| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25347 | κολίγας | κο-λί-γας ουσ. (αρσ.) & κολίγος & κολλήγας & κολλήγος (παλαιότ.): επίμορτος καλλιεργητής, κυρ. στη Θεσσαλία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι.: ~ες και τσιφλικάδες. Η εξέγερση των ~ων του Θεσσαλικού κάμπου (: στο Κιλελέρ). Πβ. αγρολήπτης, σέμπρος.|| (κατ' επέκτ.) Δουλεύει σαν ~ (= είλωτας, δούλος)! [< μεσν. κολλίγας] | |
| 25348 | κολιγιά | βλ. κολεγιά | |
| 25349 | κολιέ | κο-λιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) κολιές (ο): περιδέραιο με πέρλες, (ημι)πολύτιμους λίθους ή χάντρες: κοντό/μακρύ ~. Ασημένιο/διαμαντένιο/μαργαριταρένιο/χειροποίητο/χρυσό ~. ~ από/με σμαράγδια. Βλ. αλυσίδα, γιορντάνι, καδένα, μενταγιόν. ● Υποκ.: κολιεδάκι (το) [< γαλλ. collier] | |
| 25350 | κολικός | , ή, ό κο-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με το κόλον: ~ή: αρτηρία. ~ές: κυψέλες/ταινίες. Η αριστερά και δεξιά ~ή καμπή. [< μτγν. κολικός/κωλικός, γαλλ. colique, αγγλ. colic] | |
| 25351 | κολικός | κο-λι-κός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. οξύς σπασμωδικός πόνος των κοιλιακών σπλάχνων: βρεφικοί ~οί. Κρίση ~ού. ~ (του) εντέρου/ήπατος/στομάχου. Αφέψημα που ανακουφίζει (από) τους ~ούς. ● ΣΥΜΠΛ.: κολικός (του) νεφρού/(των) νεφρών βλ. νεφρά [< μτγν. κολικός, γαλλ. colique, αγγλ. colic] | |
| 25352 | κολιμπρί | κο-λι-μπρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κολίμπρι: ΟΡΝΙΘ. κοινή ονομασία μικροσκοπικών τροπικών πουλιών (οικογ. Trochilidae) με λαμπερό φτέρωμα και μακρύ ράμφος, τα οποία έχουν την ικανότητα να παραμένουν στο ίδιο σημείο, κουνώντας πολύ γρήγορα τα φτερά τους. [< γαλλ. colibri] | |
| 25353 | κολιός | κο-λιός ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. πελαγίσιο ψάρι (επιστ. ονομασ. Scomber japonicus colias) με κυανοπράσινη ράχη, ασημένια κοιλιά, μαύρα στίγματα και μαύρες ραβδώσεις σε όλο του το σώμα. Βλ. σκουμπρί. ● ΦΡ.: κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) βλ. καιρός [< αρχ. κολίας] | |
| 25354 | κολίτιδα | κο-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή που προκαλείται από ερεθισμό του λεπτού ή του παχέος εντέρου: σπαστική ~ (ή σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, με κύρια συμπτώματα έντονο κοιλιακό πόνο, φούσκωμα, διάρροια ή/και δυσκοιλιότητα). Αιμορραγική/ισχαιμική/λοιμώδης/ψευδομεμβρανώδης ~. Χρόνιες ~ες. Βλ. -ίτιδα, εντερο~. ● ΣΥΜΠΛ.: ελκώδης κολίτιδα βλ. ελκώδης [< γαλλ. colite, αγγλ. colitis] | |
| 25355 | κολιτσίδα | βλ. κολλιτσίδα | |
| 25356 | κολιτσίνα | βλ. κολτσίνα | |
| 25357 | κόλλα | κόλ-λα ουσ. (θηλ.) 1. ουσία, ρευστής ή στερεής μορφής, κατάλληλη για συγκολλήσεις· συνεκδ. η συσκευασία της: αδιάβροχη/ακρυλική/βιομηχανική/διαφανής/εποξειδική/εύκαμπτη/ζωική/ισχυρή/θερμοπλαστική (βλ. θερμόκολλα)/ξηρή/παχύρρευστη/ρητινούχα/συνθετική/φυτική ~. ~ σε διάλυμα/σκόνη/σπρέι/στικ. ~ σιλικόνης. ~ για γυαλιά/μέταλλα/ξύλα (= ξυλόκολλα)/πλαστικά/υφάσματα/χαρτί. Ελαστική ~ πλακιδίων. ~ στιγμής (: που κολλά πολύ γρήγορα· κυανοακρυλική ~). ~ γενικής χρήσης/στεγανοποίησης. ~ από καουτσούκ. ~ και ψαλίδι (: στη χειροτεχνία). ~ες επαφής (= βενζινόκολλες). Πιστόλι/σταγόνες/σωληνάριο ~ας. Μηχανή βιβλιοδεσίας με θερμή ~. Απλώνω/εφαρμόζω την ~. Κόλλησα τα σπασμένα κομμάτια με ~. Αφήστε να στεγνώσει η ~. Πβ. κόλληση, κολλητικό. Βλ. -κολλα. 2. φύλλο χαρτιού: Πάρτε μια ~ και γράψτε το ονοματεπώνυμό σας. 3. ειδικό υγρό για κολλάρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κόλλα αναφοράς: δύο φύλλα χαρτιού μεγέθους Α4 με γραμμές, ενωμένα στη μια τους πλευρά σε σχήμα τετραδίου, τα οποία χρησιμοποιούνται κυρ. σε εξετάσεις ή για υποβολή αιτήσεων: Όλες οι ερωτήσεις να απαντηθούν σε ~ ~., λευκή κόλλα: άγραφη: Δώσε μου μια ~ ~.|| (σε εξετάσεις) Έδωσε ~ ~ (: δεν απάντησε σε κανένα θέμα). [< γαλλ. feuille blanche] ● ΦΡ.: τυλίγω (κάποιον) σε μια κόλλα χαρτί βλ. τυλίγω [< 1: αρχ. κόλλα 2: μεσν. ~] | |
| 25359 | κολλαγόνο | κολ-λα-γό-νο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΧ. (σε όλους τους πολυκύτταρους οργανισμούς, με αναφορά κυρ. στον άνθρωπο) ινώδης πρωτεΐνη της μεσοκυττάριας ουσίας που αποτελεί βασικό συστατικό του συνδετικού ιστού: φυσικό ~. Ινίδια/μείωση/νόσοι του ~ου. Βλ. αλλαντοΐνη, ελαστίνη, προλίνη. 2. (κατ' επέκτ., στην Αισθητική) το αντίστοιχο ενέσιμο εμφύτευμα ή σκεύασμα για την εξάλειψη των ρυτίδων που δημιουργούνται εξαιτίας της μείωσης της συγκεκριμένης πρωτεΐνης: συνθετικό/φυτικό ~. ~ ζωικής προέλευσης. Ενέσεις/μάσκα ~ου (προσώπου και λαιμού). Θεραπεία/κρέμα σύσφιξης με ~. Βλ. βιοϋλικά, μπότοξ, σιλικόνη, υαλουρονικό οξύ, φίλερ. [< γαλλ. collagène, αγγλ. collagen] | |
| 25360 | κολλαγόνος | , ος, ο κολ-λα-γό-νος επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το κολλαγόνο: ~ος: ιστός. ~ες: ίνες. ~α: ινίδια. Βλ. -γόνος. [< αγγλ. collagenous] | |
| 25361 | κολλαγόνωση | κολ-λα-γό-νω-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. κάθε εκφυλιστική νόσος του κολλαγόνου: λύκος και άλλες ~ώσεις. [< αγγλ. collagenosis, γαλλ. collagénose] | |
| 25362 | κολλάρισμα | κολ-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. ράντισμα, συνήθ. υφάσματος ή χαρτιού, με ειδικό υγρό (κόλλα), για να σκληρύνουν οι ίνες και να γίνει λεία και πιο ανθεκτική η επιφάνεια στο σιδέρωμα: μηχανές ~ατος. Προϊόν ψεκασμού για το ~ των ρούχων. Βλ. αδιαβροχοποίηση, φιξάρισμα. 2. διαύγαση (του κρασιού και του μούστου). Βλ. απολάσπωση, ραφινάρισμα. | |
| 25363 | κολλαρισμένος | , η, ο κολ-λα-ρι-σμέ-νος επίθ.: κολλαριστός. | |
| 25364 | κολλαριστός | , ή, ό κολ-λα-ρι-στός επίθ. (προφ.) 1. (για ρούχο ή ύφασμα) που έχει ραντιστεί με κόλλα για να αποκτήσει λεία επιφάνεια κατά το σιδέρωμα· (κατ' επέκτ., για πρόσ.) που φορά καλοσιδερωμένα ρούχα, που είναι εμφανισιακά άψογος: ~ός: γιακάς. ~ό: πουκάμισο/τραπεζομάντιλο. ~ές: πετσέτες/στολές. ~ά: σεντόνια.|| (για άνδρα:) Φρεσκοξυρισμένος, παρφουμαρισμένος και ~! Πβ. ατσαλάκωτος, στην τρίχα/πένα. ΣΥΝ. κολλαρισμένος 2. (για χαρτονόμισμα) που μόλις έχει τεθεί στην κυκλοφορία, αχρησιμοποίητος: χρήμα ζεστό και ~ό! Βλ. άθικτος. | |
| 25365 | κολλάω | βλ. κολλώ | |
| 25366 | κολλεγιά | βλ. κολεγιά | |
| 25367 | κολλέγιο | βλ. κολέγιο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ