| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25448 | κολυμπηθρόξυλο | κο-λυ-μπη-θρό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: δεν έμεινε/δεν άφησαν (ούτε) κολυμπηθρόξυλο (όρθιο): για να δηλωθεί ολοσχερής καταστροφή: Θα γίνει της κακομοίρας και δεν θα μείνει ~! Δεν έμεινε ~ από τα δύο αυτοκίνητα. Πβ. τα κάνω γυαλιά καρφιά/λίμπα/λαμπόγυαλο/μπίλιες. ΣΥΝ. δεν έμεινε/δεν άφησαν τίποτα όρθιο | |
| 25449 | κολυμπητός | , ή, ό κο-λυ-μπη-τός επίθ. & (λόγ.) κολυμβητός 1. που γίνεται με κολύμπι: ~ός: αγώνας.|| ~ό: ψάρεμα (: με ψαροντούφεκο). 2. ΟΙΚΟΔ. που έχει στερεωθεί με παχύ στρώμα τσιμεντοκονίας, με αποτέλεσμα να δίνει την εντύπωση ότι επιπλέει: ~ά: κεραμίδια.|| ~ό: δάπεδο (: που εφαρμόζεται χωρίς κόλληση πάνω στην τσιμεντοκονία με λεπτό μονωτικό φύλλο). 3. βουτηγμένος σε μεγάλη ποσότητα υγρού, συνήθ. σε λάδι: ~ές ελιές, ξιδάτες. Σαρδέλες ~ές. [< μεσν. κολυμβητός] | |
| 25450 | κολύμπι | κο-λύ-μπι ουσ. (ουδ.): κολύμβηση, κυρ. ως ψυχαγωγική δραστηριότητα: γρήγορο/νυχτερινό/χειμερινό ~. ~ στη θάλασσα/στην πισίνα. ~ στα βαθιά. ~ και ηλιοθεραπεία/θαλάσσια σπορ. Δεν γνωρίζει/ξέρει καλό ~. Μαθαίνω ~ (= να κολυμπώ). Πβ. μπάνιο.|| (ΑΘΛ.) Ελεύθερο (= κρόουλ)/πλάγιο/πρόσθιο/ύπτιο ~ (: στιλ κολύμβησης). | |
| 25451 | κολυμπώ | [κολυμπῶ] κο-λυ-μπώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κολυμπ-ά κ. -άει ... | κολύμπ-ησα, -ήσω, -ώντας} & κολυμπάω 1. επιπλέω ή μετακινώ το σώμα μου στο νερό, με συντονισμένες κινήσεις των χεριών και των ποδιών, κάνω κολύμπι: ~ήσαμε στα καταγάλανα νερά/στην πισίνα/στο ποτάμι. ~ με βατραχοπέδιλα/μάσκα και αναπνευστήρα/μπρατσάκια. ~ά(ει) σαν δελφίνι/ψάρι (: είναι δεινός κολυμβητής). Δεν ξέρει (ακόμη)/τώρα μαθαίνει να ~άει (: δεν ξέρει μπάνιο). ~ησε ανάσκελα/κόντρα στο ρεύμα/μέχρι την ακτή/προς το μέρος μας. Μην ~άς με γεμάτο στομάχι! Πήγαμε ~ώντας μέχρι τον βράχο.|| (ΑΘΛ.) ~ κρόουλ/πεταλούδα/πρόσθιο/ύπτιο.|| (κατ' επέκτ., για ζώο) Οι σκύλοι μπορούν να ~ούν. 2. για θαλάσσιο οργανισμό που κινείται στο νερό, συνήθ. σε θάλασσα, λίμνη, ποτάμι, χρησιμοποιώντας φυσικά όργανα κολύμβησης (ουρά, πτερύγια). 3. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.-εμφατ.) διαθέτω άφθονη ποσότητα από κάτι: ~άει στο πετρέλαιο (: για περιοχή ή χώρα).|| Η εταιρεία ~ούσε στα χρέη (: ήταν καταχρεωμένη). ΣΥΝ. πλέω (3) 4. {κυρ. στο γ΄πρόσ.} (μτφ.-εμφατ.) είμαι βουτηγμένος σε υπέρμετρα μεγάλη ποσότητα υγρού: Τα φασολάκια ~άνε στο λάδι!|| ~άει στον ιδρώτα (= είναι μούσκεμα). ΣΥΝ. πλέω (4) ● ΦΡ.: κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα & στα πλούτη/στα λεφτά (προφ.): είναι πολύ πλούσιος. Πβ. το/τα φυσάει., κολυμπάει/έπεσε σε βαθιά νερά/στα βαθιά (νερά) & βούτηξε στα βαθιά (νερά) (μτφ.-προφ.): αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση, ασχολείται με κάτι απαιτητικό: Βρέθηκε ξαφνικά/έμαθε να κολυμπάει ~. Βούτηξε/έπεσε από μικρός στα ~ της δημοσιογραφίας. [< μεσν. κολυμπώ] | |
| 25452 | κολχόζ | κολ-χόζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): συνεταιριστική οργάνωση αγροτών στα πλαίσια του κολεκτιβισμού στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Βλ. κιμπούτς, κολεκτίβα, κοοπερατίβα, σοβχόζ. [< ρωσ. kolhoz, αγγλ. kolkhoz, 1921, γαλλ. kolkhoze, 1935] | |
| 25453 | Κολωνάκι | Κο-λω-νά-κι ουσ. (ουδ.) {Κολωνακίου} (ειρων.): η καλή, υψηλή κοινωνία. Πβ. ελίτ, χάι σοσάιτι. ● ΦΡ.: λαός και Κολωνάκι βλ. λαός | |
| 25454 | κολωνακιώτικος | , η, ο κο-λω-να-κιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Κολωνάκι και κατ' επέκτ. με την καλή κοινωνία της Αθήνας. Πβ. κυριλέ. | |
| 25455 | κολώνια | βλ. κολόνια | |
| 25457 | κομάντο | κο-μά-ντο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς κ. κομάντα (τα)} 1. ΣΤΡΑΤ. καταδρομέας: εκπαιδευμένοι/επίλεκτοι ~. ~ της (Πολεμικής) Αεροπορίας/του Ναυτικού/του Στρατού. Απόβαση/εισβολή/επίθεση/επιχείρηση των ~. Βλ. πεζοναύτης. 2. (γενικότ.) μέλος ένοπλης ομάδας που αναλαμβάνει δύσκολες αποστολές: ~ς της Αστυνομίας. 3. {στον πληθ.} (μτφ.) ελεγκτικό κλιμάκιο δημόσιας υπηρεσίας: επιστράτευση των ~ του Υπουργείου Οικονομικών. Πβ. ράμπο. 4. (μτφ.-προφ., συχνά ειρων.) γυμνασμένος νέος άνδρας που μπορεί να αντέξει στις κακουχίες· (στη στρατ. αργκό) στρατιώτης που υπηρετεί στις Ειδικές Δυνάμεις. [< αγγλ. commando, γαλλ. ~, 1943] | |
| 25458 | κομάρα | βλ. κομμάρα | |
| 25459 | κομβικός | , ή, ό κομ-βι-κός επίθ. 1. (μτφ.) καίριος, κρίσιμος, καθοριστικός για την εξέλιξη κατάστασης, ζητήματος: ~ός: ρόλος/στόχος. ~ή: απόφαση/έννοια/στιγμή. ~ό: ερώτημα/ματς/στοιχείο. Ζήτημα ~ής σημασίας. Οι έρευνες βρίσκονται/έχουν φτάσει σε ~ό σημείο. 2. στον οποίο συναντώνται δύο ή περισσότερες γραμμές, συνήθ. μεγάλες οδικές αρτηρίες: ~ή: περιοχή. ~οί: δρόμοι (διακίνησης εμπορευμάτων)/σταθμοί. ~ά: σημεία (οδικού δικτύου). Μετεπιβίβαση σε ~ούς λιμένες. 3. (μτφ.) που αποτελεί κέντρο δραστηριότητας ή σημείο συνάντησης διαφόρων τάσεων: ~ή χώρα μεταφοράς του φυσικού αερίου. Μεγάλα ~ά καταστήματα (= κεντρικά).|| ~ πολυχώρος ιδεών/τεχνολογίας. 4. που σχετίζεται με τον κόμβο: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: κέντρο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: ρυθμός. ~ή: ταχυκαρδία (πβ. κολποκοιλιακός). [< γαλλ.-αγγλ. nodal] | |
| 25460 | κομβικότητα | κομ-βι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του κομβικού: η ~ ενός αστικού κέντρου/μιας περιοχής. Πβ. κεντρικότητα.|| (μτφ.) Η ~ της εκπαίδευσης/ενός ζητήματος (πβ. κρισιμ-, σπουδαι-ότητα). [< αγγλ. nodality] | |
| 25461 | κομβίο | κομ-βί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) & (λογιότ.) κομβίον: κουμπί: ~ ανελκυστήρα/κινδύνου. ~α κλήσης. Πληκτρολόγιο δέκα ~ων.|| (συνήθ. σε επιγραφή:) Μην πιέζετε ασκόπως το ~. Πατήστε το ~! Πβ. διακόπτης, μπουτόν. [< μτγν. κομβίον ‘πόρπη’, γαλλ. bouton] | |
| 25462 | κομβιοδόχη | κομ-βι-ο-δό-χη ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) (σε μηχανισμό, κυρ. ανελκυστήρα) θήκη υποδοχής διακοπτών. 2. (αρχαιοπρ.) κουμπότρυπα. Πβ. μπουτονιέρα. [< γαλλ. boutonnière] | |
| 25463 | κομβόι | βλ. κονβόι | |
| 25464 | κόμβος | κόμ-βος ουσ. (αρσ.) 1. σταυροδρόμι, σημείο συνάντησης δύο ή περισσότερων γραμμών, συνήθ. μεγάλων οδικών αρτηριών: κυκλικός/κυκλοφοριακός/νέος/συγκοινωνιακός ~. Από τον ~ο ... διέρχονται καθημερινά ... οχήματα. Πβ. διασταύρωση, συμβολή.|| Αεροπορικός/σιδηροδρομικός ~. 2. (μτφ.) μέρος που αποτελεί κέντρο δραστηριότητας ή ενδιαφέροντος συνήθ. σε οικονομικό επίπεδο ή σημείο όπου διασταυρώνονται διαφορετικές απόψεις, ιδέες και πολιτισμοί: πολιτικός ~. ~ ανάπτυξης/πολιτισμού. Λιμάνι/χώρα που αναδεικνύεται σε βιομηχανικό/εμπορικό/ενεργειακό/επικοινωνιακό/τουριστικό ~ο της ευρύτερης περιοχής (= κομβικό σημείο). Πβ. επίκεντρο, εστία. 3. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. διαδικτυακός χώρος με πολλούς δεσμούς: ηλεκτρονικός/ψηφιακός ~. Εκπαιδευτικός ~/~ εκπαιδευτικού υλικού. Ο επίσημος/κεντρικός ~ (μιας εταιρείας). ~ εξυπηρέτησης κοινού/πληροφοριών/υπηρεσιών. Ο ~ του Πανεπιστημίου. Επισκεψιμότητα/χάρτης ~ου. Αναβάθμιση/δημιουργία/διαχείριση ~ου. Καλώς ήρθατε στον ~ο μας! ΣΥΝ. πόρταλ, πύλη (3) 4. ΠΛΗΡΟΦ. κάθε συσκευή συνδεδεμένη σε δίκτυο (δηλ. δρομολογητής, γέφυρα, κέντρο δικτύωσης ή διακομιστής): ασύρματος ~. ~-ρίζα. ~ διανομής. 5. ΓΛΩΣΣ. (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική) σημείο σε δενδροδιάγραμμα, από όπου ξεκινούν ένας ή περισσότεροι κλάδοι και από το οποίο εξαρτώνται άλλα στοιχεία της πρότασης: συντακτικός ~. Βλ. γράφημα, γράφος. 6. ΝΑΥΤ. μονάδα μέτρησης της ταχύτητας πλοίου ή της έντασης ανέμου ίση με ένα ναυτικό μίλι ανά ώρα: Το καράβι κινείται/ταξιδεύει με ... ~ους την ώρα. Βλ. μποφόρ. 7. ΙΑΤΡ. μάζα κυττάρων σφαιρικού σχήματος, που σχετίζεται με την καρδιακή διέγερση: κολποκοιλιακός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ισόπεδος κόμβος: συμβολή, διασταύρωση οδών στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο. Βλ. διάβαση., ανισόπεδος κόμβος βλ. ανισόπεδος [< μτγν. κόμβος 1,2,7: γαλλ. nœud 3,4: αγγλ. node, 1964, 5: αγγλ. node, 1957, 6: αγγλ. knot] | |
| 25466 | κόμεντ | κό-μεντ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (στην αργκό του διαδικτύου): σχόλιο σε κείμενο δημοσιευμένο σε διαδικτυακό χώρο, συνήθ. σε φόρουμ ή μπλογκ: ανώνυμο ~. Σπαμ ~ς. Γράφω/κάνω (ένα) ~. [< αγγλ. comment] | |
| 25467 | κομεντί | κο-με-ντί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο με δραματικά και κωμικά στοιχεία: αισθηματική/ανάλαφρη/απολαυστική/ερωτική/μουσική/ρομαντική/τρυφερή ~. Βλ. κωμωδία. [< γαλλ. comédie] | |
| 25468 | κομέντια ντελ άρτε | κο-μέ-ντι-α ντελ άρ-τε ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΘΕΑΤΡ. θεατρικό είδος, λαϊκή ιταλική κωμωδία (16ος-18ος αι.), στο οποίο εκπαιδευμένοι στην υποκριτική, στον χορό και στο τραγούδι ηθοποιοί φορούν μάσκες και αυτοσχεδιάζουν υποδυόμενοι τυποποιημένους κωμικούς ή κωμικοτραγικούς χαρακτήρες της εποχής: αυτοσχεδιαστική ~. Βλ. αρλεκίνος, κολομπίνα, θέατρο (του) δρόμου. [< ιταλ. commedia dell΄ arte] | |
| 25469 | κόμη | κό-μη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) μαλλιά: κομμωτική και περιποίηση ~ης.|| (ειρων.) Νέες με περιποιημένες/φροντισμένες ~ες. 2. ΒΟΤ. φύλλωμα: δέντρο με απλωτή/κωνική/πλατιά/σφαιρική ~.|| Πυρκαγιά ~ης. Βλ. πυρκαγιά. 3. ΑΣΤΡΟΝ. νέφος αερίου που περιβάλλει κομήτη και δημιουργείται από την εξάχνωση των πιο πτητικών αερίων, καθώς αυτός θερμαίνεται πλησιάζοντας προς τον Ήλιο: πυρήνας, ~ και ουρά. ● ΣΥΜΠΛ.: Κόμη της Βερενίκης βλ. Βερενίκη [< 1,2: αρχ. κόμη 3: αγγλ. coma, γαλλ. chevelure] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ