκαλο: ~α: βραχιόλια/γυαλιά/κουμπιά.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~α εργαλεία. Πβ. κοκαλένιος, οστέινος. | |
| 25233 | κόκαλο | κό-κα-λο ουσ. (ουδ.) & κόκκαλο 1. οστό: απολιθωμένο/εύθραυστο ~. Το ~ της κλείδας/της κνήμης/της λεκάνης/του μηρού. Ράγισε/έσπασε το ~ (πβ. κάταγμα). Η οστεοπόρωση αδυνατίζει τα ~α. Πονάνε τα ~ά μου.|| Πέταξε στον σκύλο τα ~α.|| (συνεκδ.) Έχει βαρύ ~.|| (απειλητ.) Θα σου σπάσω τα ~α (= θα σε δείρω)! Βλ. ψαχνό. 2. εργαλείο σε σχήμα γλώσσας που διευκολύνει το πόδι να μπει στο παπούτσι: μεταλλικό/ξύλινο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γερό κόκαλο (προφ.): για άνθρωπο υγιή, ανθεκτικό, δυνατό: Είναι ~ ~ και αντέχει στις κακουχίες. ● ΦΡ.: από κόκαλο: κοκάλινος: εργαλεία/χάντρες ~ ~., αφήνω τα κόκαλά μου κάπου 1. πεθαίνω κυρ. σε ξένο τόπο. 2. (προφ-ειρων.) για καθετί δύσκολο και μακροχρόνιο: Θα αφήσω ~ σ' αυτή τη δουλειά., κόκαλα έχει;: για ποτό ή φαγητό που αργεί να σερβιριστεί ή (σπάν.) σε περιπτώσεις που καθυστερεί η υλοποίηση κάποιου πράγματος: Μα καλά, ~ ~ ο καφές; Περιμένουμε εδώ και μισή ώρα., μένω/αφήνω κόκαλο (μτφ.-προφ.): μένω άναυδος ή αφήνω κάποιον άναυδο από την έκπληξη: Μόλις την είδε, έμεινε ~ (= άγαλμα, κάγκελο, στήλη άλατος, σύξυλος)., σπάει/τσακίζει κόκαλα (μτφ.): είναι πάρα πολύ σκληρός, καυστικός: Γραφή/κριτική/σάτιρα που ~ ~., ως/μέχρι το κόκαλο (μτφ.): σε πολύ μεγάλο βαθμό, εντελώς: βρεγμένος/ιδρωμένος/χρεωμένος ~ ~. Πβ. μέχρι/ως τον λαιμό. ΣΥΝ. ως/μέχρι το μεδούλι, έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο βλ. μαχαίρι, ζεσταίνω το κόκαλό/κοκαλάκι μου βλ. ζεσταίνω, η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει βλ. γλώσσα, θα τρίζουν τα κόκαλά του βλ. τρίζω, λεπτός-λεπτός/μακρύς-μακρύς/ψηλός-ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει βλ. καλόγερος, πετσί και κόκαλο βλ. πετσί [< μεσν. κό(κ)καλον] | |
| 25234 | κοκάλωμα | κο-κά-λω-μα ουσ. (ουδ.) & κοκκάλωμα: το αποτέλεσμα του κοκαλώνω. | |
| 25235 | κοκαλώνω | κο-κα-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κοκάλω-σα, -μένος, κοκαλών-οντας} & κοκκαλώνω 1. αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να κινηθώ ή να μιλήσω κυρ. εξαιτίας έντονης έκπληξης ή φόβου: Τον είδε και ~σε (= έμεινε άγαλμα, άφωνος, κάγκελο, με το στόμα ανοιχτό). Έμεινε/κοιτούσε/στεκόταν ~μένος από τον τρόμο. Πβ. μαρμαρώνω, παραλύω, πετρώνω. Βλ. κερώνω. ΣΥΝ. παγώνω (4) 2. γίνομαι άκαμπτος· ακινητοποιούμαι: Έχουν ~σει τα δάχτυλά/τα χέρια μου από το κρύο (= κοκαλιάσει, ξυλιάσει, παγώσει· βλ. μελανιάζω). Μαλλιά ~μένα από τη λακ.|| Πάτησε φρένο και το αυτοκίνητο ~σε. | |
| 25236 | κοκάρι | βλ. κοκκάρι | |
| 25237 | κόκερ | κό-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα μικρόσωμου σκύλου με κυνηγετικές ικανότητες, το οποίο έχει μακρύ, απαλό τρίχωμα που καλύπτει το σώμα και τα μακριά κρεμαστά αυτιά του: αγγλικό/αμερικανικό ~. ~ σπάνιελ. Βλ. κανίς, κόλεϊ, πεκινουά, σέτερ. ● Υποκ.: κοκεράκι (το) [< αγγλ. cocker, γαλλ. ~] | |
| 25238 | κοκέτα | κο-κέ-τα ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. κοκέτης} (συνήθ. πειρακτικά): φιλάρεσκη γυναίκα. Βλ. -έτα. [< γαλλ. coquette, ιταλ. cochetta] | |
| 25239 | κοκεταρία | κο-κε-τα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει την κοκέτα. Πβ. φιλαρέσκεια. Βλ. -αρία, θηλυκ-, κομψ-ότητα. [< γαλλ. coquetterie] | |
| 25240 | κοκίτης | κο-κί-της ουσ. (αρσ.) & κοκκύτης: ΙΑΤΡ. παιδική μεταδοτική οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, που χαρακτηρίζεται από παροξυσμικό, σπασμωδικό βήχα και προκαλείται από το βακτηρίδιο Bordetella pertussis: εμβόλιο για διφθερίτιδα, τέτανο και ~η. Βλ. ανεμοβλογιά. [< γαλλ. coqueluche] | |
| 25241 | κοκκάλα | βλ. κοκάλα | |
| 25242 | κοκκαλάκι | βλ. κοκαλάκι | |
| 25243 | κοκκαλένιος | , ια, ιο βλ. κοκαλένιος | |
| 25244 | κοκκάλι | βλ. κοκάλι | |
| 25245 | κοκκαλιάζω | βλ. κοκαλιάζω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ