Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26120-26140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25388κολοβακτηριοειδή[κολοβακτηριοειδῆ] κο-λο-βα-κτη-ρι-ο-ει-δή ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. εντεροβακτήρια των οποίων oι συγκεντρώσεις στο πόσιμο νερό και τα τρόφιμα χρησιμοποιούνται ως δείκτες για την ύπαρξη παθογόνων μικροοργανισμών: ολικά ~. ~ κοπράνων. Βλ. κολοβακτηρίδιο. [< αγγλ. coliforms, 1906, γαλλ. coliformes, 1946]
25389κολοβός, ή, ό κο-λο-βός επίθ. (λαϊκό) 1. που έχει κομμένη ουρά: ~ή: αλεπού/γάτα. Βλ. κόλουρος. 2. (μτφ.-προφ.) ελλιπής, ανολοκλήρωτος: ~ό: έργο/νομοσχέδιο. ~ές: αυξήσεις (σε μισθούς). Πβ. λειψός, μισερός, μισός. Βλ. ακέφαλος. ● ΦΡ.: φίδι κολοβό (μτφ.-μειωτ.): ύπουλος, καταχθόνιος άνθρωπος: Πού να ήξερε τι ~ ~ έκρυβε στο σπίτι του/έτρεφε στον κόρφο του! Πβ. νυφίτσα, οχιά. [< αρχ. κολοβός]
25390κολόβωμακο-λό-βω-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) κολόβωση (η): ΙΑΤΡ. ακρωτηριασμός· συνεκδ. τμήμα μέλους ή οργάνου που απομένει: γαστρικό/ηπατικό/κολπικό/οδοντικό/οφθαλμικό ~. ~ ομφάλιου λώρου/στομάχου. [< αρχ. κολόβωμα, κολόβωσις, αγγλ. coloboma]
25391κολοβώνωκο-λο-βώ-νω ρ. (μτβ.) {κολόβω-σα, κολοβώ-θηκε, -μένος} (λαϊκό) 1. ακρωτηριάζω: (μτφ.) Δικαιώματα που έχουν ~θεί. ~μένες: αρμοδιότητες. Πβ. κουτσουρεύω, πετσοκόβω. 2. κόβω την ουρά (ζώου): ~μένη: αλεπού. [< αρχ. κολοβῶ, μεσν. κολοβώνω]
25392κολοκοτρωναίικος, η, ο κο-λο-κο-τρω-ναί-ι-κος επίθ. & κολοκοτρωνέικος: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τον ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη: ~ος: σουγιάς (: με ξύλινη λαβή και καμπυλωτή πτυσσόμενη λεπίδα).
25393κολοκύθακο-λο-κύ-θα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία της κολοκυθιάς (επιστ. ονομασ. Cucurbita maxima), με μακρόστενο και ογκώδη καρπό, ο οποίος έχει κοκκινωπή σάρκα που περιέχει σπόρους και χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική· συνεκδ. ο ίδιος ο καρπός: κίτρινη/πορτοκαλί ~. Γλυκιά/τριμμένη ~. Σούπα ~ας (= κολοκυθόσουπα). Πίτα ~ας (= κολοκυθόπιτα). Σπόροι ~ας (= κολοκυθόσποροι). Πβ. κολοκύθι, νερο~.|| ~-φαναράκι. [< μεσν. κολοκύθα]
25394κολοκυθάκικο-λο-κυ-θά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. μικρό κολοκύθι: στρογγυλά ~ια. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια βραστά/γεμιστά (με ρύζι και κιμά)/τηγανητά. ~ια κομμένα (σε λωρίδες/ροδέλες/φέτες)/τριμμένα. Κρέας με ~ια. [< πβ. γαλλ. courgette, 1929]
25395κολοκύθαςκο-λο-κύ-θας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): χαζός, ανόητος άνδρας.
25396κολοκυθένιος, ια, ιο κο-λο-κυ-θέ-νιος επίθ. (σπάν.): παρασκευασμένος από κολοκύθι. Βλ. -ένιος. ● Ουσ.: κολοκυθένια (η): ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακή κολοκυθόπιτα της Κιμώλου.
25397κολοκύθικο-λο-κύ-θι ουσ. (ουδ.) {κολοκυθ-ιού} BOT. 1. ο εδώδιμος, στενόμακρος, πράσινος καρπός της κοινής κολοκυθιάς (επιστ. ονομασ. Cucurbita pepo): άνθη (= κολοκυθοανθοί)/σπόροι ~ιού (= κολοκυθόσποροι).|| (ΜΑΓΕΙΡ.-ΖΑΧΑΡ.) Ξυσμένο/τριμμένο ~. ~ια γεμιστά (: με ρύζι και κιμά). Βράζω/καθαρίζω/τηγανίζω τα ~ια. Γλυκό κουταλιού ~. 2. ο καρπός της κολοκύθας: (ΜΑΓΕΙΡ.) κίτρινο ~ τριμμένο. ● ΦΡ.: κολοκύθια (με τη ρίγανη/στο πάτερο/τούμπανα)! (ειρων.): ανοησίες: Αυτά που μου λες είναι ~ (~)! [< μεσν. κολοκύθι < μτγν. κολοκύνθιον]
25398κολοκυθιάκο-λο-κυ-θιά ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. αγγειόσπερμο, αναρριχητικό φυτό (επιστ. ονομασ. Cucurbita L.) με έλικες, παλαμοειδή φύλλα, μεγάλα κίτρινα άνθη και εδώδιμους, μακρόστενους συνήθ. πρασινωπούς καρπούς: ~ η κοινή. Ανθοί ~ιάς (= κολοκυθοανθοί). ΣΥΝ. κολοκύνθη 2. (παλαιότ.) ομαδικό παιδικό παιχνίδι στο οποίο ο παίκτης που θα ακούσει ερώτηση στην οποία να αναφέρεται ο αριθμός του, θα πρέπει να απαντήσει και να πει τον αριθμό ενός άλλου παίκτη. Βλ. αγαλματάκια, κρυφτό, μήλα. ● ΦΡ.: παίζουμε την κολοκυθιά (μτφ.-ειρων.): για να δηλωθεί δυσαρέσκεια, όταν λέμε (ή κάνουμε) τα ίδια και τα ίδια, συζητάμε χωρίς να καταλήγουμε πουθενά: Οι αρμόδιοι παίζουν την ~ με το πρόβλημα (= ρίχνουν το μπαλάκι ο ένας στον άλλο). Την ~ θα παίξουμε τώρα; [< μεσν. κολοκυθέα]
25399κολοκυθοανθοίκο-λο-κυ-θο-αν-θοί ουσ. (αρσ.) & κολοκυθανθοί (οι): ΒΟΤ. -ΜΑΓΕΙΡ. κολοκυθοκορφάδες.
25400κολοκυθοκεφτέςκο-λο-κυ-θο-κε-φτές ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΑΓΕΙΡ. τηγανητός κεφτές, χωρίς κιμά, με βασικό συστατικό τριμμένα κολοκύθια, ο οποίος τρώγεται κυρ. ως ορεκτικό: ~έδες με τυρί. Βλ. -κεφτές.
25401κολοκυθοκορφάδεςκο-λο-κυ-θο-κορ-φά-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΟΤ. -ΜΑΓΕΙΡ. ανθός του κολοκυθιού· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο λαδερό φαγητό: ~ γεμιστές. ~ με ρύζι και κιμά/με φέτα. ΣΥΝ. κολοκυθοανθοί, κορφάδες (1)
25402κολοκυθόπιτακο-λο-κυ-θό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. γλυκιά ή αλμυρή πίτα με βασικό συστατικό την κολοκύθα ή τα κολοκύθια αντίστοιχα: παραδοσιακή/στριφτή ~. ~ χωρίς φύλλο. Βλ. -πιτα. ● ΦΡ.: περί ορέξεως (ουδείς λόγος/κολοκυθόπιτα) βλ. όρεξη
25403κολοκυθόσουπακο-λο-κυ-θό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα που παρασκευάζεται με κολοκύθι ή κολοκύθα. Βλ. -σουπα.
25404κολοκυθόσποροςκο-λο-κυ-θό-σπο-ρος ουσ. (αρσ.): σπόρος της κολοκύθας ο οποίος αλατισμένος και καβουρδισμένος τρώγεται ως ξηρός καρπός (πασατέμπος): ψημένοι/ωμοί ~οι. Βλ. ηλιόσπορος. [< γαλλ. graine de courge]
25405κολοκύνθηκο-λο-κύν-θη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΒΟΤ. κολοκυθιά. [< αρχ. κολοκύνθη]
25406κολομβιανός, ή, ό κο-λομ-βι-α-νός επίθ.: που σχετίζεται με την Κολομβία ή/και τους Κολομβιανούς: ~ός: καφές. [< γαλλ. colombien]
25407κολομπαράςβλ. κωλομπαράς

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.