| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25428 | κολπικός | , ή, ό κολ-πι-κός επίθ. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. 1. που έχει σχέση με τον γυναικείο κόλπο: ~ός: οργασμός/τοκετός (= φυσιολογικός). ~ή: αιμορραγία/εξέταση/κρέμα/υστερεκτομή. ~ό: διάφραγμα/τοίχωμα/υπερηχογράφημα. ~ά: υγρά/υπόθετα. Βλ. ορθο~. 2. που αναφέρεται στους κόλπους της καρδιάς: ~ός: πτερυγισμός. ~ή: συστολή. Βλ. μεσο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κολπική μαρμαρυγή βλ. μαρμαρυγή [< μτγν. κολπικός 1: γαλλ. vaginal 2: αγγλ. atrial] | |
| 25429 | κολπίτιδα | κολ-πί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του γυναικείου κόλπου: (αν)αερόβια/ατροφική/βακτηριδιακή/μικροβιακή/μυκητιασική/τριχομοναδική ~. Υποτροπιάζουσες ~ες. ~ες και ουρολοιμώξεις/τραχηλίτιδες. Πβ. αιδοιο~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. vaginite] | |
| 25430 | κόλπο | κόλ-πο ουσ. (ουδ.) 1. κάθε έξυπνος και πρωτότυπος συνήθ. τρόπος, για να επιτευχθεί κάτι, να χειριστεί κάποιος μια κατάσταση ή να διασκεδάσει, να εντυπωσιάσει· ειδικότ. οργανωμένη προσπάθεια, σχέδιο εξαπάτησης: αποτελεσματικό/διαφημιστικό/εμπορικό/επικοινωνιακό/μαγικό/πολιτικό/προεκλογικό ~. Τα ~α του κλόουν/του ταχυδακτυλουργού. Έκανε/σκάρωσε/σκέφτηκε ένα ~. Το μάθαμε το ~, δεν μας ξεγελάς. Το ~ δούλεψε/έπιασε (= πέτυχε). Πβ. παιχνίδι, τέχνασμα, τρικ.|| Του έκλεψαν τα λεφτά με ~. Πβ. μπλόφα. 2. (σε ορισμένα χαρτοπαίγνια) παρτίδα. ● κόλπα (τα): επιδέξιοι χειρισμοί: τα ~ της δουλειάς/του επαγγέλματος (πβ. μυστικά).|| Φακίρικα ~. Κατάφερε με ~ και τερτίπια να τον πείσει. Άσε τα ~ (: κατεργαριές, νάζια, πονηριές). Δεν θα πετύχεις τίποτα με τα ~ σου. Τι ~ είναι αυτά; ● Υποκ.: κολπάκι1 (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κόλπο γκρόσο (προφ.) 1. (συνήθ. σε δημοφιλή ομαδικά αθλήματα) μεγάλη συμφωνία, που κλείνεται με αποφασιστικότητα και ταχύτητα, δίνοντας στον εμπνευστή της συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των ανταγωνιστών του: (Έκανε το) ~ ~ με την απόκτηση του ... (ενν. σπουδαίου αθλητή). Πβ. τινάζω την μπάνκα στον αέρα. 2. μεγάλη απάτη, κομπίνα: Στο φως το ~ ~ της εταιρείας. Πβ. λαμογιά. ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι (μέσα) στο κόλπο (προφ.): κάνω κάποιον συμμέτοχο σε απάτη· συμμετέχω ο ίδιος σε οργανωμένη, συνήθ. παράνομη, ενέργεια. Πβ. βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι., μου κάνει κόλπα/τσαχπινιές (προφ.): με παιδεύει, με ταλαιπωρεί: Το έχεις κακομάθει το μωρό και σου ~ κόλπα με το φαγητό.|| Το κινητό ~ ~. [< μεσν. κόλπον] | |
| 25431 | κολποειδή | [κολποειδῆ] κολ-πο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΙΑΤΡ. φλεβίδια παρόμοια σε μέγεθος με τα τριχοειδή, αλλά ακανόνιστα σε σχήμα και χωρίς συνεχή ενδοθηλιακή επένδυση: ηπατικά ~. [< μτγν. κολποειδής 'που μοιάζει με θαλάσσιο κόλπο', αγγλ. sinusoids] | |
| 25432 | κολποκοιλιακός | , ή, ό κολ-πο-κοι-λι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με τους κόλπους και τις κοιλίες της καρδιάς: ~ός: διαχωρισμός/κόμβος/συγχρονισμός. ~ή: βαλβίδα/ταχυκαρδία. Βλ. ενδο-, μεσο-κοιλιακός. ● ΣΥΜΠΛ.: κολποκοιλιακός αποκλεισμός: η επιβράδυνση ή και πλήρης αδυναμία μετάδοσης του ερεθίσματος από τους καρδιακούς κόλπους στις κοιλίες. [< γαλλ. atrioventriculaire] | |
| 25433 | κόλπος1 | κόλ-πος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. φυσική κυρ. κοιλότητα της ξηράς μέσα στην οποία εισχωρεί η θάλασσα: απάνεμος/γραφικός/κλειστός/φυσικός ~. Οι ακτές/οι παραλίες ενός ~ου. Σχηματίζεται ~. Πβ. όρμος, φιορδ. Βλ. ποταμόκολπος.|| (ΓΕΩΓΡ.) Ο Αμβρακικός/ο Θερμαϊκός/ο Σαρωνικός ~. Ο Περσικός ~. Το ρεύμα του ~ου (του Μεξικού). 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. σωληνοειδές όργανο του γυναικείου γεννητικού συστήματος μεταξύ αιδοίου και τραχήλου· κατ΄επέκτ. το αντίστοιχο όργανο των θηλυκών θηλαστικών (και ορισμένων ασπόνδυλων): ο βλεννογόνος/η είσοδος/οι θόλοι/τα τοιχώματα/η φυσιολογική χλωρίδα του ~ου. Τα υγρά του ~ου (= κολπικά). Φλεγμονή του ~ου (= κολπίτιδα). Μόλυνση/ξηρότητα/χαλάρωση του ~ου. ΣΥΝ. κολεός (3) 3. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. καθεμία από τις δύο άνω κοιλότητες της καρδιάς, οι οποίες αποτελούν χώρους συγκέντρωσης του αίματος και διοχέτευσής του στις κοιλίες· γενικότ. κοιλότητα οστού, οργάνου ή φλεβική δίοδος: αριστερός/δεξιός ~. Το μυοκάρδιο των ~ων. Σύσπαση/συστολή των ~ων. Βλ. ενδοκάρδιο.|| Αορτικός/καρωτιδικός/προστατικός/στεφανιαίος ~. Οι γαλακτοφόροι/φλεβώδεις ~οι. 4. (μτφ.-λόγ.) αγκαλιά, στήθος: στους ~ους της Ιεραρχίας (= μέσα στην Ιεραρχία). Πβ. αγκάλη, κόρφος. ● Υποκ.: κολπάκι2 (το), κολπίσκος (ο) (λόγ.): στη σημ. 1. Πβ. ορμίσκος. Βλ. -ίσκος. ● ΣΥΜΠΛ.: κολπική μαρμαρυγή βλ. μαρμαρυγή, παραρρίνιοι κόλποι βλ. παραρρίνιος ● ΦΡ.: στους κόλπους (+ γεν.) (μτφ.): εντός μιας ομάδας προσώπων, μεταξύ των μελών της, στο εσωτερικό της: Ένταση επικρατεί ~ ~ του κόμματος. Η πανεπιστημιακή κοινότητα τον δέχτηκε ~ ~ της. Επέστρεψε ~ ~ της Εκκλησίας. [< 1,4: αρχ. κόλπος 2,3: μτγν. ~] | |
| 25434 | κόλπος2 | κόλ-πος ουσ. (αρσ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: μου ήρθε/'ρθε κόλπος/ταμπλάς (προφ.): ξαφνιάστηκα, έπαθα σοκ: Κόντεψε/παραλίγο να μου 'ρθει ~ (: να πάθω αποπληξία/εγκεφαλικό/συγκοπή)! Του ήρθε ~ όταν έμαθε ... (: έπεσε ξερός, του ήρθε κεραμίδα). [< ιταλ. colpo (apoplettico)] | |
| 25435 | κολποσκόπηση | κολ-πο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ενδοσκοπική εξέταση του εσωτερικού του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας με χρήση κολποσκοπίου. Βλ. -σκόπηση. [< γαλλ. vaginoscopie, αγγλ. colposcopy, 1937, γαλλ. colposcopie, περ. 1970] | |
| 25436 | κολποσκόπιο | κολ-πο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ενδοσκοπικό όργανο για τη διενέργεια κολποσκόπησης, που έχει μορφή διοπτρικού μικροσκοπίου σε σχήμα λεπτού σωλήνα και φέρει πηγή φωτός: ~ με ενσωματωμένη κάμερα. Βλ. -σκόπιο. [< αγγλ. colposcope, 1937, γαλλ. ~] | |
| 25437 | κολπόσπασμος | βλ. κολεοσπασμός | |
| 25438 | κόλπωμα | κόλ-πω-μα ουσ. (ουδ.) {κολπώμ-ατος | -ατα}: ΑΝΑΤ. βαθιά κοιλότητα ή πτύχωση: μετωπιαίο ~. ~ γυναικείας ουρήθρας.|| ~ατα στο περιτόναιο. Βλ. εκ~, θύλακας. [< μτγν. κόλπωμα ‘καμπύλη, κοίλωμα, φαρδύ και πτυχωτό ρούχο’, γαλλ. fosse] | |
| 25439 | κόλπωση | κόλ-πω-ση ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): σχηματισμός κολπίσκων, όρμων: αμμώδεις/βαθιές ~ώσεις. Ακτές που εμφανίζουν/σχηματίζουν ~ώσεις (πβ. εγκολπώσεις). [< μτγν. κόλπωσις ‘φούσκωμα, πτύχωση’] | |
| 25440 | κολτσίνα | κολ-τσί-να ουσ. (θηλ.) & κοντσίνα & κολιτσίνα: παιχνίδι της τράπουλας που παίζεται με όλα τα τραπουλόχαρτα από δύο ή τέσσερις παίκτες και έχει νικητή αυτόν που θα συγκεντρώσει τα φύλλα με τους περισσότερους βαθμούς. Βλ. δηλωτή, κουμκάν, μπιρίμπα, ξερή. [< βεν. concina] | |
| 25441 | κολυμβήθρα | κο-λυμ-βή-θρα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) κολυμπήθρα: ΕΚΚΛΗΣ. μεταλλικό σκεύος με τη μορφή βαθιάς λεκάνης, το οποίο χρησιμοποιείται για την τέλεση του μυστηρίου της βάφτισης: εκκλησιαστική/χάλκινη ~. Ο ιερέας βούτηξε το μωρό στην ~.|| (μτφ.-λόγ., ιδεολογικός ή πνευματικός χώρος:) Αναβάπτιση (μέσα) στην ~ της παράδοσης/της πίστης. Βλ. -ήθρα. ● ΦΡ.: κολυμβήθρα του Σιλωάμ (μτφ.): μέσο εξιλέωσης, εξαγνισμού. Βλ. καθαρτήριο. [< μεσν. κολυμβήθρα] | |
| 25442 | κολύμβηση | κο-λύμ-βη-ση ουσ. (θηλ.) 1. επίπλευση και κίνηση του σώματος στο νερό (σε θάλασσα, ποτάμι, λίμνη ή πισίνα), με τη βοήθεια των χεριών και των ποδιών, με σκοπό κυρ. την ψυχαγωγία ή την άθληση: χειμερινή ~. Κανόνες ασφαλούς ~ης. Μαθαίνω ~. Πβ. κολύμπι, μπάνιο.|| Τεχνική ~ (: στην οποία οι αθλητές φορούν βατραχοπέδιλα και τεντώνουν τα χέρια τους πάνω από το κεφάλι, ώστε να πετύχουν υψηλές ταχύτητες). || Θεραπευτική ~. 2. ΑΘΛ. ολυμπιακό άθλημα που διεξάγεται σε ειδικές πισίνες ή και στην ανοιχτή θάλασσα, κατά το οποίο οι κολυμβητές συναγωνίζονται για το ποιος θα καλύψει ταχύτερα προκαθορισμένη απόσταση: ελεύθερη ~ (= ελεύθερο, κρόουλ). Μικτή ατομική ~. ~ και πόλο. Στιλ ~ης. Βλ. πεταλούδα, πρόσθιο, υγρός στίβος, ύπτιο. ● ΣΥΜΠΛ.: μαραθώνια κολύμβηση: ΑΘΛ. που αφορά αγώνες δέκα χιλιομέτρων και άνω, οι οποίοι γίνονται σε ανοιχτή θάλασσα· το αντίστοιχο άθλημα. [< αγγλ. marathon swimming, 1932] , συγχρονισμένη καλλιτεχνική κολύμβηση: ΑΘΛ. γυναικείο ολυμπιακό άθλημα στο οποίο μία, δύο ή περισσότερες κολυμβήτριες εκτελούν ένα πρόγραμμα συγχρονισμένων κινήσεων με συνοδεία μουσικής και βαθμολογούνται κυρ. για τον συγχρονισμό και την πρωτοτυπία του προγράμματός τους. [< αγγλ. synchronized swimming, 1950, artistic swimming] [< πβ. μτγν. κολύμβησις ‘κατάδυση για αλιεία μαργαριταριών’, γαλλ. natation] | |
| 25443 | κολυμβητήριο | κο-λυμ-βη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): αθλητική εγκατάσταση με πισίνα: ανοιχτό/κλειστό ~. Δημοτικά ~α. ~ ολυμπιακών διαστάσεων/προδιαγραφών.|| (προφ.) Ξεκίνησα ~ (= κολύμβηση). Βλ. -τήριο. [< γαλλ. piscine] | |
| 25444 | κολυμβητής | κο-λυμ-βη-τής ουσ. (αρσ.) , κολυμβήτρια (η): πρόσωπο που ξέρει κολύμπι, ειδικότ. που ασχολείται με το άθλημα της κολύμβησης: δεινός ~. Διάσωση ~ή. Πβ. λουόμενος.|| (ΑΘΛ.) Κορυφαίος/μαραθώνιος ~. Βλ. ιστιοπλόος, καταδύτης.|| (ΙΑΤΡ.) Το αυτί/η νόσος του ~ή (: εξωτερική ωτίτιδα). ● ΣΥΜΠΛ.: χειμερινός κολυμβητής βλ. χειμερινός [< αρχ. κολυμβητής 'δύτης'] | |
| 25445 | κολυμβητικός | , ή, ό κο-λυμ-βη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κολύμβηση: ~ός: διάπλους/μαραθώνιος/όμιλος/σύλλογος. ~ή: Ομοσπονδία/περίοδος. ~οί: αγώνες. ~ές: εγκαταστάσεις/επιδόσεις/ικανότητες/περιοχές. ~ά: γυαλάκια/είδη. ● ΣΥΜΠΛ.: κολυμβητική δεξαμενή βλ. δεξαμενή [< αρχ. κολυμβητικός ‘σχετικός με την κατάδυση’] | |
| 25446 | κολυμπάω | βλ. κολυμπώ | |
| 25447 | κολυμπήθρα | βλ. κολυμβήθρα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ