| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25246 | κοκκαλιάρης | , α, ικο βλ. κοκαλιάρης | |
| 25247 | κοκκαλιάρικος | , η, ο βλ. κοκαλιάρικος | |
| 25248 | κοκκάλινος | , η, ο βλ. κοκάλινος | |
| 25249 | κόκκαλο | βλ. κόκαλο | |
| 25250 | κοκκάλωμα | βλ. κοκάλωμα | |
| 25251 | κοκκαλώνω | βλ. κοκαλώνω | |
| 25252 | κοκκάρι | κοκ-κά-ρι ουσ. (ουδ.) & κοκάρι: ΒΟΤ. μικρός βολβός από τη μεταφύτευση του οποίου παράγεται το κρεμμύδι. [< πβ. μτγν. κοκκάριον ‘χαπάκι’, μεσν. κοκκάρι] | |
| 25253 | κοκκία | κοκ-κί-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κοκκίο} 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κυτταρικοί σχηματισμοί σε σχήμα μικρών κόκκων: κυτταροπλασματικά ~. Βασεόφιλα/εκκριτικά/ηωσινόφιλα ~. ~ γλυκογόνου. Βλ. μελανόσωμα. 2. (λόγ.) μικροί κόκκοι. [< 1: γαλλ. granulations 2: μτγν. κοκκία] | |
| 25254 | κοκκιδίωση | κοκ-κι-δί-ω-ση ουσ. (θηλ.) & κοκκιδίαση: ΚΤΗΝ. παρασιτική ασθένεια που προσβάλλει θηλαστικά, πουλιά και ανθρώπους με βασικό σύμπτωμα τη βλεννώδη έως υδαρή διάρροια, την απώλεια βάρους και την αδυναμία: ~ σε κοτόπουλα/νεοσσούς. ~ της γάτας/του κουνελιού. Το εμβόλιο/το μικρόβιο της ~ης. Βλ. σαλμονέλωση. [< γαλλ. coccidiose, αγγλ. coccidiosis] | |
| 25255 | κοκκιν- | βλ. κοκκινο- | |
| 25256 | κοκκινάδα | κοκ-κι-νά-δα ουσ. (θηλ.): κόκκινο στίγμα ή κόκκινη απόχρωση: ~ες στα μάγουλα/στο πρόσωπο. Πβ. ερυθρότητα, κοκκινιά, κοκκινίλα. Βλ. -άδα. [< μεσν. κοκκινάδα] | |
| 25257 | κοκκινάδι | κοκ-κι-νά-δι ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) κόκκινη βαφή για τα χείλη ή τα μάγουλα. Πβ. κραγιόν, ρουζ. 2. σημάδι από κόκκινο κραγιόν: ~ια στο ποτήρι. [< μεσν. κοκκινάδιον] | |
| 25258 | κοκκινέλι | κοκ-κι-νέ-λι ουσ. (ουδ.): είδος ροζέ κρασιού. Βλ. -έλι. | |
| 25259 | κοκκινιά | κοκ-κι-νιά ουσ. (θηλ.): κοκκινάδα: μελανιές και ~ιές. | |
| 25260 | κοκκινίζω | κοκ-κι-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κοκκίνι-σα, -σμένος, κοκκινίζ-οντας}: αποκτώ κόκκινο χρώμα, γίνομαι κόκκινος ή κάνω κάτι κόκκινο: ~ από αμηχανία/έξαψη/θυμό/ντροπή. ~ από το τρέξιμο (: λόγω αυξημένης κυκλοφορίας του αίματος). Και μόνο που της μιλάς ~ει ως τ' αυτιά. ~σε η επιδερμίδα σου από τον ήλιο. ~σαν τα μάτια της από το πολύ κλάμα. Το κρύο ~σε τα μάγουλα/τη μύτη του. Με κάνει και ~ (= ντρέπομαι). Πβ. κατα~.|| ~σμένο: σίδερο (= πυρακτωμένο από τη φωτιά).|| (λογοτ.) Η θάλασσα ~σε με τη δύση του ήλιου.|| (για ώριμα λαχανικά, φρούτα) Οι ντομάτες/τα σταφύλια ~σαν.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ουμε τις γαρίδες/το κρέας/κρεμμύδι (πβ. ροδίζω, τσιγαρίζω). ● ΦΡ.: γίνομαι κόκκινος/κοκκινίζω σαν (το) παντζάρι/(την) παπαρούνα/(τη) ντομάτα βλ. παντζάρι [< μτγν. κοκκινίζω] | |
| 25261 | κοκκινίλα | κοκ-κι-νί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. έντονη ερυθρότητα στο δέρμα κυρ. λόγω φλεγμονής: τοπική ~. ~ες στο πρόσωπο/σώμα. ~ες και εξανθήματα/σπυράκια. Το τσίμπημα του κουνουπιού προκαλεί ~ και φαγούρα. Πβ. ερύθημα, κοκκινάδα, κοκκίνισμα. Βλ. -ίλα. 2. {κυρ. στον πληθ.} διορθώσεις σε γραπτό με κόκκινο στιλό: διαγώνισμα όλο ~ες. | |
| 25262 | κοκκίνισμα | κοκ-κί-νι-σμα ουσ. (ουδ.): απόκτηση κοκκινωπού χρώματος, συχνά εξαιτίας ερεθισμού: ελαφρύ/έντονο ~ του δέρματος από τον ήλιο. ~ των ματιών/του προσώπου. Πβ. ερύθημα, ερυθρότητα, κοκκινίλα.|| ~ στα μάγουλα από ντροπή (βλ. έξαψη, φούντωση). | |
| 25263 | κοκκινιστός | , ή, ό κοκ-κι-νι-στός επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. μαγειρεμένος με κόκκινη σάλτσα: ~ό: κοτόπουλο/μοσχάρι. Κόκορας ~ με μακαρόνια/χυλοπίτες. Σουπιές ~ές. Βλ. λεμονάτος. ● Ουσ.: κοκκινιστό (το): ΜΑΓΕΙΡ. κρέας μαγειρεμένο στην κατσαρόλα με σάλτσα ντομάτας. [< μτγν. κοκκινιστός] | |
| 25264 | κοκκινο- & κοκκινό- | & κοκκιν-: α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών και επιθέτων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο είναι κόκκινο: (συνήθ. ως χαρακτηριστικό κατηγορίας:) κοκκινό-χωμα/~ψαρο. Κοκκινο-μάλλης.|| Κοκκιν-έλι. Κοκκιν-ωπός. Κοκκιν-ίζω. | |
| 25265 | κοκκινογένης | κοκ-κι-νο-γέ-νης ουσ. (αρσ.): άνδρας με κοκκινωπά γένια: (ως επίθ.) ~ης: πειρατής. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ