| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25470 | κόμης | κό-μης ουσ. (αρσ.) {-η (λόγ.) -ητος} & (λόγ.) κόμις & (λαϊκό) κόμητας (κ. με κεφαλ. Κ): (παλαιότ.) τίτλος ευγενείας στη Δυτική Ευρώπη (ανώτερος του βαρόνου και κατώτερος του μαρκήσιου). Πβ. κόντες. ● βλ. κόμισσα [< πβ. μτγν. κόμης, γαλλ. comte] | |
| 25471 | κομητεία | κο-μη-τεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ) 1. διοικητική διαίρεση γεωγραφικού διαμερίσματος, κυρ. στις αγγλοσαξονικές χώρες· συνεκδ. το σύνολο των ανθρώπων που ζουν σε αυτή: επαρχίες, περιφέρειες και ~ες. Πολιτείες και ~ες (: στην Αμερική). Βλ. νομός. 2. (παλαιότ.) περιοχή που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του κόμη και σπανιότ. το αξίωμά του. [< 1: αγγλ. county 2: γαλλ. comté] | |
| 25472 | κομήτης | κο-μή-της ουσ. (αρσ.) {κομητών}: ΑΣΤΡΟΝ. ουράνιο σώμα, μεγάλου μεγέθους, αποτελούμενο από στερεοποιημένη σκόνη, διοξείδιο του άνθρακα, πετρώματα και πάγο, το οποίο, όταν διέρχεται κοντά από τον Ήλιο, εξατμίζεται δημιουργώντας λεπτή ατμόσφαιρα (κόμη) και νεφελώδη ουρά: λαμπερός/φωτεινός ~. Το πέρασμα του ~η Χάλεϊ από τη Γη (κάθε 75-76 χρόνια). ~ες βραχείας/μακράς περιόδου. Βλ. αστεροειδής, μετεωρίτης, σύμφαση, χιονόμπαλα. ● ΦΡ.: σαν κομήτης (μτφ.): για κάποιον που εμφανίζεται σε έναν χώρο σπάνια, ξαφνικά και φεύγει αμέσως: Ήρθε/πέρασε ~ ~. [< αρχ. κομήτης (ἀστήρ), γαλλ. comète, αγγλ. comet] | |
| 25473 | κομητοειδής | , ής, ές κο-μη-το-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με κομήτη ως προς το σχήμα: ~ής: αστέρας. Βλ. -ειδής. | |
| 25475 | κομίζω | κο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {κόμι-σε, κομί-σει, κομίζ-οντας, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): φέρω, μεταφέρω: Τι καινούργιο ~ει (= προσφέρει) το βιβλίο; ~σε νέες ιδέες/προτάσεις.|| (μτφ.) Ο πληθωρισμός ~ει λιτότητα. Το όφελος που ~εται (= αποκομίζεται) από την προστασία του περιβάλλοντος. Βλ. προσ~. ● ΦΡ.: κομίζω γλαύκα ε(ι)ς Αθήνας βλ. γλαύκα [< αρχ. κομίζω] | |
| 25476 | κόμικ στριπ | κό-μικ στριπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σειρά σχεδίων με λίγα καρέ, συνοδευόμενα συχνά από κείμενο· η μικρή ιστορία που δημοσιεύεται σε αυτή τη μορφή: χιουμοριστικά ~. ~ σε εφημερίδες και περιοδικά. Πβ. κόμικς. ● Υποκ.: στριπάκι (το) [< αμερικ. comic strip, 1911] | |
| 25477 | κόμικς | κό-μικς ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ. | σπανιότ. στον εν. κόμικ} & κόμιξ: σειρά σχεδίων συνήθ. οργανωμένων σε καρέ, τα οποία αφηγούνται μια ιστορία και συχνά περιλαμβάνουν κείμενο σε μορφή διαλόγου ή λεζάντας· συνεκδ. το περιοδικό που τα δημοσιεύει. Πβ. κόμικ στριπ. Βλ. η ένατη τέχνη, καρτούν, κινούμενα σχέδια, συννεφάκι. [< αμερικ. comic (strip), πληθ. comics, γαλλ. comics, 1940] | |
| 25478 | κόμις | βλ. κόμης | |
| 25479 | κομισάριος | κο-μι-σά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (κ. με κεφαλ. Κ) 1. ΑΘΛ. παρατηρητής αγώνα μπάσκετ ή βόλεϊ: ~ της λίγκας/του ΝΒΑ. Έκθεση του ~ίου. Διαιτητές, κριτές και ~οι. 2. επίτροπος, πληρεξούσιος: ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.|| (παλαιότ., στη Σοβιετική Ένωση) ~ Εξωτερικών/Εσωτερικών Υποθέσεων. [< μεσν. κομμισσάριος ‘πληρεξούσιος, επιστάτης’, γαλλ. commissaire, ιταλ. commissario, ρωσ. komissár] | |
| 25480 | Κομισιόν | Κο-μι-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή: απόφαση/έγκριση/έκθεση/μέτρα/παρέμβαση/προτάσεις/συστάσεις/τελεσίγραφο της ~. [< γαλλ. Commission] | |
| 25481 | κόμισσα | κό-μισ-σα ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): σύζυγος του κόμη ή γυναίκα ευγενής που έφερε τίτλο αντίστοιχο με αυτόν του κόμη: Πβ. κοντέσα.|| (προφ.-ειρων., για υπεροπτική γυναίκα) Τι θέλετε, κυρία ~; ● βλ. κόμης [παλαιότ. ορθογρ. κόμησσα] | |
| 25482 | κομίστας | κο-μί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κομίστα}: δημιουργός κόμικς: εικονογράφος-~. Βλ. -ίστας, καρτουνίστας. | |
| 25483 | κομιστής | κο-μι-στής ουσ. (αρσ.) , κομίστρια (η) 1. ΝΟΜ. ο τελευταίος κάτοχος αξιογράφου, ο οποίος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την εξόφλησή του: κύριος/νόμιμος ~. ~ επιταγής/συναλλαγματικής. Η αποζημίωση/τα δικαιώματα του ~ή. ~ εξ αναγωγής. Διαπραγματεύσιμοι τίτλοι (εκδιδόμενοι) στον ~ή. ~ές γραμματίων/ομολόγων. Υποχρεώσεις ~ών. Βλ. δέκτης, λήπτης.|| (ως επίθ.) Κομίστρια τράπεζα. 2. (επίσ.) πρόσωπο που κομίζει, φέρνει κάτι: ~ επιστολής/μηνύματος. Πβ. μεταφορέας. Βλ. γραμματο~. [< αρχ. κομιστής, γαλλ. porteur] | |
| 25484 | κόμιστρο | κό-μι-στρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίστρου, συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.): ποσό που καταβάλλει κάποιος ως αντίτιμο για τη μεταφορά του ίδιου ή φορτίου με μέσο μετακίνησης: ηλεκτρονικό ~ διαδρομής. Τα ~α των λεωφορείων/των ταξί (πβ. ταρίφα). Υψηλά/φτηνά ~α. Αγορανομικά/αεροπορικά ~α. Κατώτατα όρια ~ίστρων. Ανατιμήσεις/αυξήσεις στα ~α. Δελτίο μειωμένου ~ίστρου. Πβ. μεταφορικά, ναύλα. Βλ. -τρο, έξοδα, επι~. [< μτγν. κόμιστρον] | |
| 25485 | κομιτατζής | κο-μι-τα-τζής ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΙΣΤ. ένοπλο μέλος του βουλγαρικού κομιτάτου που έδρασε εναντίον των Ελλήνων από τα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 20ού αι. στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία. [< τουρκ. komitacι] | |
| 25486 | κομιτάτο | κο-μι-τά-το ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.) 1. πολιτική και στρατιωτική, συνήθ. αντάρτικη οργάνωση που δρα σε ξένη ή υπόδουλη χώρα: τα μέλη του ~ου (= κομιτατζήδες). 2. επιτροπή: φιλελληνικά ~α (: την περίοδο της Επανάστασης του 1821). Πβ. σύλλογος, σωματείο.|| Καρναβαλικό ~. [< μτγν. κομιτᾶτον ΄βασιλική ακολουθία ή συνοδεία΄, ιταλ. comitato] | |
| 25487 | κόμμα | κόμ-μα ουσ. (ουδ.) {κόμμ-ατος | -ατα} 1. ΠΟΛΙΤ. & πολιτικό κόμμα: οργάνωση που συγκροτείται βάσει πολιτικών και ιδεολογικών αρχών και έχει ως στόχο την πολιτική δράση ή και τη διεκδίκηση της εξουσίας: αρχηγικό (: στο οποίο οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται συνήθ. από τον αρχηγό και όχι από τα συλλογικά όργανα)/δημοκρατικό/εθνικό/επαναστατικό/κομμουνιστικό/κυβερνών/λαϊκό/οικολογικό/ρεπουμπλικανικό/σοσιαλιστικό/συντηρητικό/φιλελεύθερο ~. Το ~ της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Βουλευτής/(γενικός) γραμματέας/εκπρόσωπος/ηγέτης/μέλος/πρόεδρος/στελέχη/υποψήφιος ~ατος. Γραμμή/διάσπαση/εξαγγελίες/ιδεολογία/ίδρυση/νεολαία/πολιτική/(εκλογικό) ποσοστό/συνέδριο/ψηφοδέλτιο ~ατος. ~ εκτός Βουλής/νόμου. Τα ~ατα της αριστεράς/της δεξιάς. Συνύπαρξη πολλών ~άτων (= πολυκομματισμός). Πβ. παράταξη. 2. ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (,) που χωρίζει προτάσεις ή μέρη πρότασης και υποδηλώνει μικρή παύση της φωνής. ΣΥΝ. υποστιγμή 3. ΜΑΘ. (προφ.) υποδιαστολή. 4. ΜΟΥΣ. το μικρότερο αντιληπτό από την ακοή διάστημα μεταξύ δύο μουσικών φθόγγων. ● Υποκ.: κομματίδιο (το) (μειωτ.): στη σημ. 1. Βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: διδύμειο κόμμα: ΜΟΥΣ. η διαφορά ανάμεσα στον μείζονα τόνο (9/8) και τον ελάσσονα (10/9)., κόμμα εξουσίας: ΠΟΛΙΤ. που λόγω της εκλογικής του δύναμης έχει προοπτικές να κυβερνήσει: εν δυνάμει ~ ~., πυθαγόρειο κόμμα & (σπάν.) διατονικό κόμμα: ΜΟΥΣ. η διαφορά ανάμεσα σε επτά οκτάβες και δώδεκα πέμπτες. ● ΦΡ.: κάνω κόμμα (μτφ.-προφ.): συμμαχώ ή ενεργώ από κοινού με κάποιον εναντίον τρίτου., δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα [< μτγν. κόμμα 1: γαλλ. parti 2,3: γαλλ. virgule] | |
| 25488 | κομμάρα | κομ-μά-ρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & κομάρα (προφ.): αίσθηση σωματικής κατάπτωσης, εξάντληση που οφείλεται σε παθολογικά ή ψυχολογικά αίτια: ~ες και ατονία. Αισθάνομαι/νιώθω ~ες. Έχω πυρετό και ~ες. Πβ. αδυναμία. Βλ. κρυάδα, ναυτία. | |
| 25489 | κομματάκι | κομ-μα-τά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό κομμάτι: ένα ~ τυρί/ψωμί. ~ια κρέατος (: κύβοι)/σοκολάτας (: καρέ). Καρότο κομμένο σε (λεπτά/ψιλά) ~ια. Θα φάω ένα ~ μόνο! Βλ. μπουκ-, σταλ-ίτσα. 2. {ως επίρρ.} (προφ.) λίγο, λιγάκι: Κάτι μου πέφτει/φαίνεται ~ ακριβό/δύσκολο. ● ΦΡ.: κομμάτι κομμάτι/κομματάκι κομματάκι βλ. κομμάτι ● βλ. κομμάτι [< 1: μεσν. κομματάκι] | |
| 25490 | κομματάρχης | κομ-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): υψηλά ιστάμενος κομματικός παράγοντας που διατηρεί πελατειακές σχέσεις με τους ψηφοφόρους του ή κομματικός αρχηγός: τοπικοί ~ες. Βλ. -άρχης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ