| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25408 | κολομπίνα | κο-λο-μπί-να ουσ. (θηλ.) 1. ΘΕΑΤΡ. ο χαρακτήρας της σουμπρέτας στην κομέντια ντελ άρτε: αρλεκίνος και ~. 2. (συνεκδ.-παλαιότ.) το αντίστοιχο αποκριάτικο ένδυμα και η γυναίκα που το φορά: μάσκα/στολή ~ας. ~ες και πιερότοι. Ντύθηκε ~. 3. ΖΑΧΑΡ. κερκυραϊκό πασχαλινό τσουρέκι σε σχήμα περιστεριού. [< ιταλ. colombina, γαλλ. colombine] | |
| 25409 | κόλον | κό-λον ουσ. (ουδ.) & κώλο(ν): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το τμήμα του παχέος εντέρου που εκτείνεται από το τυφλό ως το ορθό: εγκάρσιο/κατιόν/σιγμοειδές ~. Βλ. απευθυσμένο. ● ΣΥΜΠΛ.: ανιόν (κόλον) βλ. ανιών [< αρχ. κόλον, γαλλ. côlon, αγγλ. colon] | |
| 25410 | κολόνα | κο-λό-να ουσ. (θηλ.) 1. κατακόρυφο, κυλινδρικό ή ορθογώνιο δομικό στοιχείο στήριξης· κατ' επέκτ. οτιδήποτε έχει επίμηκες και συνήθ. κυλινδρικό σχήμα: ξύλινη/πέτρινη/τσιμεντένια ~. ~ της ΔEH (βλ. πυλώνας)/του ΟΤΕ. Μαρμάρινες ~ες. Το αυτοκίνητο έπεσε πάνω/προσέκρουσε σε ~. Πβ. στύλος.|| (ΑΡΧΙΤ., συνήθ. στον πληθ.) Οι ~ες του κτιρίου. ~ες και δοκοί. ΣΥΝ. υποστύλωμα.|| (στο αυτοκίνητο:) Η ~ του τιμονιού. Οι μπροστινές/πίσω ~ες (του αμαξώματος).|| ~ πάγου (= παγο~).|| (μτφ.) ~ (= στήλη) καπνού. 2. (προφ.) κίονας: αρχαίες/δωρικές/ιωνικές ~ες. ● Υποκ.: κολονίτσα (η) ● ΦΡ.: η κολόνα/ο στύλος του σπιτιού (μτφ.): το στήριγμα της οικογένειας, συνήθ. παλαιότ. για τον άνδρα. Βλ. κουβαλητής. [< μεσν. κολόνα < ιταλ. colonna] | |
| 25411 | κολονάκι | κο-λο-νά-κι ουσ. (ουδ.) {κυρ. στον πληθ.} (υποκ.): μικρή κολόνα· συνήθ. καθεμία από αυτές που τοποθετούνται κατά μήκος του δρόμου ως οδοδείκτες ή κατά μήκος πεζοδρομίου ή γύρω από πλατεία, για να αποτραπεί η στάθμευση ή η είσοδος οχημάτων: εύκαμπτα/πλαστικά/τσιμεντένια ~ια. ~ια σήμανσης (πβ. κορύνα, κώνος). Βυθιζόμενα ~ια (ΑΝΤ. ανυψούμενος). ΣΥΝ. κορύνα (3) | |
| 25412 | κολονάτος | , η, ο [κολονᾶτος] κο-λο-νά-τος επίθ.: για αντικείμενο, συνήθ. ποτήρι, με λεπτό και ψηλό πόδι. Βλ. -άτος. | |
| 25413 | κολονέλος | κο-λο-νέ-λος ουσ. (αρσ.) (ειρων.): συνταγματάρχης. [< μεσν. κολονέλος < ιταλ. colonnello] | |
| 25414 | κολόνια | κο-λό-νια ουσ. (θηλ.) & κολώνια: αρωματικό υγρό που παρασκευάζεται από αποσταγμένα αιθέρια έλαια και οινόπνευμα· συνεκδ. το μπουκαλάκι που το περιέχει: δροσερή ~. Ανδρική/γυναικεία/παιδική ~. ~ σε σπρέι. ~ και αποσμητικό. Βάζω ~. Τι ~ φοράς (= ποια μάρκα); Μυρίζει ~. Βλ. πατσουλί. ΣΥΝ. άρωμα (2) [< ιταλ. colonia, γαλλ. (eau de) Cologne] | |
| 25415 | κολονοσκόπηση | κο-λο-νο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & κωλονοσκόπηση & κολοσκόπηση: ΙΑΤΡ. ενδοσκόπηση του παχέος εντέρου: αξονική/εικονική/ολική ~. Υποβλήθηκε σε ~. Βλ. βαριούχος υποκλυσμός, -σκόπηση. [< αγγλ. colonoscopy, 1926, γαλλ.-ιταλ. coloscopie, περ. 1970, ιταλ. colo(n)scopia, 1986] | |
| 25416 | κολονοσκόπιο | κο-λο-νο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) κωλονοσκόπιο: ΙΑΤΡ. ειδικό ενδοσκόπιο με το οποίο γίνεται κολονοσκόπηση. Βλ. -σκόπιο. [< αγγλ. colonoscope, γαλλ. coloscope, περ. 1970] | |
| 25417 | κολορατούρα | κο-λο-ρα-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. (στην όπερα) περίτεχνο πέρασμα με φωνητικές ακροβασίες και χρωματισμούς· το αντίστοιχο μουσικό κομμάτι: δυναμικές κορόνες και πολύπλοκες ~ες. Βλ. λαρυγγισμός, ποίκιλμα, τρίλια1.|| (ως επίθ.) ~ σοπράνο/υψίφωνος (: που έχει αυτή την ικανότητα). [< ιταλ. coloratura, γαλλ. colorature, περ. 1950] | |
| 25418 | κολορίστας | κο-λο-ρί-στας ουσ. (αρσ.) 1. ζωγράφος που βασίζεται στη χρήση και τον συνδυασμό των χρωμάτων. Βλ. -ίστας. 2. & κολορίστ: (σε κομμωτήριο) ειδικός στη βαφή μαλλιών. [< γαλλ. coloriste] | |
| 25419 | κολοσκόπηση | βλ. κολονοσκόπηση | |
| 25420 | κολοσσιαίος | , α, ο [κολοσσιαῖος] κο-λοσ-σι-αί-ος επίθ. (εμφατ.): πάρα πολύ μεγάλος: ~ο: άγαλμα. Κτίριο ~ων διαστάσεων.|| (μτφ.) ~ος: (κατασκευαστικός) όμιλος. ~α: επιχείρηση/περιουσία/προσπάθεια (= τιτάνια). ~ο: επίτευγμα/έργο/λάθος/ποσό/πρόγραμμα (ανάπτυξης). ~α: κέρδη. Βλ. -ιαίος. ΣΥΝ. γιγάντιος (2), πελώριος, τεράστιος, τιτάνιος [< μτγν. κολοσσιαῖος, γαλλ.-αγγλ. colossal, ιταλ. colossale] | |
| 25421 | κολοσσός | κο-λοσ-σός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) επιχείρηση με πολύ μεγάλη ισχύ: βιομηχανικός/ενεργειακός/επιχειρηματικός/πετρελαϊκός/πολυεθνικός/τηλεοπτικός ~. Οι (ευρωπαϊκοί/ξένοι/παγκόσμιοι) τραπεζικοί ~οί. Συγχωνεύσεις οικονομικών ~ών. Ξενοδοχείο/όμιλος-~. Πβ. γίγαντας, μαμούθ, μεγαθήριο. 2. (μτφ.) πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από μια ιδιότητα σε πολύ υψηλό βαθμό: ~ της επιστήμης/λογοτεχνίας/τέχνης. ΑΝΤ. νάνος (4) 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. (κ. με κεφαλ. Κ) ανδριάντας πελώριων διαστάσεων: ο ~ της Ρόδου (: γιγάντιο χάλκινο άγαλμα του θεού Ήλιου, που θεωρείται ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου). [< 1,2,3: γαλλ. colosse, αγγλ. colossus 3: αρχ. κολοσσός] | |
| 25422 | κολοστομία | κο-λο-στο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εγχείρηση κατά την οποία αφαιρείται το πάσχον τμήμα παχέος εντέρου, ενώ το υγιές οδηγείται σε τεχνητό άνοιγμα στην κοιλιακή χώρα, συνήθ. κάτω από τον ομφαλό. Πβ. κολεκτομή. Βλ. ειλεο-, ουρητηρο-στομία, παρά φύση έδρα. [< γαλλ. colostomie, αγγλ. colostomy] | |
| 25423 | κολούμπρα | κο-λού-μπρα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: παθαίνω κολούμπρα (προφ.): αισθάνομαι έκπληξη, δυσάρεστη ή ευχάριστη. ΣΥΝ. παθαίνω πλάκα, παθαίνω σοκ (2) [< θηλ. του ιταλ. colubro ‘φίδι’] | |
| 25424 | κόλουρος | , η, ο κό-λου-ρος επίθ. 1. ΓΕΩΜ. σχήμα που προκύπτει από επίπεδη τομή, η οποία τέμνει την κορυφή του παράλληλα προς τη βάση του: ~ος: κώνος. ~η: πυραμίδα. 2. (σπάν.) κολοβός. [< μτγν. κόλουρος ‘που έχει κομμένη ουρά’] | |
| 25425 | κολοφώνας | κο-λο-φώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) ύψιστο, ανώτατο σημείο· αποκορύφωμα: Βρίσκεται/έχει φτάσει στον ~α της δόξας/της καριέρας του. ΣΥΝ. απόγειο, ζενίθ, κορύφωμα. Πβ. κορύφωση, μεσουράνημα.|| Βιβλίο που αποτελεί τον ~α του έργου του. ΣΥΝ. κορωνίδα. 2. ΤΥΠΟΓΡ. σύντομο υπόμνημα σε μορφή στήλης στην τελευταία σελίδα βιβλίου που περιέχει πληροφορίες σχετικές με την έκδοση (στοιχειοθέτηση, σελιδοποίηση, μοντάζ, αριθμός αντιτύπων, εκδότης). Βλ. προμετωπίδα. [< 1: αρχ. κολοφών 2: αγγλ.-γαλλ. colophon] | |
| 25426 | κολοφώνιο | κο-λο-φώ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. στερεό παράγωγο της ρητίνης, το οποίο προκύπτει με τη διαδικασία της απόσταξης: ~ ξύλου. Έλαια/εστέρες ~ίου. Βλ. νέφτι. [< αρχ. κολοφωνία (ενν. ῥητίνη), γαλλ. colophane, αγγλ. colophony] | |
| 25427 | κολπατζής | κολ-πα-τζής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. κολπατζού} & κολπαδόρος (προφ.): πρόσωπο που συνηθίζει να κάνει κόλπα, για να ξεγελά τους άλλους: απατεώνας και ~. Πβ. πλακατζής, φαρσέρ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ