Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2580-2600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1619ακατόρθωτος, η, ο [ἀκατόρθωτος] α-κα-τόρ-θω-τος επίθ.: που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί: ~ος: άθλος. ~ο: εγχείρημα/όνειρο. Η κατάκτηση της πρώτης θέσης είναι δύσκολη, αλλά όχι ~η.|| (ως ουσ.-λόγ.) Αναλώθηκε στο κυνήγι του ~ου. ΣΥΝ. αδύνατος (2), ανέφικτος, απραγματοποίητος ΑΝΤ. εφικτός, κατορθωτός, πραγματοποιήσιμος ● ΦΡ.: καταφέρνω/πετυχαίνω/κατορθώνω το ακατόρθωτο & τα ακατόρθωτα: πραγματοποιώ κάτι που θεωρούνταν ή φαινόταν αδύνατο: Με ισχυρή θέληση και υπομονή κατόρθωσε ~. [< μτγν. ἀκατόρθωτος]
1620άκατος[ἄκατος] ά-κα-τος ουσ. (θηλ.) {ακάτ-ου | -ων, -ους} 1. ΝΑΥΤ. μικρό σκάφος και ειδικότ. η μεγαλύτερη λέμβος πολεμικού ιδ. πλοίου: αποβατική/(κυρ. στην Κύπρο) αστυνομική/καταδιωκτική/λιμενική ~. ~ περιπολίας. Βλ. αερ~, πυραυλ~. ΣΥΝ. πλοιάριο 2. όχημα για τη μεταφορά αστροναυτών ή υλικού: διαστημική/(μη) επανδρωμένη/εφεδρική ~. ~ προσεδάφισης. Διάδρομοι εκτόξευσης ~ων. [< 1: αρχ. ἄκατος 2: αγγλ. launch]
1621άκαυστος, η, ο [ἄκαυστος] ά-καυ-στος επίθ. (επιστ.): που δεν καίγεται ή δεν έχει καεί, είναι ανθεκτικός στη φωτιά ή στην πολύ υψηλή θερμοκρασία: ~ος: άνθρακας/λιγνίτης. ~α: αέρια. Βλ. καύση (ατελής).|| ~ο: βερνίκι (πβ. βραδύκαυστος)/υλικό/ύφασμα. ΣΥΝ. άκαυτος (2), άφλεκτος ΑΝΤ. εύφλεκτος (1) [< αρχ. ἄκαυστος, γαλλ.-αγγλ. incombustible, αγγλ. fireproof]
1622άκαυτος, η, ο [ἄκαυτος] ά-καυ-τος επίθ. 1. που δεν έχει καεί: ~ο: κερί. Από το δάσος δεν έμεινε τίποτα ~ο.|| (μτφ.-προφ., για κάποιον ή κάτι καινούργιο, που δεν έχει ακόμη κουράσει το κοινό:) Στις ταινίες του χρησιμοποιεί φρέσκα πρόσωπα, ~α. 2. άκαυστος. [< μτγν. ἄκαυτος]
1623ακένωτος, η, ο [ἀκένωτος] α-κέ-νω-τος επίθ. (λόγ.): ανεξάντλητος, αστείρευτος: ~ος: (πνευματικός) θησαυρός. ~η: δεξαμενή ιδεών/πηγή (βιωμάτων, σοφίας). Η ~η αγάπη του Θεού. Είχαν εξοπλιστεί με ~ες ηθικές δυνάμεις. ΑΝΤ. περιορισμένος (1) [< μτγν. ἀκένωτος]
1624ακέραιος, α/η, ο [ἀκέραιος] α-κέ-ραι-ος επίθ. {(λόγ.) θηλ. ακεραία} 1. που δεν έχει ελαττωθεί, ολόκληρος, πλήρης: ~η: έκπτωση/περιουσία/σύνταξη. ~ο: ποσό. Πβ. άρτιος, ατόφιος.|| (μτφ.) Αναλαμβάνω/φέρω ~η/(λόγ.) ακεραία (= εξ ολοκλήρου) την ευθύνη των πράξεών μου/για κάτι. ΣΥΝ. ακέριος, ολοκληρωμένος (1), όλος (1) ΑΝΤ. ελλιπής 2. που δεν έχει υποστεί μεταβολή ή φθορά, άθικτος: ~η: παράδοση. Ο ναός διατηρείται/σώζεται σχεδόν ~ (= ανέπαφος). Φυλάει ~η την πίστη/πολιτιστική κληρονομιά. Βγήκε ψυχολογικά ~ (= αλώβητος) από τη δοκιμασία αυτή. 3. (μτφ.) έντιμος, ευσυνείδητος: ~ος: δικαστής (ΣΥΝ. αδέκαστος, αδιάφθορος)/πολιτικός/χαρακτήρας. ~η: προσωπικότητα. ~ο: ήθος. Άμεμπτος/δίκαιος/ηθικός και ~. ~ και πιστός στο καθήκον. 4. ΜΑΘ. (για αριθμό) χωρίς κλάσματα ή δεκαδικά ψηφία: ~ος: εκθέτης/παρανομαστής. ~η: διαίρεση/μεταβλητή/τιμή/ώρα. ~ο: μέρος (πραγματικού αριθμού)/πολλαπλάσιο/υπόλοιπο. Αλφαριθμητικός/αρνητικός/άρτιος/θετικός/περιττός/πραγματικός ~ αριθμός.|| (ως ουσ.) Μετατροπή/στρογγυλοποίηση στον πλησιέστερο ~ο. ΑΝΤ. κλασματικός ● επίρρ.: ακέραια & (λόγ.) ακεραίως ● ΣΥΜΠΛ.: ακέραιη/ακεραία μονάδα: ΜΑΘ. καθεμία από τις μονάδες ενός ακέραιου αριθμού: στρογγυλοποίηση στην επόμενη ~ ~., ακέραιος προγραμματισμός: ΠΛΗΡΟΦ. μέθοδος προγραμματισμού κατά την οποία όλες οι μεταβλητές παίρνουν μόνο ακέραιες τιμές: γραμμικός και ~ ~. ● ΦΡ.: στο ακέραιο & (λόγ.) εις το ακέραιον: εξ ολοκλήρου, πλήρως: Εκτελώ/επιτελώ ~ ~ το έργο/το καθήκον μου. Εκπληρώνω ~ ~ τις υποχρεώσεις μου. Τηρώ ~ ~ τον λόγο μου/μια συμφωνία (= μέχρι κεραίας). Επέστρεψα τα χρήματα ~ ~. [< αρχ. ἀκέραιος, αγγλ. integral, integer, γαλλ. intègre]
1625ακεραιότητα[ἀκεραιότητα] α-κε-ραι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. διατήρηση της ολότητας, της πληρότητας: δομική ~ κατασκευής/κτιρίου. ~ λέξεων (ΑΝΤ. βραχυγραφία). ~ αρχειακού υλικού. Πβ. αρτιότητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αναφοράς. Προστασία της ~ας δεδομένων (: από σβήσιμο ή αλλοίωση). Δεν διασφαλίζεται η ~ του μηνύματος. 2. (μτφ.) εντιμότητα, χρηστότητα: Διακρίνεται για την ~ά του. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ηθικότητα, τιμιότητα ● ΣΥΜΠΛ.: εδαφική ακεραιότητα: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. το δικαίωμα κάθε κράτους να είναι ανεξάρτητο, ασκώντας κυριαρχικά δικαιώματα στα εδάφη του: διαφύλαξη/παραβίαση/υπεράσπιση της ~ής ~ας. Απειλώ/προασπίζομαι/σέβομαι την ~ ~ μιας χώρας. [< γαλλ. intégrité de territoire, γερμ. territoriale Integrität] , σωματική ακεραιότητα: ΝΟΜ. το δικαίωμα κάθε πολίτη να μη βλάπτεται σωματικά: απειλή/προσβολή/προστασία/σεβασμός της ~ής ~ας. Το έννομο αγαθό της ~ής ~ας. Έγκλημα κατά της ζωής ή της ~ής ~ας. Θέτω σε κίνδυνο τη ~ ~ κάποιου. Κινδυνεύει η ~ ~ά μου. Πβ. αρτιμέλεια. [< γαλλ. intégrité physique, αγγλ. physical integrity] ● ΦΡ.: ακεραιότητα (του) χαρακτήρα: για έντιμο, ενάρετο, συνήθ. δημόσιο πρόσωπο: Τον εκτιμούν για την ~ ~ του, την υπευθυνότητα και την ευθυκρισία του. [< μτγν. ἀκεραιότης, γαλλ. intégrité]
1626ακερδής, ής, ές [ἀκερδής] α-κερ-δής επίθ. {ακερδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (σπάν.-επίσ.): που δεν παρέχει υλικά οφέλη, δεν επιφέρει κέρδη: ~ής: ασχολία/δραστηριότητα. ~ές: επάγγελμα. ΑΝΤ. επικερδής, κερδοφόρος ● επίρρ.: ακερδώς [-ῶς] [< αρχ. ἀκερδής]
1627ακέριος, ια, ιο [ἀκέριος] α-κέ-ριος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): ολόκληρος, ακέραιος: ~ια: αλήθεια. ~ιο: φεγγάρι. Πέρασε ένας χρόνος ~. [< μεσν. ακέριος]
58781ακεσταίος
1628ακεταλδεΰδη[ἀκεταλδεΰδη] α-κε-ταλ-δε-ΰ-δη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. υγρή χημική ένωση (αλδεΰδη) που προέρχεται από την αιθυλική αλκοόλη. [< αγγλ. acetaldehyde]
1629ακετάλη[ἀκετάλη] α-κε-τά-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. οργανική ένωση από συνδυασμό αλδεΰδης με αλκοόλη. [< αγγλ. acetal]
1630ακετόνη[ἀκετόνη] α-κε-τό-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. άχρωμο, πτητικό και εύφλεκτο υγρό, με έντονη οσμή, που χρησιμοποιείται ως διαλύτης: ~ για την αφαίρεση του βερνικιού των νυχιών. Η ασετυλίνη διαλύεται µέσα σε υγρή ~. Βλ. κετόνη, -όνη. ΣΥΝ. ασετόν [< γαλλ. acétone]
1631ακετυλενικός, ή, ό [ἀκετυλενικός] α-κε-τυ-λε-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που χαρακτηρίζει παράγωγα του ακετυλένιου: ~ή: αλκοόλη/ένωση. ~ό: υδρογόνο. [< γαλλ. acétylénique]
1632ακετυλένιο[ἀκετυλένιο] α-κε-τυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ακετυλενί-ου}: ΧΗΜ. ασετυλίνη. [< γαλλ. acétylène]
1633ακετύλιο[ἀκετύλιο] α-κε-τύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ακετυλί-ου}: ΧΗΜ. μονοσθενής οργανική ρίζα, παράγωγο του οξικού οξέος. [< γαλλ. acétyle]
1634ακετυλοσαλικυλικός, ή, ό [ἀκετυλοσαλικυλικός] α-κε-τυ-λο-σα-λι-κυ-λι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ακετυλοσαλικυλικό οξύ: ΦΑΡΜΑΚ. ασπιρίνη. [< γαλλ. acétylsalicylique]
1635ακετυλοχολίνη[ἀκετυλοχολίνη] α-κε-τυ-λο-χο-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένωση χολίνης με οξικό οξύ που λειτουργεί ως νευροδιαβιβαστής του κεντρικού, συμπαθητικού και παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. acétylcholine, 1914, αγγλ. acetylcholine, 1906]
1636ακέφαλος, η, ο [ἀκέφαλος] α-κέ-φα-λος επίθ. 1. χωρίς κεφάλι: ~ο: άγαλμα/πτώμα. Παραγωγή ~ων κλώνων.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~η: βίδα. Βλ. -κέφαλος. 2. (μτφ.) που δεν έχει ηγεσία: ~η: Αρχή/Εκκλησία. ~ο: ίδρυμα/κόμμα (: που δεν έχει προεδρία)/υπουργείο. Πβ. αδιοίκητος, ακυβέρνητος.|| (ΑΘΛ.) ~η: ομάδα (: χωρίς διοίκηση ή προπονητή). Βλ. ασώματος. 3. ΦΙΛΟΛ. που δεν έχει αρχή και ειδικότ. που του λείπει το πρώτο ή τα πρώτα φύλλα: ~ος: κώδικας. ~ο: χειρόγραφο. Βλ. κολοβός. ● ΣΥΜΠΛ.: ακέφαλος στίχος: ΜΕΤΡ. που η πρώτη συλλαβή απουσιάζει ή είναι βραχεία αντί για μακρά. [< 1,3: αρχ. ἀκέφαλος 2: αγγλ. acephalous, γαλλ. acéphale]
1637ακεφιά[ἀκεφιά] α-κε-φιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): η έλλειψη κεφιού: ~ και μελαγχολία. Νιώθω ~. Έχω ~ιές σήμερα, δεν θα βγω έξω. Πβ. α-, δυσ-θυμία. ΣΥΝ. κακοκεφιά ΑΝΤ. ευδιαθεσία, κέφι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.