Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26000-26020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25266κοκκινογούλικοκ-κι-νο-γού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.) : παντζάρι, τεύτλο (κυρ. η σαρκώδης ρίζα του). Βλ. γουλί. [< μεσν. κοκκινογούλι]
25267κοκκινολαίμηςκοκ-κι-νο-λαί-μης ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. πουλί στο μέγεθος του σπουργιτιού (επιστ. ονομασ. Erithacus rubecula) με μικρό μαύρο ράμφος, άσπρη κοιλιά, καφετιά ράχη και σκούρο πορτοκαλί στήθος και κεφάλι. ΣΥΝ. καλογιάννος & καλόγιαννος
25268κοκκινομάλλης, α, ικο κοκ-κι-νο-μάλ-λης επίθ./ουσ.: που έχει μαλλιά κόκκινης απόχρωσης. Πβ. κοκκινοτρίχης, πυρόξανθος, ρούσος. Βλ. -μάλλης.
25269κοκκινοπίπεροκοκ-κι-νο-πί-πε-ρο ουσ. (ουδ.): πάπρικα.
25270κόκκινος, η, ο κόκ-κι-νος επίθ. 1. που έχει το χρώμα του αίματος ή κάποια απόχρωσή του: ~ος: μαρκαδόρος. ~η: αλεπού/βότκα/μπογιά/πινακίδα (πβ. στοπ)/πιπεριά/σάλτσα (: συνήθ. από ντομάτα)/σημαία (: και ως σύμβολο της κομμουνιστικής επανάστασης). ~ο: ελάφι/κραγιόν/κρασί/κρέας (: το βοδινό και το μοσχαρίσιο σε αντίθεση προς τα άσπρα κρέατα)/κοράλλι/λάχανο/μήλο/πιπέρι/σταφύλι/στιλό/τριαντάφυλλο. ~α: αβγά (= πασχαλινά)/μαλλιά/νύχια/φασόλια/φώτα/ψάρια. ~ο πυρακτωμένο μέταλλο. Αρώματα ~ων φρούτων (π.χ. βατόμουρου, φράουλας). Πβ. άλικος, βαθυ~, ερυθρός, κατα~, ξανθο~, ολο~, πορφυρός. Βλ. κεραμιδί, κερασί, πορτοκαλί, ροζ, φαιο~, φούξια.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η (κυματιστή) υπογράμμιση. 2. (μτφ.) κομμουνιστής ή κομμουνιστικός: ~ος: δήμαρχος. ~οι: δήμοι (: στους οποίους πλειοψηφούν οι κομμουνιστές). 3. που σχετίζεται με ομάδα που φορά κόκκινα: ~ος: θρίαμβος. ~η: νίκη. ~οι: φίλαθλοι. 4. που το δέρμα του έχει κοκκινωπό χρώμα: ~η: μύτη (από το κρύο). ~α: αυτιά/μάγουλα (από ντροπή/πυρετό). Τα μάτια σου είναι ~α από το κλάμα. Έγινε ~ από τον ήλιο/το θυμό. 5. ως χρώμα που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί απαγόρευση, κίνδυνος: ~ος: κατάλογος (των απειλούμενων ζώων). ● Ουσ.: κόκκινο (το) 1. το αντίστοιχο χρώμα: έντονο (πβ. βερμιγιόν)/βαθύ/πύρινο/σκοτεινό ~. Το ~ της φωτιάς. Αποχρώσεις του ~ου (βλ. βυσσινί, γκρενά, μπορντό).|| (συνεκδ.) Πόνταρε στο ~ της ρουλέτας. (στον πληθ.) Φοράει πάντα ~α (ενν. ρούχα). 2. {χωρ. πληθ.} ο φωτεινός σηματοδότης που απαγορεύει την κίνηση των οχημάτων ή τη διέλευση πεζών: Μην περάσεις, άναψε ~. Πβ. Σταμάτης. ΑΝΤ. πράσινο (3), κόκκινοι (οι) 1. οι παίκτες και οι οπαδοί μιας ομάδας, της οποίας το έμβλημα έχει κόκκινο χρώμα, συνεκδ. η ίδια η ομάδα. 2. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Κ) οι κομμουνιστές και ειδικότ. οι Ρώσοι. ● Υποκ.: κοκκινάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινη ζώνη: περιοχή όπου απαγορεύεται η είσοδος, η πρόσβαση, ή απαιτείται ειδική άδεια., κόκκινο πανί (μτφ.): καθετί που θυμώνει, εξοργίζει: Ο διορισμός του αποτελεί ~ ~ για τους επικριτές του., Κόκκινος Στρατός & (σπάν.) Ερυθρός Στρατός: ΙΣΤ. ο στρατός της Σοβιετικής Ένωσης που δημιουργήθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση., κόκκινος συναγερμός (μτφ.): γενική κινητοποίηση, επαγρύπνηση και κατ' επέκτ. απειλή, κίνδυνος: ~ ~ για το περιβάλλον/τις τιμές (πβ. καμπανάκι). ~ ~ στο στρατιωτικό επιτελείο. Σε ισχύ ο ~ ~ μέχρι την πλήρη κατάσβεση της πυρκαγιάς. Σε κατάσταση ~ου ~ού (: σε πλήρη επιφυλακή, ετοιμότητα). Πβ. κατάσταση έκτακτης ανάγκης. [< αγγλ. red alert, 1941] , κόκκινα βέλη βλ. βέλος, κόκκινα δάνεια βλ. δάνειο, κόκκινη γραμμή βλ. γραμμή, κόκκινη κάρτα βλ. κάρτα, κόκκινη λάσπη βλ. λάσπη, κόκκινη λίστα βλ. λίστα, κόκκινο χαλί βλ. χαλί, κόκκινο/πορτοκαλί τηλέφωνο βλ. τηλέφωνο, κόκκινος πλανήτης βλ. πλανήτης, κόκκινος/ερυθρός γίγαντας βλ. γίγαντας, σκοτωμένο κόκκινο/χρώμα βλ. σκοτώνω ● ΦΡ.: μου τη βγαίνει με κόκκινο (αργκό): για κάποιον που προλαβαίνει να ενεργήσει, κυρ. σε βάρος κάποιου άλλου. Πβ. βγαίνω (από) μπροστά., περνώ με κόκκινο: (για οδηγούς ή σπανιότ. πεζούς) παραβιάζω τον κόκκινο σηματοδότη: Πέρασε ~ και συγκρούστηκε με διερχόμενο αυτοκίνητο. Τον έγραψαν, γιατί πέρασε ~., πιάσε κόκκινο: προτροπή στον συνομιλητή να αγγίξει κάτι κόκκινο, για να αποφευχθεί η φιλονικία που, σύμφωνα με λαϊκή δοξασία, προμηνύεται από την ταυτόχρονη εκφώνηση της ίδιας λέξης ή φράσης από δύο ανθρώπους., στο κόκκινο/χτυπάω κόκκινο: σε οριακό σημείο, σε οριακές τιμές (πολύ υψηλές ή χαμηλές): ~ ~ η αδρεναλίνη/οι πωλήσεις της εταιρείας/ο υδράργυρος. Η τηλεθέαση χτύπησε ~ στο χθεσινό ντιμπέιτ. Η περιοχή βρίσκεται στο ~ για σεισμό., φωτιά στα κόκκινα! (προφ.): λέγεται από άνδρες κυρ. σε ωραία, νεαρή γυναίκα ντυμένη με (έντονα) κόκκινα ρούχα., γίνομαι κόκκινος/κοκκινίζω σαν (το) παντζάρι/(την) παπαρούνα/(τη) ντομάτα βλ. παντζάρι, το θερμόμετρο χτυπάει/χτύπησε κόκκινο βλ. θερμόμετρο [< μτγν. κόκκινος]
25271ΚοκκινοσκουφίτσαΚοκ-κι-νο-σκου-φί-τσα ουσ. (θηλ.): γνωστή ηρωίδα παραμυθιού με τον ομώνυμο τίτλο: η ~ και ο (κακός) λύκος. Βλ. Σταχτοπούτα, Χιονάτη. [< γερμ. Rotkäppchen]
25272κοκκινοτρίχης, α, ικο κοκ-κι-νο-τρί-χης επίθ./ουσ.: που έχει ξανθοκόκκινα μαλλιά ή τρίχωμα: ~ης με φακίδες. Γαλανομάτηδες και ~ηδες. ~ικο: άλογο (πβ. ντορής). Πβ. κοκκινομάλλης, ρούσος.
25273κοκκινόχωμακοκ-κι-νό-χω-μα ουσ. (ουδ.): αργιλώδες ερυθρωπό χώμα που χρησιμοποιείται στην κηπουρική και την κεραμική. Βλ. -χωμα.
25274κοκκινόψαροκοκ-κι-νό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι (επιστ. ονομασ. Sebastes alutus) με αγκαθωτή ράχη και χαρακτηριστικό χάλκινο χρώμα: ~ Ατλαντικού. Βλ. -ψαρο.
25275κοκκινωπός, ή, ό κοκ-κι-νω-πός επίθ.: που το χρώμα του πλησιάζει το κόκκινο: ~ός: ήλιος. ~ή: λάμψη/χροιά. ~ό: αστέρι/φως/χώμα. ~ές: κηλίδες. ~ά: μαλλιά. Βλ. -ωπός. ΣΥΝ. ερυθρωπός
25276κοκκιοκύτταρακοκ-κι-ο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κοκκιοκύτταρο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. είδος λευκοκυττάρων με κοκκία στο κυτταρόπλασμά τους. Βλ. βασεό-, ηωσινό-φιλα, πολυμορφοπύρηνα. [< αγγλ. granulocyte, 1906, γαλλ. ~, περ. 1950]
25277κοκκιώδης, ης, ες κοκ-κι-ώ-δης επίθ. {κοκκιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που περιέχει κοκκία ή αποτελείται από αυτά: ~ης: ιστός. ~ης: στιβάδα. ~η: κύτταρα. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. κοκκώδης (2) [< γαλλ. granuleux]
25278κοκκίωμακοκ-κί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. οζίδιο από κοκκιώδη ιστό που οφείλεται σε φλεγμονή εξαιτίας νόσου ή μόλυνσης από ξένο σώμα: δακτυλιοειδές/ηωσινόφιλο/πυογόνο ~. Βλ. λεμφο~, φυμάτιο, -ωμα2. [< γαλλ. granulome]
25279κοκκιωματώδης, ης, ες κοκ-κι-ω-μα-τώ-δης επίθ. {κοκκιωματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα κοκκιώματα: ~ης: (υπερπλαστικός) ιστός. ~ης: αγγειίτιδα/φλεγμονή/χειλίτιδα. Χρονία ~ νόσος της παιδικής ηλικίας. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. granulomateux]
25280κοκκιωμάτωσηκοκ-κι-ω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε πάθηση που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση κοκκιωμάτων: αλλεργική ~. Βλ. σαρκοείδωση. [< αγγλ. granulomatosis, 1911, γαλλ. granulomatose, 1911]
25281κοκκομετρίακοκ-κο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέτρηση και κατανομή του μεγέθους των κόκκων των ιζηματογενών πετρωμάτων και γενικότ. του εδάφους ή ενός υλικού: διαβαθμισμένη ~. ~ αδρανών/άμμου. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. granulométrie, πριν από το 1928, αγγλ. granulometry]
25282κοκκομετρικός, ή, ό κοκ-κο-με-τρι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την κοκκομετρία: ~ή: ανάλυση/διαβάθμιση/καμπύλη/κατανομή/σύνθεση (αδρανών)/σύσταση (εδάφους). ~ό: μέγεθος. [< γαλλ. granulométrique, αγγλ. granulometric, 1905]
25283κοκκοποίησηκοκ-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διαδικασία με την οποία κάτι μετατρέπεται σε κόκκους: μηχανές ~ης. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. granulation]
25284κόκκοςκόκ-κος ουσ. (αρσ.) 1. κάθε μικροσκοπική σφαιροειδής μάζα: ~οι άμμου/γύρης (= γυρεόκοκκοι)/σκόνης. Απορρυπαντικό με μπλε και πράσινους ~ους. Βλ. βόλος.|| ~ κριθαριού/σταριού. ~οι αλατιού/ζάχαρης/κακάο/καφέ/ρυζιού. Αλεσμένοι/βρέξιμοι ~οι. Πιπέρι σε ~ους. Πβ. κουκί, σπέρμα, σπυρί. Βλ. μακρύ-, μικρό-, λεπτό-, χονδρό-κοκκος.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ., σφαιρικός παθογόνος μικροοργανισμός) Αναερόβιοι/ραδιενεργοί ~οι. Βακτήρια και ~οι. Βλ. εντερό-, πνευμονιό-, σταφυλό-, στρεπτό-κοκκος.|| (ΟΡΥΚΤ.) ~οι χαλαζία.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) Η φωτογραφία έχει ~ους (βλ. οπτικός θόρυβος). 2. (σπάν.-μτφ.) ελάχιστο στοιχείο: Δεν υπάρχει ~ αλήθειας σε όσα λέει. Πβ. ίχνος, κουκούτσι, σταγόνα, στάλα, ψήγμα. ● ΦΡ.: κόκκος σινάπεως (ΚΔ): ελάχιστη ποσότητα: Αν έχουμε λίγη πίστη ως ~ ~, αλλά αληθινή, τότε μπορούμε να ... [< 1: αρχ. κόκκος, γαλλ. grain]
25285κόκκυγαςκόκ-κυ-γας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} : ΑΝΑΤ. τριγωνικό οστό της κατώτερης ράχης. Πβ. ουρά. Βλ. ιερό οστό. ● ΣΥΜΠΛ.: κύστη κόκκυγος & κύστη κόκκυγα: φλεγμονή στην περιοχή του κόκκυγα που προκαλείται συνήθ. εξαιτίας της διείσδυσης τριχών μέσα στο δέρμα: οξεία (: με απόστημα)/χρόνια (: με συρίγγιο) ~ ~. [< μτγν. κόκκυξ, αγγλ.-γαλλ. coccyx]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.