| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1633 | ακετύλιο | [ἀκετύλιο] α-κε-τύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ακετυλί-ου}: ΧΗΜ. μονοσθενής οργανική ρίζα, παράγωγο του οξικού οξέος. [< γαλλ. acétyle] | |
| 1634 | ακετυλοσαλικυλικός | , ή, ό [ἀκετυλοσαλικυλικός] α-κε-τυ-λο-σα-λι-κυ-λι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ακετυλοσαλικυλικό οξύ: ΦΑΡΜΑΚ. ασπιρίνη. [< γαλλ. acétylsalicylique] | |
| 1635 | ακετυλοχολίνη | [ἀκετυλοχολίνη] α-κε-τυ-λο-χο-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένωση χολίνης με οξικό οξύ που λειτουργεί ως νευροδιαβιβαστής του κεντρικού, συμπαθητικού και παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. acétylcholine, 1914, αγγλ. acetylcholine, 1906] | |
| 1636 | ακέφαλος | , η, ο [ἀκέφαλος] α-κέ-φα-λος επίθ. 1. χωρίς κεφάλι: ~ο: άγαλμα/πτώμα. Παραγωγή ~ων κλώνων.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~η: βίδα. Βλ. -κέφαλος. 2. (μτφ.) που δεν έχει ηγεσία: ~η: Αρχή/Εκκλησία. ~ο: ίδρυμα/κόμμα (: που δεν έχει προεδρία)/υπουργείο. Πβ. αδιοίκητος, ακυβέρνητος.|| (ΑΘΛ.) ~η: ομάδα (: χωρίς διοίκηση ή προπονητή). Βλ. ασώματος. 3. ΦΙΛΟΛ. που δεν έχει αρχή και ειδικότ. που του λείπει το πρώτο ή τα πρώτα φύλλα: ~ος: κώδικας. ~ο: χειρόγραφο. Βλ. κολοβός. ● ΣΥΜΠΛ.: ακέφαλος στίχος: ΜΕΤΡ. που η πρώτη συλλαβή απουσιάζει ή είναι βραχεία αντί για μακρά. [< 1,3: αρχ. ἀκέφαλος 2: αγγλ. acephalous, γαλλ. acéphale] | |
| 1637 | ακεφιά | [ἀκεφιά] α-κε-φιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): η έλλειψη κεφιού: ~ και μελαγχολία. Νιώθω ~. Έχω ~ιές σήμερα, δεν θα βγω έξω. Πβ. α-, δυσ-θυμία. ΣΥΝ. κακοκεφιά ΑΝΤ. ευδιαθεσία, κέφι | |
| 1638 | άκεφος | , η, ο [ἄκεφος] ά-κε-φος επίθ.: που δεν έχει κέφι: Αισθάνομαι/δείχνω/ξύπνησα ~ σήμερα. Καθόταν αμίλητος και ~ σε μια γωνιά. Πβ. δύσθυμος. ΣΥΝ. κακοδιάθετος, κακόκεφος ΑΝΤ. ευδιάθετος, κεφάτος ● επίρρ.: άκεφα | |
| 1639 | ακηδεμόνευτος | , η, ο [ἀκηδεμόνευτος] α-κη-δε-μό-νευ-τος επίθ. 1. (μτφ.) που δρα ανεξάρτητα χωρίς καθοδήγηση και έλεγχο από άλλους: ~ος: συνδικαλισμός. ~η: δράση/παράταξη. ~ο: κίνημα. ~α: Μέσα Ενημέρωσης. Είναι πολιτικά ~. ~ από κόμματα. Πβ. αδέσμευτος, ανεξάρτητος, αχειραγώγητος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της τοπικής αυτοδιοίκησης. 2. ΝΟΜ. (κυρ. για ανήλικο) που δεν έχει οριστεί νομικά ο κηδεμόνας του. ● επίρρ.: ακηδεμόνευτα [< μτγν. ἀκηδεμόνευτος ‘παραμελημένος’] | |
| 1640 | ακήδευτος | , η, ο [ἀκήδευτος] α-κή-δευ-τος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν έχει ταφεί: ~ο: λείψανο. ΣΥΝ. άταφος 2. που έχει ταφεί χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία: Ο νεκρός πήγε ~. ΣΥΝ. αδιάβαστος (4) [< 1: μτγν. ἀκήδευτος] | |
| 1641 | ακηδία | [ἀκηδία] α-κη-δί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αμέλεια, αδιαφορία και γενικότ. παραίτηση από κάθε εργασία, συνήθ. πνευματική: ηθική/κοινωνική ~. ~ εκ μέρους των δημοτικών και κυβερνητικών Αρχών. Πβ. αμεριμνησία.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ και αθυμία. [< αρχ. ἀκηδία] | |
| 1642 | ακηλίδωτος | , η, ο [ἀκηλίδωτος] α-κη-λί-δω-τος επίθ. 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) που δεν μπορεί κανείς να τον ψέξει, είναι ηθικά άμεμπτος, άψογος: ~ος: βίος. ~η: ιστορία/υπόληψη. ~ο: όνομα (ΑΝΤ. κηλιδωμένο)/παρελθόν. ~ και αψεγάδιαστος. Έμεινε καθαρός και ~ σ' όλη του τη ζωή. ΣΥΝ. αλέκιαστος (2), άσπιλος (1), αστιγμάτιστος (1) ΑΝΤ. στιγματισμένος (1) 2. που δεν έχει κηλίδες: ~η: ενδυμασία/επιφάνεια. Ανθεκτικό προϊόν που δεν σκουριάζει και μένει ~ο. ΣΥΝ. αλέκιαστος. ΑΝΤ. λεκιασμένος. [< μτγν. ἀκηλίδωτος] | |
| 1643 | ακήρυχτος & ακήρυκτος | , η, ο [ἀκήρυχτος] α-κή-ρυ-χτος επίθ.: που δεν έχει επίσημα ανακοινωθεί: ~η: (δια)μάχη/έχθρα/προεκλογική περίοδος. ~ο: εμπάργκο. ● ΣΥΜΠΛ.: ακήρυχτος πόλεμος 1. (μτφ.) σύνολο από υπονομευτικές ενέργειες που γίνονται παρασκηνιακά και σε εχθρικό κλίμα: εμπορικός ~ ~. Εμπλοκή σε ~ο ~ο συμφερόντων. Εξελίσσεται/κλιμακώνεται/ξεσπάει ~ ~ εναντίον κάποιου. ~ ~ ιδιοκτητών και ενοικιαστών. ~ ~ ανάμεσα στις δύο πόλεις. Στους κόλπους της αντιπολίτευσης μαίνεται ένας ~ ~. 2. (κυριολ.) πόλεμος που δεν έχει κηρυχθεί επίσημα. [< αγγλ. undeclared war] [< αρχ. ἀκήρυκτος] | |
| 1647 | ακίβδηλος | , η, ο [ἀκίβδηλος] α-κί-βδη-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλογ.) ΣΥΝ. αυθεντικός, γνήσιος. ΑΝΤ. κίβδηλος 1. (μτφ.) ακέραιος: ~η: πίστη. Ο λόγος του είναι αγνός και ~. 2. (κυριολ.) (για νόμισμα) που δεν είναι παραχαραγμένο. [< αρχ. ἀκίβδηλος] | |
| 1648 | ακίδα | [ἀκίδα] α-κί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αιχμηρό άκρο αντικειμένου και κατ' επέκτ. κάθε αιχμηρό εργαλείο ή βελόνα: ατσάλινη/διατρητική/μεταλλική/πλαστική ~. ~ αλεξικέραυνου/βέλους/ραπιδογράφου/σεισμογράφου. Τατουάζ με ~ες.|| (ΙΑΤΡ., εργαλείο για παρακεντήσεις:) Μετάδοση νοσημάτων από χρησιμοποιημένες ~ες.|| (παλαιότ.) Εκτυπωτής ~ων. Βλ. ίνκτζετ, λέιζερ.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ για σχεδιασμό. 2. μικρό αιχμηρό κομμάτι από ξύλινη ή μεταλλική επιφάνεια: Τρυπήθηκα από αγκάθι ή ~. Μπήκε μια ~ στο δάχτυλό μου. Πβ. αγκίδα. ΣΥΝ. σκλήθρα (2) [< αρχ. ἀκίς, γαλλ. aiguille] | |
| 1649 | ακιδογράφημα | [ἀκιδογράφημα] α-κι-δο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. επιγραφή που έχει χαραχθεί με αιχμηρό εργαλείο συνήθ. σε κίονα ή γενικότ. μνημείο: νεολιθικό ~. Βράχος/ναός με ~ήματα. ~ήματα πλοίων. Βλ. -γράφημα. | |
| 1650 | ακιδωτός | , ή, ό [ἀκιδωτός] α-κι-δω-τός επίθ. (λόγ.): που έχει οξύ, αιχμηρό άκρο: ~ό: διάγραμμα (πβ. ραβδόγραμμα)/σύρμα/φύλλωμα (βλ. γιούκα). [< μτγν. ἀκιδωτός] | |
| 1651 | ακίνδυνος | , η, ο [ἀκίνδυνος] α-κίν-δυ-νος επίθ.: που δεν ενέχει, δεν προκαλεί κίνδυνο: ~ος: αντίπαλος/εχθρός/ιός. ~η: ακτινοβολία/εξέταση/επέμβαση/θεραπεία/πηγή ενέργειας. ~ο: ζώο (= άκακο)/σπορ/φάρμακο (= αθώο). ~ες: ασκήσεις/ουσίες. ~α: βακτηρίδια/τρόφιμα. Προϊόν ~ο για τον οργανισμό/τα παιδιά/το περιβάλλον/την υγεία. ~ο στη χρήση (= ασφαλές). Αφέθηκε ελεύθερος, αφού κρίθηκε ~. Πβ. αβλαβής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο αρχείο (: χωρίς ιούς).|| (ΑΘΛ., που δεν απειλεί τον αντίπαλο) ~ο: σουτ. Η ομάδα ήταν ~η επιθετικά. ΑΝΤ. απειλητικός.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του εγχειρήματος/της συναλλαγής. ΑΝΤ. επικίνδυνος ● επίρρ.: ακίνδυνα & (λόγ.) ακινδύνως [< αρχ. ἀκίνδυνος] | |
| 1652 | ακινδυνότητα | [ἀκινδυνότητα] α-κιν-δυ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ακίνδυνου: Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί (για) την ~ των μεταλλαγμένων τροφίμων. Πβ. αβλάβεια. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. επικινδυνότητα [< μτγν. ἀκινδυνότης] | |
| 1653 | ακινησία | [ἀκινησία] α-κι-νη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. έλλειψη κίνησης ή της αντίστοιχης ιδιότητας· η κατάσταση στην οποία βρίσκεται όποιος ή ό,τι δεν κινείται: απόλυτη/μερική/ολική/πλήρης/σωματική/φαινομενική ~. Αδράνεια και ~. Εκούσια ~ αυτοκινήτου. Εκκίνηση μηχανήματος/οχήματος μετά από μεγάλο διάστημα ~ας. Ασκήσεις καθίσματος, ~ας και όρθιας στάσης. Ανάγκη μακράς ~ας ή κατάκλισης για θεραπεία. Με την ~ ατροφούν οι μύες (ΑΝΤ. κινητικότητα). Βρίσκομαι/καθηλώνομαι/παραμένω/τίθεμαι σε ~. 2. (μτφ.) στατικότητα, στασιμότητα, αδράνεια: διπλωματική/πνευματική/πολιτική ~. Πβ. απραξία, νάρκη, νέκρα.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επενδυτική/οικονομική ~. ~ της αγοράς/των τιμών. Τέλμα και ~. ΑΝΤ. κινητικότητα (2) [< 1: αρχ. ἀκινησία 2: γαλλ. immobilité] | |
| 1654 | ακίνητο | [ἀκίνητο] α-κί-νη-το ουσ. (ουδ.) {ακινήτ-ου | -ων, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. περιουσιακό στοιχείο που δεν μπορεί να μεταφερθεί (κυρ. οικόπεδο, οικοδόμημα): γωνιακό/επαγγελματικό/ημιτελές/νεόκτιστο ~. Αγορά/αξιοποίηση/δωρεά/ενοικίαση/ιδιοκτήτης/μεταβίβαση/μίσθωση/παράδοση/πώληση ~ου. Αγροτικά/αστικά/προσοδοφόρα ~α. Επενδύσεις σε ~α. Αγγελίες/αξία/μεσιτικό γραφείο/πλειστηριασμοί/τίτλοι ιδιοκτησίας ~ων. ~ από κληρονομιά. Υποθήκη επί ~ου. Κινητά και ~α (ενν. περιουσιακά στοιχεία). ~α για/προς αντιπαροχή. Έχω ~ στην ιδιοκτησία/στην κατοχή/στο όνομά μου. Ενοικιάζονται/ζητούνται/πωλούνται ~α. Πβ. ακίνητη περιουσία. Βλ. ΕΤΑΚ. ● ΣΥΜΠΛ.: ορφανά ακίνητα βλ. ορφανός [< γαλλ. immobilier, γερμ. Immobilie] | |
| 1655 | ακινητοποιημένος | , η, ο [ἀκινητοποιημένος] α-κι-νη-το-ποι-η-μέ-νος επίθ. 1. που ακινητοποιείται, μένει αναγκαστικά ακίνητος: ~η: εικόνα. ~ από ατύχημα/από τον πόνο. ~ στο έδαφος/στο κρεβάτι. Όχημα ~ο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Προσωρινά ~α τρένα λόγω απεργίας/βλάβης. Ουρά ~ων αυτοκινήτων στην εθνική οδό λόγω καραμπόλας. Έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό του και τον κράτησε ~ο. 2. (μτφ.) στάσιμος: ~η: οικονομία. Η κρατική μηχανή παραμένει ~η από την υπέρμετρη γραφειοκρατία. 3. ΟΙΚΟΝ. (για πάγια περιουσιακά στοιχεία, κυρ. επιχείρησης) που προορίζονται για χρήση από την ίδια και όχι για μεταπώληση: ~ο: κεφάλαιο. Άυλα/ενσώματα/χρηματοοικονομικά ~α στοιχεία. ● βλ. ακινητοποιώ [< γαλλ. immobilisé] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ