| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25326 | κολασμός | κο-λα-σμός ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. τιμωρία (συνήθ. για αξιόποινη πράξη): ποινικός ~. Βλ. δίωξη. [< μτγν. κολασμός] | |
| 25327 | κολαστήριο | κο-λα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος κράτησης ατόμων στον οποίο γίνονται βασανιστήρια, κακοποιήσεις ή επικρατούν γενικότ. απάνθρωπες συνθήκες: (ως παραθετικό σύνθ.) κελί/φυλακή-~. Τα ναζιστικά ~α (= τα στρατόπεδα συγκέντρωσης).|| (μτφ.) ~ ψυχών. Βλ. -τήριο. [< μτγν. κολαστήριον ‘τιμωρία, όργανο τιμωρίας’] | |
| 25328 | κολατσίζω | κο-λα-τσί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κολάτσι-σα, κολατσίζ-οντας}: τρώω, παίρνω κολατσιό: ~σε (με) σάντουιτς/ψωμί και ελιές. Σταμάτησε για λίγο (τη δουλειά) για να ~σει. Βλ. γευματίζω. | |
| 25329 | κολατσιό | κο-λα-τσιό ουσ. (ουδ.) & (προφ.) κολατσό: πρόχειρο φαγητό (π.χ. σάντουιτς) που τρώγεται μεταξύ γευμάτων, συνήθ. μεταξύ πρωινού και μεσημεριανού: ελαφρύ/σπιτικό/υγιεινό ~. Σχολικό ~. Η ώρα του ~ιού. Παίρνω/τρώω το ~ μου (= κολατσίζω). Πβ. δεκατιανό, προάριστο, σνακ. Βλ. απογευματινό, μικρογεύμα. [< μεσν. κολατσιό] | |
| 25330 | κόλαφος | κό-λα-φος ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ισχυρό πλήγμα το οποίο δέχεται κάποιος ξαφνικά και το οποίο συνιστά προσβολή: (ως παραθετικό σύνθ.) έκθεση/επιστολή/έρευνα/πόρισμα-~ (πβ. βόμβα, καταπέλτης).|| ~ για τον κατηγορούμενο ήταν η απόφαση του Δικαστηρίου. Πβ. γροθιά, σκαμπίλι, σφαλιάρα, χαστούκι. ΣΥΝ. ράπισμα (1) [< αρχ. κόλαφος, γαλλ. soufflet, gifle] | |
| 25332 | κολεγιακός | , ή, ό κο-λε-γι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με κολέγιο: ~ός: αγώνας (μπάσκετ). ~ό: πρωτάθλημα (μπέιζμπολ). ~ές: ομάδες/σπουδές. ~ή και πανεπιστημιακή μόρφωση. Από τα ~ά χρόνια. ● ΣΥΜΠΛ.: κολεγιακή μπλούζα & κολεγιακό (το): φούτερ. Βλ. πουλόβερ. [< γαλλ. collégial] | |
| 25333 | κολέγιο | κο-λέ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (συνήθ. με κεφαλ. Κ) & κολλέγιο 1. ιδιωτικό εκπαιδευτήριο που προσφέρει στην Ελλάδα, συνήθ. σε συνεργασία με ξένα πανεπιστήμια, μεταλυκειακή εκπαίδευση και κατάρτιση· συνεκδ. το αντίστοιχο κτίριο: Εργαστήρια Ελευθέρων σπουδών, ΙΕΚ και ~α. Πβ. ινστιτούτο. 2. ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ και σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. 3. ως όνομα ιδιωτικού σχολείου. 4. οργάνωση επιστημόνων της ίδιας ειδικότητας, που δραστηριοποιείται στη διά βίου εκπαίδευση των μελών της, στην έρευνα και στην προαγωγή του επιστημονικού κλάδου: Ελληνικό ~ Χειρουργών. Βλ. ένωση, εταιρεία. 5. (μτφ.-ειρων.) χώρος με πολυτέλεια και ανέσεις: Ο στρατός δεν είναι ~. 6. εκλεκτορικό σώμα που έχει ως αρμοδιότητα την ανάδειξη πολιτικού (στις ΗΠΑ) ή θρησκευτικού (στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) ηγέτη: το ~ των εκλεκτόρων.|| Το ~ των καρδιναλίων. ● ΣΥΜΠΛ.: το Κολέγιο των Επιτρόπων: θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποτελείται από τον Πρόεδρο της Κομισιόν και τους Επιτρόπους. [< μεσν. κολλέγιον ‘ανώτατο συμβούλιο, δικαστικό σώμα’, αγγλ. college, γαλλ. collège] | |
| 25334 | κολεγιόπαιδο | κο-λε-γι-ό-παι-δο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) κολεγιόπαις (ο): σπουδαστής κολεγίου· (κατ' επέκτ.-ειρων.) νέος με ευπρεπή ή επιτηδευμένη εμφάνιση ή/και συμπεριφορά που προέρχεται συχνά από εύπορη ή επιφανή οικογένεια. Βλ. βουτυρό-, πλουσιό-παιδο. | |
| 25335 | κόλεϊ | κό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κόλι: ΖΩΟΛ. ράτσα μεγαλόσωμου κατοικίδιου σκύλου σκωτσέζικης προέλευσης (αρχικά χρησιμοποιούνταν ως ποιμενικός) με μακρύ ρύγχος και συνήθ. πλούσιο τρίχωμα. Πβ. λάσι. Βλ. κανίς, κόκερ, λαμπραντόρ, μπουλντόγκ. [< αγγλ. collie, colley] | |
| 25336 | κολεκτίβα | κο-λε-κτί-βα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) κολεχτίβα 1. (παλαιότ. στην κομμουνιστική Ρωσία) ομάδα εργατών ή αγροτών που ακολουθούν τις αρχές του κολεκτιβισμού. Βλ. κιμπούτς, κολχόζ, κοοπερατίβα. 2. (μτφ.) καλλιτεχνική συνήθ. ομάδα στην οποία επικρατεί πνεύμα συλλογικότητας: θεατρική/μουσική ~. Βλ. μπάντα. [< ρωσ. kolektiv, γαλλ. collectif, 1936] | |
| 25337 | κολεκτιβισμός | κο-λε-κτι-βι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. σοσιαλιστική θεωρία σύμφωνα με την οποία ο λαός κατέχει τον έλεγχο και την ιδιοκτησία των εργοστασίων, των αγροτικών εκτάσεων και των μέσων παραγωγής, συνήθ. υπό την επίβλεψη της κυβέρνησης: το δίπολο ~ού-ατομικισμού. Βλ. κιμπούτς, κοινόβιο, κολχόζ, κοινων-, μαρξ-ισμός. [< γαλλ. collectivisme] | |
| 25338 | κολεκτιβιστικός | , ή, ό κο-λε-κτι-βι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον κολεκτιβισμό: ~ή: κοινωνία. ~ό: σύστημα. ~ές: δομές/πρακτικές. Ατομοκεντρική και ~ή ιδεολογία. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. collectiviste] | |
| 25339 | κολεκτιβοποίηση | κο-λε-κτι-βο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μεταβίβαση του ελέγχου και της ιδιοκτησίας των εργοστασίων, των αγροτικών εκτάσεων και των μέσων παραγωγής στον λαό: αναγκαστική/βίαιη ~. Πβ. εθνικοποίηση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. collectivisation] | |
| 25340 | κολεκτομή | κο-λε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση τμήματος ή όλου του εντέρου: λαπαροσκοπική/μερική/ολική ~. Αριστερή/δεξιά ~. ~ παχέος εντέρου και ειλεοστομία. Πβ. εντερεκτομή, κολοστομία. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. colectomy] | |
| 25341 | κολεξιόν | κο-λε-ξιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: το σύνολο των ενδυματολογικών δημιουργιών ενός σχεδιαστή για μια συγκεκριμένη σεζόν· κατ' επέκτ. επίδειξη μόδας (οίκου/σχεδιαστή) για την παρουσίαση των αντίστοιχων ενδυμάτων: ανοιξιάτικη/καλοκαιρινή/φθινοπωρινή/χειμερινή ~. Ανδρική/γυναικεία ~. ~ υψηλής ραπτικής.|| Στην ~ συμμετείχαν διάσημα μοντέλα. [< γαλλ. collection] | |
| 25342 | κολεόπτερα | κο-λε-ό-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. κολεόπτερο}: ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων με δύο ζεύγη φτερών, από τα οποία το εμπρόσθιο είναι σκληρό (έλυτρα) και προστατεύει το οπίσθιο μεμβρανώδες, καλύπτοντάς το. Βλ. κάμπια, λεπιδόπτερα, πυγολαμπίδα, σκαθάρι, υμενόπτερα. [< αρχ. κολεόπτερα, γαλλ. coléoptères, αγγλ. coleoptera] | |
| 25343 | κολεός | κο-λε-ός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. το κατώτερο πεπλατυσμένο τμήμα του φύλλου. 2. ΒΟΤ. γένος καλλωπιστικών φυτών (Coleus) που ανήκουν στην οικογένεια των χειλανθών και καλλιεργούνται κυρ. για τα πολύχρωμα φύλλα τους. ΣΥΝ. ωραίο φύλλο 3. ΑΝΑΤ. ο γυναικείος κόλπος. 4. (λόγ.) θήκη, συνήθ. σπαθιού. Πβ. θηκάρι. 5. ΖΩΟΛ. το έλυτρο των κολεόπτερων. [< 1: γαλλ. vaginelle 2: γαλλ. coleus 3: γαλλ. fourreau, vagin 4: αρχ. κολεός] | |
| 25344 | κολεοσπασμός | κο-λε-ο-σπα-σμός ουσ. (αρσ.) & κολεόσπασμος & (σπάν.) κολπόσπασμος: ΙΑΤΡ. (σεξουαλική δυσλειτουργία) επώδυνη σύσπαση των μυών του γυναικείου κόλπου κατά την ερωτική επαφή. Βλ. δυσπαρευνία. [< γαλλ. vaginisme] | |
| 25345 | κολεχτίβα | βλ. κολεκτίβα | |
| 25346 | κολίανδρος | κο-λί-αν-δρος ουσ. (αρσ.) & κορίανδρος & (προφ.) κόλιανδρος & κόλιαντρος & κόλιαντρο (το): ΒΟΤ. ποώδες πολυετές φυτό (επιστ. ονομασ. Coriandrum sativum) της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, με μικρά λευκά ή κόκκινα λουλούδια, με χρήση στη φαρμακευτική, στη μαγειρική, στη ζαχαροπλαστική, στην αρωματοποιία και την ποτοποιία· (συνήθ. κατ' επέκτ.) τα αποξηραμένα φύλλα ή οι καρποί του αντίστοιχου φυτού ως καρύκευμα: φρέσκος ~. (σε συνταγές:) Μια κουταλιά ~ τριμμένος/ψιλοκομμένος. Βλ. μπαχαρικό. [< αρχ. κορίαννον, μτγν. κολίανδρον, γαλλ. coriandre, αγγλ. coriander] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ