Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26100-26120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25368κολλήγαςβλ. κολίγας
25369κολληγιάβλ. κολεγιά
25370κόλλημακόλ-λη-μα ουσ. (ουδ.) {κολλήμ-ατος | -ατα} 1. (μτφ.-προφ.) προσκόλληση σε κάτι, εξάρτηση από αυτό: Έχει ~ με τη μουσική/το ποδόσφαιρο/τους υπολογιστές. Πβ. σκάλωμα. ΣΥΝ. λόξα (1), μανία (1), πάθος (2), τρέλα (3), ψύχωση (2) 2. (μτφ.-προφ.) έντονο φλερτ, καμάκι. Πβ. πέσιμο, πολιορκία. Βλ. διπλάρωμα, πλεύρισμα. 3. επικόλληση, συγκόλληση: ~ μιας σπασμένης επιφάνειας. ΑΝΤ. ξεκόλλημα 4. (μτφ.-προφ.) αδυναμία περαιτέρω κίνησης ή λειτουργίας· μπλοκάρισμα: ~ των αυτοκινήτων (= μποτιλιάρισμα).|| ~ του σιντί/του υπολογιστή. Πβ. κρασάρισμα, κρέμασμα. Βλ. κόμπιασμα.κολλήματα (τα) (αργκό): αμφιβολίες ή αναστολές: Έχει κάτι ~ ώρες ώρες ... ● ΦΡ.: τρώω/έχω φάει τρελό/μεγάλο/χοντρό/τεράστιο κόλλημα (αργκό): έχω εμμονή με κάποιον ή κάτι: Έχει φάει ~ με την πρώην του (: τη σκέφτεται συνέχεια)., τραβάω κόλλημα βλ. τραβώ [< 3: αρχ. κόλλημα]
25371κολλημένος, η, ο κολ-λη-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.-αργκό) που έχει εμμονή με κάτι ή κάποιον ή είναι προσκολλημένος σε αυτό(ν): (για πρόσ.) ~ με το ίντερνετ/τις μοτοσικλέτες/την μπάλα (πβ. τρελαμένος). Μένω ~ στο παρελθόν.|| Το μυαλό μου είναι ~ο στην εικόνα του ατυχήματος (: το σκέφτομαι συνέχεια). 2. που έχει ενωθεί με μια επιφάνεια συνήθ. με χρήση κολλητικής ουσίας: αυτοκόλλητο ~ο/αφίσα ~η (πάνω) στον τοίχο. Πβ. κολλητός.|| (μτφ.-προφ.) Με το τηλέφωνο ~ο στο αυτί (: για κάποιον που μιλά διαρκώς στο τηλέφωνο). 3. (μτφ.-προφ.) που έχει μείνει στάσιμος σε συγκεκριμένο σημείο· κατ' επέκτ. μπλοκαρισμένος: (συνήθ. για μηχανισμό) ~ο: μοτέρ/πρόγραμμα (Η/Υ).|| ~ στην κίνηση (: μποτιλιαρισμένος, σταματημένος). ● βλ. κολλώ
25372κόλλησηκόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): συνένωση (δύο) αντικειμένων ή υλικών με τη χρήση κολλητικής ουσίας· συνεκδ. (συγ)κολλητική ουσία, κόλλα: θερμή (= θερμο~)/μαλακή/σκληρή/ψυχρή ~. ~ πλακιδίων (στο δάπεδο). ~ χαρτιών. Εργαλεία/σταθμός ~ης. Επιφάνειες προς ~. ~ήσεις χαλκού. Πβ. συγ~. Βλ. αφισο~, επι~, ηλεκτρο~, θυρο~, τοιχο~.|| Στρώμα ~ης. ~ήσεις χωρίς μόλυβδο. Απλώνω την ~. Βλ. σιλικόνη. ΑΝΤ. αποκόλληση (1) [< αρχ. κόλλησις, γαλλ. soudure]
25373κολλητάρικολ-λη-τά-ρι ουσ. (ουδ.) (νεαν. αργκό): στενός φίλος, φιλαράκι. Βλ. καρντάσης.
25374κολλητήρικολ-λη-τή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ηλεκτρικό συνήθ. εργαλείο συγκόλλησης μεταλλικών εξαρτημάτων, σε σχήμα στιλό ή πιστολιού: κεραμικό ~. ~ αερίου. ~ με βιδωτή μύτη. Βάση (στήριξης) ~ιού. Βλ. θερμοκολλητικό, φλόγιστρο, -τήρι. 2. ήρωας του θεάτρου σκιών, γιος του Καραγκιόζη. 3. (μτφ.-προφ.) φορτικός άνθρωπος από τον οποίο δύσκολα μπορεί να απαλλαγεί κάποιος. ΣΥΝ. βδέλλα (2), βεντούζα (3), κολλιτσίδα (1), στενός κορσές, τσιμπούρι (2) [< πβ. μτγν. κολλητήριον ‘κολλητική ουσία’]
25375κολλητικός, ή, ό κολ-λη-τι-κός επίθ. 1. που έχει την ιδιότητα να κολλά και χρησιμοποιείται συνήθ. για την συγκόλληση, συνένωση υλικών: ~ή: επιφάνεια/μηχανή/ουσία/ταινία. ~ό: μέσο/υλικό/χαρτί. ~ές: ύλες. Βλ. αυτοκόλλητος, κολλώδης. ΑΝΤ. αντικολλητικός 2. μεταδοτικός: ~ός: ιός. ~ή: ασθένεια. ~ό: μικρόβιο. Πβ. λοιμώδης, μολυσματικός.|| (κατ' επέκτ.) Το χασμουρητό του είναι ~ό! 3. (προφ.) που αρέσει υπερβολικά και γίνεται εμμονή: ~ό: παιχνίδι/ρεφρέν. ~ά: τραγούδια. Βλ. πιασάρικος. ● Ουσ.: κολλητικό (το): (συγ)κολλητική ουσία, κόλλα: Πβ. κόλληση. [< αρχ. κολλητικός]
25376κολλητικότητακολ-λη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα της κολλητικής ουσίας: (για υλικά:) ταινία υψηλής ~ας. Αύξηση/μείωση της ~ας. Ρητίνη χαμηλού βαθμού ~ας. 2. (προφ., για νόσο) μεταδοτικότητα. Βλ. -ότητα.
25377κολλητιλίκικολ-λη-τι-λί-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (νεαν. αργκό-αρνητ. συνυποδ.): στενή φιλική σχέση: Κομμένα τα ~ια μαζί του! Βλ. -ιλίκι.
25378κολλητός, ή, ό κολ-λη-τός επίθ. 1. κολλημένος (σε επιφάνεια) ή συγκολλημένος με κολλητική ουσία (κόλλα): ~ό: δάπεδο/παρκέ/πάτωμα (: με τσιμεντοκονία· βλ. καρφωτός).|| ~ά και ραμμένα βιβλία/μπλοκ. 2. (για ενδύματα) εφαρμοστός: ~ό: μπλουζάκι/τζιν. Πβ. κολάν, στενός, στρετς. Βλ. λίκρα.|| (ως ουσ.) Της αρέσουν τα (πολύ) ~ά (ενν. ρούχα). 3. εγκάρδιος, επιστήθιος: ~οί: φίλοι (= στενοί). Πβ. κολλητάρι.|| (κατ' επέκτ.) Κάνουν ~ή παρέα. 4. εφαπτόμενος: (σε ηλεκτρική κιθάρα:) ~ό: μπράτσο. Χέρια ~ά στο σώμα.|| Τραπέζια (τοποθετημένα) ~ά το ένα στο/με το άλλο. Πβ. διπλανός, κοντινός. ● επίρρ.: κολλητά: για κάτι που συμβαίνει αμέσως μετά από κάτι άλλο ή εφάπτεται με κάτι: Ήρθε και δεύτερη αποτυχία ~ στην πρώτη. Πβ. απανωτά, καπάκι. [< αρχ. κολλητός, μεσν. κολλητός]
25379κολλητός, κολλητήκολ-λη-τός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (νεαν. αργκό): καρδιακός, επιστήθιος φίλος: Είναι ~ με ... Βγήκε με τους ~ούς του. Έχουν γίνει ~ές (= αχώριστες). Πβ. αυτοκόλλητος, κολλητάρι. Βλ. καρντάσης.
25380κολλιτσίδακολ-λι-τσί-δα ουσ. (θηλ.) & κολιτσίδα & κολλητσίδα 1. (μτφ.) φορτικό άτομο από το οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να απαλλαγεί, ενοχλητικός, επίμονος: Μου έχει γίνει ~! ΣΥΝ. βδέλλα (2), βεντούζα (3), κολλητήρι (3), στενός κορσές, τσιμπούρι (2) 2. ΒΟΤ. αναρριχώμενο ή έρπον φυτό (επιστ. ονομασ. Gallium spurium), ζιζάνιο, με κολλώδη υφή, λογχοειδές φύλλωμα με αγκάθια και μικρά λευκά άνθη. ΣΥΝ. ξάνθιο [< μεσν. κολλητσίδα]
25381κολλοειδής, ής, ές κολ-λο-ει-δής επίθ. 1. ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα κολλοειδή: ~ής: ουσία. ~ές: αιώρημα. ~είς: διασπορές/ενώσεις. ~ή: διαλύματα/συστήματα. 2. ΙΑΤΡ. που έχει κολλώδη υφή: ~είς: όζοι. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: κολλοειδές (το): ΧΗΜ. μείγμα που περιέχει μικροσκοπικά σωματίδια μιας χημικής ουσίας ομοιόμορφα διασκορπισμένα μέσα σε μια άλλη. [< γαλλ. colloïdal, αγγλ. colloidal]
25382κόλλυβακόλ-λυ-βα ουσ. (ουδ.) (τα): βρασμένο σιτάρι με αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες και ρόδι, επικαλυμμένο με ζάχαρη άχνη, που μοιράζεται μετά την επιμνημόσυνη δέηση στη μνήμη του νεκρού: δίσκος με ~. ● ΦΡ.: θα φάμε κόλλυβα: για περιπτώσεις όπου αναμένεται ο θάνατος κάποιου., με ξένα κόλλυβα (μτφ.): σε περιπτώσεις όπου κάποιος οικειοποιείται ή χρησιμοποιεί κάτι που δεν είναι δικό του: παροχές ~ ~. Κάνει κηδεία/μνημόσυνο με ~ ~. Κερνάει ~ ~ (: με χρήματα άλλων). [< μεσν. κόλλυβα]
25383κολλυβογράμματακολ-λυ-βο-γράμ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) & κολυβογράμματα 1. ελάχιστες γραμματικές γνώσεις: Κατάφερε να μάθει λίγα ~. 2. (μειωτ.) δυσανάγνωστος γραφικός χαρακτήρας: Δεν διαβάζονται αυτά τα ~! Βλ. κορακίστικα. ΣΥΝ. ορνιθοσκαλίσματα [< μεσν. κολλυβογράμματα]
25384κολλύριοκολ-λύ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο σε υγρή μορφή που ενσταλάζεται στο εσωτερικό του οφθαλμού: αναισθητικό/αντιβιοτικό/αντισηπτικό/αντιφλεγμονώδες ~. Βάζω/ρίχνω ~. Πβ. σταγόνες.|| (ως επίθ.) ~ διάλυμα. [< μτγν. κολλύριον, αγγλ. collyrium, γαλλ. collyre]
25385κολλώ[κολλῶ] κολ-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κολλ-ά κ. -άει ...| κόλλ-ησα, -ιέται, -ιούνται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & κολλάω 1. ενώνω κάτι ή ενώνομαι με κάτι άλλο συνήθ. με ειδική ουσία ή κατάλληλη μέθοδο, τεχνική, τρόπο: ~ το γραμματόσημο στο φάκελο. ~ τα σπασμένα κομμάτια/δύο φύλλα χαρτί. ~ με ηλεκτροκόλληση/κόλλα (πβ. συγ~)/σελοτέιπ. ~ησαν αφίσες/ζωγραφιές στον τοίχο. Τα ~ησες στραβά! ~ησε μια ετικέτα σε κάθε δοχείο (πβ. επι~). Ζελέ που δεν ~άει τα μαλλιά. Επίδεσμος που ~άει από μόνος του (= αυτοκόλλητος). ~ησε άμμος/λάσπη πάνω στα παπούτσια. Ανακατεύουμε συνεχώς το φαγητό, για να μην ~ήσει (ενν. στο μαγειρικό σκεύος). Η κατσαρόλα αυτή δεν ~άει (: είναι αντικολλητική). Η ζύμη ~άει στα δάχτυλά μου.|| (μτφ.-προφ.) ~ ολόκληρος από τον ιδρώτα. ~άνε τα χέρια μου. ~ησε η γλώσσα μου (: στέγνωσε, χρειάζεται να πιω κάτι). Το φορτηγό ~ησε από πίσω μας (: βρίσκεται πολύ κοντά ή ακουμπά το αυτοκίνητό μας). ~ησε (= αγκιστρώθηκε) πάνω του από τον φόβο. Στο τέλος του κειμένου ~ησα (= πρόσθεσα) μια παράγραφο. Βλ. προσ~. ΑΝΤ. ξεκολλώ (1) 2. (κυρ. για ασθένεια) μεταδίδω ή μεταδίδομαι: ~ησα γρίπη/έναν ιό. ~ησε έιτζ. Φύγε από κοντά μου μη με ~ήσεις! Η αρρώστια αυτή (δεν) ~άει με σωματική επαφή.|| ~ησε ψείρες.|| (μτφ.) ~ησε το μικρόβιο της μουσικής από τον πατέρα του. ΣΥΝ. αρπάζω (4) 3. (μτφ.-προφ.) για κάποιον ή κάτι που μου γίνεται εμμονή, με καθηλώνει, μου αρέσει υπερβολικά: ~άει στα ίδια και τα ίδια/στο παρελθόν. Μην ~άς (= στέκεσαι) σε άχρηστες λεπτομέρειες/στους τύπους. Μου ~ησε ένα τραγούδι. Μου ~ησε η ιδέα (= μου καρφώθηκε) ότι κάπου τον έχω ξαναδεί. ~ησα με το παιχνίδι/στην τηλεόραση/στον υπολογιστή (= απορροφήθηκα). ~άει το βλέμμα μου σε κάτι. Με το που το είδα, ~ησα (πβ. έμεινα, έπαθα)!|| (για πρόσ.) Έχει ~ήσει μαζί της/του. Μόλις την είδε αυτό ήταν, ~ησε (: την ερωτεύτηκε). 4. (μτφ.) αδυνατώ να προχωρήσω ή να λειτουργήσω περαιτέρω· μένω στάσιμος: Το αυτοκίνητο ~ησε στο χιόνι. ~ήσαμε στην κίνηση. ~ησε (= σφήνωσε) η πόρτα. Το θέμα έχει ~ήσει (= βαλτώσει) στα γραφειοκρατικά. Η ομάδα εδώ και καιρό έχει ~ήσει στους είκοσι βαθμούς. Το ποντίκι/σιντί πλέιερ ~άει (πβ. κρεμάει). Πβ. ακινητοποιούμαι, κομπλάρω, σκαλώνω. 5. (μτφ.) πιέζω, ενοχλώ κάποιον, γίνομαι φορτικός: Σταμάτα να του ~άς! Μη μου ~άς (: μη με προκαλείς, τσιγκλάς)! Της ~άει όλη την ώρα (: την πειράζει ή τη φλερτάρει· βλ. παρενοχλώ). Μας έχει ~ήσει σαν βδέλλα/τσιμπούρι. Βλ. προσεγγίζω, προσκολλώμαι. 6. (μτφ.-προφ.) ταιριάζω: Ο χαρακτηρισμός αυτός ~άει περισσότερο σε σένα. ~ήσαμε αμέσως μαζί (= τα βρήκαμε). ● ΦΡ.: (αυτό) δεν κολλάει/πού κολλάει;: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν έχει σχέση, συνήθ. με ό,τι προηγήθηκε: Αυτό που λες δεν κολλάει (= δένει) με τη συζήτηση. Κάτι δεν κολλάει στην υπόθεση, δεν νομίζεις; Πού κολλάει πάλι αυτό;, δεν μου κολλάει ύπνος: δυσκολεύομαι, δεν μπορώ να κοιμηθώ., κόλλα το/κόλλα πέντε!: (ενν. χτύπα την παλάμη του χεριού σου στη δική μου) ως έκφραση ενθουσιασμού, θαυμασμού ή συμφωνίας., κολλάω (τα) ένσημα (κάποιου): (για εργοδότη) καταβάλλω στο οικείο ασφαλιστικό ταμείο τις εισφορές εργαζομένου., το μυαλό μου κολλάει & κολλάω (προφ.): δεν μπορώ να σκεφτώ, μπλοκάρω: Κοίτα που ~ησε το ~ μου και δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά του. Τώρα ~ησα, τι ήθελα να πω; ΣΥΝ. βραχυκυκλώνω (3), (κολλάω) σαν τη μύγα (μες) στο μέλι βλ. μύγα, κόλλησε η βελόνα βλ. βελόνα, κολλώ κάποιον στον τοίχο βλ. τοίχος, μπρίκια κολλάμε (τώρα); βλ. μπρίκι1, στη βράση κολλάει το σίδερο βλ. βράση ● βλ. κολλημένος [< αρχ. κολλῶ, γαλλ. coller]
25386κολλώδης, ης, ες κολ-λώ-δης επίθ. {κολλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (συνήθ. επιστ.): που έχει την υφή της κόλλας, που κολλά: ~ης: επιφάνεια/ουσία (βλ. κόμμι)/σύσταση. ~ες: έκκριμα/υγρό/χαρτί. Πβ. ιξώδης. Βλ. γλοιώδης.|| (ΒΙΟΛ.) ~η: άκρα (DNA). Βλ. -ώδης. [< αρχ. κολλώδης, γαλλ. collant, gluant]
25387κολοβακτηρίδιοκο-λο-βα-κτη-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. εντεροβακτήριο (επιστ. ονομασ. Escherichia coli) του ανθρώπου και ορισμένων ζώων, που ανήκει στα κολοβακτηριοειδή και, ενώ τα περισσότερα στελέχη του είναι αβλαβή, oρισμένα μπορούν να προκαλέσουν λοιμώξεις: κολπίτιδα/ουρολοίμωξη από ~α. Υψηλές τιμές ~ίων στις θάλασσες/στο πόσιμο νερό (από απόβλητα). Βλ. εντερόκοκκος, κλωστηρίδιο, σαλμονέλα, σταφυλόκοκκος, ψευδομονάδα. [< γερμ. Kolibakterie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.