| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25286 | κοκκυγικός | , ή, ό κοκ-κυ-γι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τον κόκκυγα: ~ή: μοίρα. ~οί: σπόνδυλοι. [< γαλλ. coccygien, αγγλ. coccygeal] | |
| 25287 | κοκκύτης | βλ. κοκίτης | |
| 25288 | κοκκώδης | , ης, ες κοκ-κώ-δης επίθ. {κοκκώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. (επιστ.) που αποτελείται από κόκκους: ~ης: υφή. ~η: εδάφη/λιπάσματα/πετρώματα/υλικά. Βλ. πορώδης, συμπαγής.|| Οργκανάιζερ από ~ες δέρμα (πβ. σαγρέ). 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κοκκιώδης. [< 1: γαλλ. granulaire] | |
| 25289 | κόκκωση | κόκ-κω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): το μέγεθος των κόκκων στην επιφάνεια ενός λειαντικού συνήθ. υλικού: κανονική/λεπτή ~. [< γαλλ. granulation] | |
| 25290 | κοκό | κο-κό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (λ. νηπιακή) αβγό ή γλύκισμα. Βλ. άτα, βαβά, μαμ. 2. (προφ.) συνουσία. 3. (αργκό) κοκαΐνη. [< 1: γαλλ. coco] | |
| 25291 | κοκοβιός | κο-κο-βιός ουσ. (αρσ.) & κοκωβιός 1. ΙΧΘΥΟΛ. (προφ.) γωβιός. 2. (μτφ.-μειωτ.) μικρόσωμος, άσχημος και ανόητος νέος άνδρας. [< 1: αρχ. κωβιός] | |
| 25292 | κοκόνα | κο-κό-να ουσ. (θηλ.) 1. τρυφερή προσφώνηση, κυρ. συζύγου ή κόρης. 2. (παλαιότ.) κυρία της καλής κοινωνίας. Βλ. δέσποινα. [< ρουμ. cucoană] | |
| 25293 | κοκοράκι | κο-κο-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. νεαρός κόκορας. Πβ. πετεινάρι. 2. (μτφ., συνήθ. σε αγόρι, έφηβο) σηκωμένη τούφα μαλλιών στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού (πάνω από το μέτωπο): μαλλί/χτένισμα ~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (προφ.) ζύγωθρο: τα ~ια των βαλβίδων. 4. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) ψιλή βραχνιασμένη φωνή. | |
| 25294 | κόκορας | κό-κο-ρας ουσ. (αρσ.) {-α (λαϊκό) -όρου} 1. ΟΡΝΙΘ. κατοικίδιο πτηνό (επιστ. ονομασ. Gallus gallus, Gallus domesticus), το αρσενικό της κότας, με μεγάλο λειρί και μακριά προγούλια κάτω από το ράμφος του, πλούσιο φτέρωμα και καμπυλωτή ουρά· συνεκδ. το κρέας του: ~ ελευθέρας βοσκής (: αλανιάρης). Το λάλημα του ~α. Έσφαξαν ένα ~α. Πβ. αλέκτορας, πετεινός.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ κοκκινιστός/κρασάτος/χωριάτικος με μακαρόνια/χυλοπίτες. ~ παστιτσάδα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (παλαιότ.) επικρουστήρας, σφύρα (σκανδάλης). ● ΦΡ.: κάνει τον κόκορα/το κοκόρι & το παίζει κοκόρι (προφ.): (για άνδρα) παριστάνει τον γενναίο, τον δυνατό, τον έξυπνο ή τον έμπειρο, συνήθ. σε ερωτικά ζητήματα. Πβ. κοκορεύομαι. ΣΥΝ. κάνει/παριστάνει τον παλικαρά, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει (παροιμ.): όταν αναμειγνύονται πολλά άτομα σε μια υπόθεση, συνήθ. δεν επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα. ΣΥΝ. οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι, πολλές μαμές, στραβό το παιδί, σαράντα πέντε Γιάννηδες, ενός κοκόρου γνώση (παροιμ.) & κοκόρου γνώση (ειρων.): για να δηλωθεί η έλλειψη ευφυΐας., τα φόρτωσε στον κόκορα (μτφ.): για κάποιον που αδιαφορεί για τις υποχρεώσεις του: Από τη στιγμή που πέρασε στη σχολή ~ ~. Τα έχει φορτώσει ~ τελευταία. [< 1: ηχομιμητ. λ. 2: αγγλ. cock] | |
| 25295 | κοκορέτσι | κο-κο-ρέ-τσι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό ψητό φαγητό που παρασκευάζεται από κομμάτια εντόσθιων, συνήθ. αρνιού, περασμένων στη σούβλα και τυλιγμένων με έντερα: κοντοσούβλι, ~ και γαρδούμπες. ● Υποκ.: κοκορετσάκι (το) [< αλβ. kukurec, τουρκ. kokoreç] | |
| 25296 | κοκορεύομαι | κο-κο-ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {κοκορεύ-τηκε, -όμενος} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): υπερηφανεύομαι: ~εται για την καταγωγή του. Πβ. κάνει τον κόκορα/το κοκόρι, καυχιέμαι, κομπάζω, παινεύομαι. | |
| 25297 | κοκόρι | κο-κό-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): νεαρός κόκορας: Σφάζω ένα ~. ● ΦΡ.: γεννούν και τα κοκόρια (κάποιου) (παροιμ.): είναι πολύ τυχερός. Πβ. έχω άστρο/αστέρι., με τα κοκόρια: πολύ νωρίς το πρωί, τα χαράματα: Ξυπνώ ~. Πβ. κοιμάμαι/ξυπνώ με τις κότες., σαν τα κοκόρια: για πρόσωπα που διαπληκτίζονται συχνά και πολύ έντονα: Μαλώνουν/τρώγονται/τσακώνονται ~., κάνει τον κόκορα/το κοκόρι βλ. κόκορας, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει βλ. κόκορας | |
| 25298 | κοκορίκου | βλ. κικιρίκου | |
| 25299 | κοκορομαχία | κο-κο-ρο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-ειρων.) έντονη λεκτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο πλευρές για ασήμαντη συνήθ. αιτία ή αφορμή: δικομματική ~. Πολιτικές/τηλεοπτικές ~ες. Βλ. σκυλοκαβγάς. 2. (κυρ. παλαιότ. και σήμερα στη ΝΑ Ασία και τη Ν. Αμερική) μάχη μεταξύ κοκόρων, θέαμα που συνοδεύεται από στοιχήματα: ~ες και κυνομαχίες. Βλ. -μαχία. | |
| 25300 | κοκορόμυαλος | , η, ο κο-κο-ρό-μυα-λος επίθ./ουσ. (προφ.): ανόητος, χαζός. Πβ. ελαφρόμυαλος. | |
| 25301 | κοκότα | κο-κό-τα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.-υβριστ.): πόρνη ή γενικότ. γυναίκα χαλαρών ηθών. [< γαλλ.-ιταλ. cocotte] | |
| 25302 | κοκούνινγκ | κο-κού-νιγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τάση να μένει κανείς στο σπίτι, απολαμβάνοντας τη σπιτική θαλπωρή. Βλ. χουχούλιασμα. [< αμερικ. cocooning, 1986, γαλλ. ~, περ. 1988] | |
| 25303 | κοκοφοίνικας | κο-κο-φοί-νι-κας ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. είδος ψηλού τροπικού φοίνικα (επιστ. ονομασ. Cocos nucifera), καρπός του οποίου είναι η καρύδα. 2. (κατ' επέκτ.) ελαστικές ίνες που προέρχονται από το περίβλημα τηςς καρύδας και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ταπήτων, στρωμάτων, σάκων, ψαθών και σχοινιών: (σε στρώματα:) ελαστικός ~. [< αγγλ. coco palm] | |
| 25304 | κόκπιτ | κόκ-πιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θάλαμος, καμπίνα και γενικότ. ο ειδικά διαμορφωμένος χώρος για τον κυβερνήτη αεροσκάφους ή τον πιλότο αγωνιστικού αυτοκινήτου ή σκάφους με τα όργανα ελέγχου και διακυβέρνησής του: ~ μονοθέσιου/φάντομ. Αποσυμπίεση του ~.|| Εργονομικό ~.|| ~ ταχύπλοου. ΣΥΝ. πιλοτήριο [< αγγλ. cockpit, 1914, γαλλ. ~] | |
| 25305 | κοκτέιλ | κο-κτέ-ιλ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποτό που αποτελεί μείγμα αλκοολούχων ή/και μη αλκοολούχων (π.χ. χυμός φρούτων, σόδα, αναψυκτικά) υγρών, το οποίο σερβίρεται συνήθ. κρύο: δροσιστικά/εξωτικά/καλοκαιρινά ~. ~ σαμπάνιας. ~ από/με ρούμι/τζιν. Ποτήρι ~. Ετοιμάζω/πίνω/φτιάχνω (ένα) ~. Βλ. απεριτίφ, μαργαρίτα.|| (ως επίθ.) ~ μπαρ/πάρτι (: κοσμική εκδήλωση με μπουφέ)/φόρεμα (: για απογευματινή έξοδο).|| (ΜΑΓΕΙΡ., ορεκτικό από θαλασσινά ή/και σαλατικά που σερβίρεται συνήθ. σε ποτήρι) Γαρίδες ~ . ~ φρούτων (= φρουτοσαλάτα). 2. (μτφ.) συνδυασμός χημικών ουσιών, συνήθ. φαρμακευτικών, που χορηγούνται ως θεραπεία: ~ βιταμινών/πρωτεϊνών/φαρμάκων.|| ~ τοξικών. 3. (μτφ.) συνδυασμός θετικών ή αρνητικών παραγόντων: εκρηκτικό ~. Μουσικό ~. ~ διασκέδασης και κεφιού/έντασης και γέλιου. ● ΣΥΜΠΛ.: βόμβα μολότοφ βλ. βόμβα [< αγγλ. cocktail, γαλλ. ~] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ