| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25306 | κοκωβιός | βλ. κοκοβιός | |
| 25307 | κολ γκερλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: πόρνη η οποία κλείνει ραντεβού τηλεφωνικά. Βλ. συνοδός/πόρνη πολυτελείας. [< αμερικ. call girl, 1912, γαλλ. call-girl, 1960] | |
| 25308 | κόλα | κό-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. καθένα από τα δύο είδη τροπικών δέντρων (επιστ. ονομασ. Cola nitida, Cola acuminata) των οποίων οι μεγάλοι καφέ καρποί περιέχουν καφεΐνη και χρησιμοποιούνται αποξηραμένοι στην παρασκευή αεριούχων ποτών και φαρμάκων: κάρυα ~ας. 2. (συνεκδ.) κάθε αεριούχο ποτό που παρασκευάζεται από τους καρπούς των αντίστοιχων δέντρων: αναψυκτικά τύπου ~. Βλ. κόκα-~, πέπσι-~. [< αγγλ. cola] | |
| 25309 | κολάζ | κο-λάζ ουσ. (ουδ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνική σύνθεση που δημιουργείται από την επικόλληση σε επιφάνεια κομματιών από υλικά όπως χαρτί ή ύφασμα διαφορετικού συνήθ. χρώματος, σχεδίου ή σχήματος και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη τεχνοτροπία: φωτογραφικό ~ (= φωτο~). ~ σε καμβά. Βλ. χαρτοκολλητική. 2. (μτφ.) συνδυασμός, συνύπαρξη ετερόκλιτων στοιχείων: ~ θεμάτων/ιστοριών. Βλ. ανακάτεμα. [< γαλλ. collage] | |
| 25310 | κολάζω | κο-λά-ζω ρ. (μτβ.) {κόλα-σα, κολά-στηκα, -σμένος, κολάζ-οντας} 1. προκαλώ σε κάποιον ερωτική επιθυμία και κατ' επέκτ. τον παρασύρω, τον βάζω σε πειρασμό: Γυναίκα που ~ει τους άνδρες.|| Μη μου λες τέτοια και με ~εις! ΣΥΝ. σκανδαλίζω (2) 2. (λόγ., κυρ. στη νομική ορολογία) τιμωρώ: Αδίκημα που ~εται από το άρθρο ... του νόμου ... Πράξεις που ~ονται ποινικά (: ποινικά κολάσιμες). ● ΦΡ.: κολάζει και Άγιο βλ. άγιος ● βλ. κολασμένος [< 1: μεσν. κολάζω 2: αρχ. ~] | |
| 25311 | κολάι | κο-λά-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ευχέρεια. Κυρ. στη ● ΦΡ.: παίρνω το κολάι: εξοικειώνομαι με κάτι, συνήθ. λόγω εξάσκησης ή εμπειρίας: Τώρα που πήρε ~ (του αυτοκινήτου), μπορεί να οδηγήσει άνετα. [< τουρκ. kolay] | |
| 25312 | κόλακας | κό-λα-κας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που έχει την τάση να εγκωμιάζει υπερβολικά κάποιον, για να εξυπηρετήσει το ατομικό του συμφέρον: γλοιώδης ~. ~ες της εξουσίας. Αυλή κολάκων (= αυλοκόλακες). Πβ. αυλικός, γαλίφης, δουλοπρεπής. ΣΥΝ. γλείφτης (1) [< αρχ. κόλαξ] | |
| 25313 | κολακεία | κο-λα-κεί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολικός ή ανειλικρινής έπαινος, συνήθ. για εξυπηρέτηση ιδιοτελούς σκοπού: ανούσια ~. Επιζητά την ~. ~ες προς τον προϊστάμενο. Κάνω ~ες (= κολακεύω). Πβ. γαλιφιές, γλείψιμο, καλόπιασμα, λιβάνισμα, λιβανωτός, μαλαγανιά. Βλ. κομπλιμέντο, φιλοφρόνηση. [< αρχ. κολακεία] | |
| 25314 | κολακευτικός | , ή, ό κο-λα-κευ-τι-κός επίθ. 1. επαινετικός, τιμητικός: ~ές: αναφορές/κριτικές (βλ. διθυραμβικός). ~ά: λόγια/σχόλια. Διόλου/όχι ιδιαίτερα ~οί χαρακτηρισμοί (για το άτομό του). Βλ. εγκωμιαστ-, εκθειαστ-ικός.|| (για πρόσ.) Ήταν (ιδιαίτερα) ~ για τη μέχρι τώρα προσπάθεια. 2. που στοχεύει στην κολακεία: ~ός: λόγος. ~ό: ύφος. 3. που κάνει κάποιον να φαίνεται όμορφος, αναδεικνύοντας τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά: ~ή: φωτογραφία. Καθόλου ~ό ντύσιμο! ● επίρρ.: κολακευτικά [< αρχ. κολακευτικός] | |
| 25315 | κολακεύω | κο-λα-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {κολάκε-ψα, κολακεύ-τηκα, -οντας, -μένος} 1. επαινώ με σκοπό να γίνω αρεστός ή να εξυπηρετήσω τα συμφέροντά μου: ~ει συνεχώς το αφεντικό του μήπως και πάρει προαγωγή. Πβ. γλείφω, θωπεύω, καλοπιάνω. ΣΥΝ. λιβανίζω (2) 2. εκφράζω την εκτίμηση, τον θαυμασμό μου, τιμώ: Με ~ει το ενδιαφέρον σου (: με ανεβάζει). Οι πράξεις σου δεν σε ~ουν καθόλου ως άτομο. Πβ. κομπλιμεντάρω. ● κολακεύει: (συνήθ. για ρούχο) αναδεικνύει την εξωτερική εμφάνιση: Αυτό το φόρεμα/χρώμα ~ τη σιλουέτα σου (: σου πάει). Πβ. τονίζω. ● Παθ.: κολακεύομαι: ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι: ~εται από τις φιλοφρονήσεις των φίλων του. ● Μτχ.: κολακευμένος , η, ο: Δηλώνει ~ από τον θαυμασμό του κόσμου. Αισθάνεται ~η από την πρότασή του. Πβ. τιμημένος. [< αρχ. κολακεύω] | |
| 25316 | κολάν | κο-λάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εφαρμοστό, ελαστικό παντελόνι που μοιάζει με χοντρό καλσόν: κοντό/μακρύ ~. Αθλητικά/ισοθερμικά/ποδηλατικά ~. ~ αδυνατίσματος.|| (ως επίθ.) ~ παντελόνι (: κολλητό). [< γαλλ. collant] | |
| 25317 | κολαντρίζω | βλ. κουλαντρίζω | |
| 25318 | κολαούζο | [κολαοῦζο] κο-λα-ού-ζο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. σπειροτόμος: ~ μηχανής/χειρός. Πβ. βιδολόγος, φιλιέρα. [< τουρκ. kιlavuz] | |
| 25319 | κολαούζος | [κολαοῦζος] κο-λα-ού-ζος ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που είναι προσκολλημένος σε ισχυρό πρόσωπο, εξυπηρετώντας με δουλοπρέπεια τα συμφεροντά του, για ιδιοτελείς σκοπούς: ~ της εξουσίας. 2. ΙΧΘΥΟΛ. είδος ψαριού (επιστ. ονομασ. Naucrates ductor) με γκρι-μπλε ράχη, κοιλιά αργυρού χρώματος και κάθετες ραβδώσεις στις πλευρές του, το οποίο ακολουθεί τα μεγαλόσωμα ψάρια, συνήθ. καρχαρίες, για να τρέφεται από τα υπολείμματα της τροφής τους. 3. (κυριολ.-λαϊκό) οδηγός· μόνο στη ● ΦΡ.: χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε(ν) θέλει (παροιμ.): για κάτι προφανές, αυταπόδεικτο που δεν χρειάζεται ερμηνεία ή διευκρίνιση. [< τουρκ. kιlavuz, πβ. μεσν. κουλαούζης] | |
| 25320 | κολάπσους | κο-λάπ-σους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. σωματική και ψυχική κατάρρευση. [< γαλλ. collapsus < μεσν. λατ. ~ ] | |
| 25321 | κολαρίνα | κο-λα-ρί-να ουσ. (θηλ.): μεγάλος γιακάς: πουκάμισο με ~. Βλ. κολάρο.|| Μπελαμάνα και ~ (: ο χαρακτηριστικός μπλε γιακάς των ναυτών του Πολεμικού Ναυτικού). [< μεσν. κολαρίνα < βεν. colarina· πβ. ιταλ. collarina] | |
| 25322 | κολάρο | κο-λά-ρο ουσ. (ουδ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) ψηλός και σκληρός γιακάς ανδρικού πουκάμισου. Βλ. κολαρίνα. 2. περιλαίμιο κατοικίδιου ζώου, κυρ. σκύλου ή γάτας, που φοριέται για να ελέγχει ο ιδιοκτήτης το ζώο του (περνώντας του λουρί) ή για να το αναγνωρίζει: αντιπαρασιτικό/δερμάτινο ~. Ηλεκτρικά/Ηλεκτρονικά ~α εκπαίδευσης. ~ εντοπισμού. Πβ. λαιμαριά. Βλ. πνίχτης. 3. ορθοπαιδικό προϊόν με τη μορφή ψηλού περιλαιμίου από πλαστικό συνήθ. υλικό, σχεδιασμένο ώστε να στηρίζει τον αυχένα και να τον διατηρεί σε ελαφριά υπερέκταση σε περιπτώσεις αυχενικού συνδρόμου, κάκωσης του αυχένα, θλάσης, δισκοπάθειας αυχενικής μοίρας: μαλακό ~. Αυχενικό ~/~ αυχένος (= αυχενικός κηδεμόνας). Πβ. νάρθηκας. 4. ΤΕΧΝΟΛ. (ημι)κυκλικό εξάρτημα το οποίο τοποθετείται περιμετρικά ενός κυλινδρικού αντικειμένου (π.χ. σωλήνα) για τη συγκράτηση ή προσαρμογή του: ~ σιλικόνης. ~ (βιδωτό) για μπάρα (γυμναστικής). ~α μπουκαλιών/σάκων. ~α και σφιγκτήρες. Πβ. δακτύλιος, περιαυχένιο. Βλ. συνδετήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκό κολάρο (αρνητ. συνυποδ.): μισθωτός εργαζόμενος που η δουλειά του απαιτεί πνευματική εργασία: επαγγέλματα ~ού ~ου (π.χ. υπάλληλοι γραφείου). Εγκλήματα του ~ού ~ου (= οικονομικά). Τα ~ά ~α της γραφειοκρατίας. Βλ. γιάπης, χαρτογιακάς. [< αγγλ. white-collar, 1911] , μπλε κολάρο: εργαζόμενος που η δουλειά του περιλαμβάνει χειρωνακτική εργασία και συνήθ. φορά φόρμα εργασίας: εργάτες/θέσεις ~ ~ου. Επαγγέλματα τύπου ~ ~ου (πχ. τεχνίτες). [< αγγλ. blue-collar, 1950] [< ιταλ. collare 2: αγγλ. electronic collar, 1960] | |
| 25323 | κόλαση | κό-λα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΘΡΗΣΚ. τόπος αιώνιας τιμωρίας των αμαρτωλών μετά τον θάνατό τους: ~ και παράδεισος. Τα βασανιστήρια/οι δαίμονες/οι δυνάμεις/τα καζάνια/οι φλόγες/οι φωτιές της ~ης. Θα πας στην ~. Ο Διάβολος και η ~. Βλ. Άδης, Τάρταρα. ΑΝΤ. παράδεισος (2) 2. (μτφ.-επιτατ.) συνθήκες ή χώρος όπου επικρατεί μεγάλη δυστυχία, ταλαιπωρία, καταστροφή: πύρινη ~ (= μεγάλη πυρκαγιά). Ημέρα/νύχτα ~ης (εξαιτίας του καύσωνα). Η ~ των ναρκωτικών/του πολέμου/των φυλακών. Η ζωή τους είναι/έχει γίνει πραγματική ~ (: ανυπόφορη). Ζει την προσωπική του ~ (πβ. δράμα). Σε ~ μετατράπηκαν οι διακοπές μας. Πενήντα σπίτια αποτεφρώθηκαν, σωστή ~!|| (ως παραθετικό σύνθ.) Γήπεδο-~ (: όπου επικρατεί μεγάλη αναταραχή, πανικός). 3. (αργκό) για κάτι πολύ ωραίο, στο οποίο δεν μπορεί να αντισταθεί κανείς: βλέμμα/γλυκό σκέτη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κόλαση του Δάντη/δαντική κόλαση (μτφ.): φρικιαστική κατάσταση, μεγάλη καταστροφή: Σκηνές που θύμιζαν ~ ~ εκτυλίχθηκαν στη βομβαρδισμένη πρωτεύουσα., άρχοντας του σκότους βλ. άρχοντας, οι πύλες της κολάσεως/του Άδη βλ. πύλη ● ΦΡ.: από την κόλαση στον παράδεισο & από τον παράδεισο στην κόλαση: για τη ριζική μεταβολή μιας κατάστασης από το χειρότερο στο καλύτερο (ή αντιστρόφως): Η ομάδα βρέθηκε/γύρισε/επέστρεψε/πήγε ~ ~ με γκολ που σημείωσε στο τελευταίο λεπτό της παράτασης., έγινε κόλαση/της κολάσεως (αργκό): έγινε χαμός: ~ ~ στο χθεσινό ντέρμπι. ΣΥΝ. έγινε/γίνεται το έλα να δεις, εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος: ο άνθρωπος τιμωρείται ή ανταμείβεται αντίστοιχα για τις πράξεις του, όσο ζει στη Γη. ΣΥΝ. όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα, ο δρόμος για/προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις: τα καταστροφικά αποτελέσματα μπορεί να προέρχονται από καλούς στόχους. [< γερμ. Der Weg zur Hölle ist mit guten Vorsätzen gepflastert] , όταν/τη μέρα που θα παγώσει η κόλαση (μτφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι ανέφικτο ή πάρα πολύ δύσκολο να συμβεί: Μόνο ~ ~ θα του ξαναμιλήσω. [< αγγλ. when/until hell freezes (over), 1919] , να/θα καείς στην κόλαση! βλ. καίω, του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή [< 1: αρχ. κόλασις 'τιμωρία'] | |
| 25324 | κολάσιμος | , η/ος, ο κο-λά-σι-μος επίθ. (λόγ., κυρ. ΝΟΜ.): αξιόποινος: ~η: συμπεριφορά. ~ο: αδίκημα/αμάρτημα. ~ες: ενέργειες/παρανομίες. Ποινικά (/πειθαρχικά) ~η/~ος πράξη. Βλ. κατα-δικαστέος, -κριτέος.|| (για πρόσ.) Οι ηθικά ~οι. ● Ουσ.: κολάσιμο (το): ΝΟΜ. επιβολή ποινής για μια πράξη: το συνταγματικώς επιτρεπτό και το ποινικώς ~. Αυτοτέλεια ~ου του πειθαρχικού παραπτώματος. | |
| 25325 | κολασμένος | , η, ο κο-λα-σμέ-νος επίθ. 1. που διάγει ανήθικο βίο, σε σχέση με ό,τι επιτάσσει η Εκκλησία· γενικότ. αμαρτωλός, ακόλαστος: Πβ. άσωτος. Βλ. διεφθαρμένος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ψυχή. 2. (επιτατ.) για αφόρητη κατάσταση: ~η: ατμόσφαιρα/ζέστη (πβ. καταραμένη). 3. για κάτι που αποτελεί πειρασμό: ~ο: γλυκό (πβ. κόλαση). ● Ουσ.: κολασμένοι (οι): δυστυχισμένοι, απόκληροι. Πβ. απόβλητος, περιθωριοποιημένος. ● επίρρ.: κολασμένα ● βλ. κολάζω [< μεσν. κολασμένος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ