| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25491 | κομμάτι | κομ-μά-τι ουσ. (ουδ.) {κομματ-ιού} (προφ.) 1. μέρος, στοιχείο διαχωρισμένο από ένα σύνολο: ένα ~ γλυκό/χαρτί. ~ κρέατος (πβ. μερίδα, τεμάχιο)/ψωμιού (πβ. φέτα, βλ. ξεροκόμματο). Τα ~ια της μηχανής (= εξαρτήματα)/του παζλ/του σκακιού (= πιόνια). Βγάζω/διαλέγω/κόβω/λείπει ένα ~. Πήρε το καλύτερο ~. Το νέο ~ της εθνικής οδού (= τμήμα). Θα σου διαβάσω ένα ~ (= απόσπασμα) από το βιβλίο. Το τελευταίο ~ της ομιλίας/της συζήτησης ήταν και το πιο ενδιαφέρον. Συναρμολογώ τα ~ια. Έσκισε το γράμμα σε μικρά ~ια. Το πιάτο έσπασε σε χίλια ~ια (πβ. θραύσμα, συντρίμμια).|| (μτφ.) Αποτελεί/είναι αναπόσπαστο/οργανικό ~ της ακαδημαϊκής κοινότητας/της επιμορφωτικής διαδικασίας. Ένα ~ από εμένα (= του εαυτού μου). 2. μουσική σύνθεση, τραγούδι: απαλό/αυτούσιο/εισαγωγικό/εμπορικό/οργανικό/ορχηστρικό/ποιοτικό/χορευτικό ~. ~ για κιθάρα/πιάνο. Τα ~ια του δίσκου. Ο σταθμός παίζει πολύ ωραία ~ια. Πβ. έργο. 3. προϊόν· αντικείμενο αξίας: Πόσο πάει το ~; Δέκα ευρώ το ~.|| Μοναδικό/μουσειακό/πολύτιμο/σπάνιο/συλλεκτικό ~. Πβ. τεμάχιο. 4. {ως επίρρ.} (προφ.) λίγο: Είναι ~ δύσκολο αυτό που μου ζητάς. Είμαι ~ συγχυσμένος. 5. (αργκό) πολύ εμφανίσιμη και ελκυστική γυναίκα. Πβ. κόμματος. ● Μεγεθ.: κομματάρα (η): στις σημ.1, 2. ● ΦΡ.: άι στα κομμάτια! & πήγαινε στα κομμάτια! (υβριστ.): επιφωνηματική έκφραση αγανάκτησης ή οργής. Πβ. άι/άντε πνίξου!, στα τσακίδια., γίνομαι (χίλια) κομμάτια (προφ.): επιδεικνύω μεγάλη διάθεση να εξυπηρετήσω κάποιον· εξουθενώνομαι: Όσες φορές χρειάστηκα κάτι, έγινε ~ να με βοηθήσει. Πβ. έγινα/γίνομαι θυσία για κάποιον, σκίζομαι.|| Με όλη αυτή την ταλαιπωρία έγινα ~., γίνομαι/είμαι κομμάτια (μτφ.-προφ.) 1. καταρρέω ψυχολογικά. 2. μεθώ υπερβολικά. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι αλοιφή (1), γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι, γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι 3. είμαι πάρα πολύ κουρασμένος., κάνει το κομμάτι του (προφ.): επιδεικνύεται: Ήρθε με το καινούργιο του αμάξι, για να ~ ~., κάνω κομμάτια (προφ.) 1. σπάω, θρυμματίζω: Κάηκε το τροφοδοτικό και το έκανα ~. ΣΥΝ. κάνω βίδες (1) 2. (μτφ.-επιτατ.) συντρίβω: Μου έκανε την καρδιά ~. 3. (συνήθ. απειλητ.) μαλώνω, δέρνω κάποιον: Θα σε ~ ~! ΣΥΝ. κάνω κάποιον κιμά (1), κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο), κομμάτι κομμάτι/κομματάκι κομματάκι (προφ.) ΣΥΝ. κομματιαστά 1. ένα ένα: Συναρμολόγησε ~ ~ έναν υπολογιστή. Έφτιαξε το παζλ ~ ~. 2. (μτφ.) λίγο λίγο, σταδιακά: Η αλήθεια αποκαλύφθηκε ~ ~., κομμάτια/τσιμέντο να γίνει & ας πάει στα κομμάτια (προφ.): για δήλωση συγκατάβασης: Δεν θέλω να φύγουμε, αλλά (άντε) ~ ~! Πβ. τέλος πάντων. ΣΥΝ. ντέφι να γίνει, μαζεύω τα κομμάτια μου (προφ.-επιτατ.): συνέρχομαι από ψυχική ταλαιπωρία., με το κομμάτι: ανάλογα με την ποσότητα: καρπούζια ~ ~ (: ολόκληρα, όχι με το κιλό). Εργάζομαι/πληρώνομαι ~ ~., τι στα κομμάτια (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απορία και δυσαρέσκεια: ~ ~ συμβαίνει;, για ένα κομμάτι/ένα καρβέλι/μια μπουκιά ψωμί βλ. ψωμί, είναι ένα κομμάτι μάλαμα βλ. μάλαμα, κομμάτι/μερίδιο από την πίτα βλ. πίτα ● βλ. κομματάκι [< μεσν. κομμάτι(ν), γαλλ. pièce] | |
| 25492 | κομματιάζω | κομ-μα-τιά-ζω ρ. (μτβ.) {κομμάτια-σα, κομματιά-στηκε, -σμένος, κομματιάζ-οντας} 1. κόβω σε κομμάτια, τεμαχίζω: ~ το κρέας. ~σμένο: κρεμμύδι (= ψιλοκομμένο).|| Το λιοντάρι ~σε (= κατασπάραξε) τη λεία του. Το αυτοκίνητο τον ~σε (= τον διαμέλισε). Πβ. λιανίζω.|| (μτφ.) Η μοναξιά τού ~ει την καρδιά. Πβ. κάνω κομμάτια, κατα~. 2. σπάω, διαιρώ (σε μικρότερα τμήματα): Ο καθρέφτης/το φορτηγό ~στηκε. Πβ. σμπαραλιάζω, συντρίβω.|| (μτφ.) Αυτοκρατορία που ~στηκε σε εθνικά κράτη (πβ. κατακερματίζω, χωρίζω). [< μεσν. κομματιάζω] | |
| 25493 | κομμάτιασμα | κομ-μά-τια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. τεμαχισμός: ~ της τροφής.|| (μτφ.) ~ της ψυχής. Πβ. συντριβή. 2. διάσπαση, διαχωρισμός, διαίρεση σε μικρότερα τμήματα: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων.|| (μτφ.) ~ χωρών. ~ και ξεπούλημα δημόσιων οργανισμών. Πβ. διαμελ-, κατακερματ-ισμός, τεμαχιοποίηση. | |
| 25494 | κομματιαστός | , ή, ό κομ-μα-τια-στός επίθ. (προφ.) 1. που χαρακτηρίζεται από ασυνέχεια, που γίνεται με διακοπές ή κατά τμήματα: ~ός: λόγος. ~ή: αφήγηση. Υλικό ~ό και ανακατεμένο. Πβ. αποσπασματ-, τμηματ-ικός. 2. κομμένος σε κομμάτια: ~ό: ύφασμα. Πβ. κομματια-, τεμαχι-σμένος. ● επίρρ.: κομματιαστά: ΣΥΝ. κομμάτι κομμάτι. | |
| 25495 | κομματίζομαι | κομ-μα-τί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {κομματι-σμένος | συνήθ. στο γ' πρόσ.} (αρνητ. συνυποδ.): είμαι οργανωμένο μέλος, ένθερμος οπαδός πολιτικής παράταξης και ενεργώ για το συμφέρον της. | |
| 25496 | κομματικοκρατία | βλ. κομματοκρατία | |
| 25497 | κομματικοποιημένος | , η, ο κομ-μα-τι-κο-ποι-η-μέ-νος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που έχει κομματικοποιηθεί: ~ος: συνδικαλισμός. ~η: εφημερίδα/πολιτική. ~ο: άτομο/κράτος. Πολιτικοποιημένος και όχι (στενά) ~. | |
| 25498 | κομματικοποίηση | κομ-μα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): επικράτηση του κομματισμού, των κομματικών συμφερόντων: ακραία/έντονη/πλήρης ~. ~ της δημόσιας ζωής. Αναξιοκρατία και ~. Βλ. πολιτικοποίηση, -ποίηση. ΑΝΤ. αποκομματικοποίηση | |
| 25499 | κομματικοποιώ | [κομματικοποιῶ] κομ-μα-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κομματικοποι-εί ... | κομματικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (αρνητ. συνυποδ.): προσδίδω κομματικό χαρακτήρα στον δημόσιο βίο, ελέγχω κομματικά μια διαδικασία: Κυβερνητικοί παράγοντες ~ούν τον αθλητισμό. Υπηρεσία που ~ήθηκε. Βλ. πολιτικοποιώ, -ποιώ. | |
| 25500 | κομματικός | , ή, ό κομ-μα-τι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με ένα πολιτικό κόμμα (μιας χώρας): ~ός: διάλογος/ηγέτης/μηχανισμός. ~ή: εκδήλωση/νεολαία/οργάνωση/πειθαρχία/υποστήριξη (υποψηφίων). ~ό: συνέδριο. ~οί: παράγοντες. ~ές: παρατάξεις (= κόμματα). ~ά: όργανα/στελέχη. Πολιτικό και ~ό σύστημα (βλ. δικομματισμός). Δεν έχει ~ή ταυτότητα. Συσπείρωση της ~ής βάσης. Βλ. αντι~, δια~, δι~, ενδο~, εξω~, εσω~, μικρο~, μονο~, παλαιο~, πολυ~, υπερ~. 2. (αρνητ. συνυποδ.) που εξυπηρετεί τα συμφέροντα ενός κόμματος: ~ός: πατριωτισμός/συνδικαλισμός. ~ή: εκμετάλλευση/προπαγάνδα. ~ό: κατεστημένο/κράτος (βλ. κομματισμός, πελατειακές σχέσεις, ρουσφέτι). Προσλήψεις με ~ά κριτήρια. Πβ. μικροπολιτικός, παραταξιακός. ΑΝΤ. ακομμάτιστος ● Ουσ.: κομματικά (τα): ενν. θέματα, ζητήματα: Μην μπερδεύεις τα πολιτικά με τα ~., κομματικοί (οι): άνθρωποι, παράγοντες ενός κόμματος. ● επίρρ.: κομματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< πβ. μτγν. κομματικός 'που αποτελείται από μικρές προτάσεις'] | |
| 25501 | κομματισμός | κομ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): άσκηση εξουσίας και έλεγχος του δημόσιου βίου από τις πολιτικές παρατάξεις και κυρ. από το κυβερνών κόμμα: άκρατος/κυβερνητικός ~. ~ στις προσλήψεις. Εξάλειψη/κατάργηση του ~ού. Επικρατεί/κυριαρχεί ο ~. Πβ. κομματικοποίηση. Βλ. κυβερνητισμός, δι~, μικρο~, μονο~, παλαιο~, πολυ~, -ισμός. ΣΥΝ. κομματοκρατία | |
| 25502 | κομματοκρατία | κομ-μα-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) & κομματικοκρατία (αρνητ. συνυποδ.): κομματισμός. Βλ. -κρατία. | |
| 25503 | κόμματος | κόμ-μα-τος ουσ. (αρσ.) (αργκό): πολύ εμφανίσιμη, εντυπωσιακή και ελκυστική γυναίκα. Πβ. γκόμενα, θεά, κομμάτι, κούκλα, μανούλι. [< γαλλ. beau morceau] | |
| 25504 | κομματόσκυλο | κομ-μα-τό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) (μειωτ.) {συνήθ. στον πληθ.}: πειθήνιο όργανο κόμματος. Βλ. λακές, παρατρεχάμενος. | |
| 25505 | κομμένος | , η, ο κομ-μέ-νος επίθ. 1. που έχει κοπεί: ~ος: κορμός (δέντρου). ~ο: ψωμί. ~α: λουλούδια. Λαχανικά/φρούτα ~α σε ροδέλες/σε φέτες. Βλ. φρεσκο~, χοντρο~, ψιλο~. ΑΝΤ. άκοπος.|| Οι ~ες σκηνές της ταινίας (: που δεν προβλήθηκαν).|| (ως έκφρ. οργής) ~α τα αστεία (= τέρμα)!|| (ως ουσ.) Οι ~οι των εξετάσεων (= οι αποτυχόντες). 2. (μτφ.) που δείχνει κουρασμένος εξαιτίας ασθένειας ή αϋπνίας· καταβεβλημένος, εξαντλημένος, καταπονημένος: Νιώθω ~. Φαίνεσαι (λίγο) ~. Με ~α γόνατα (: από εξάντληση ή συναισθηματική φόρτιση). Τα μάτια του είναι ~α από την κούραση. Πβ. χλομός, ωχρός. ● ΦΡ.: κομμένος και ραμμένος: που είναι κατάλληλος (για κάποιον), που έχει προσαρμοστεί ή ταιριάζει απόλυτα κάπου: ρόλος ~ ~ στα μέτρα του πρωταγωνιστή. Προϊόν ~ο ~ο για τις ανάγκες μου., με κομμένα/πεσμένα (τα) φτερά βλ. φτερό, με κομμένη (την) ανάσα βλ. ανάσα ● βλ. κόβω | |
| 25506 | κόμμι | κόμ-μι ουσ. (ουδ.) {κόμμ-εος κ. -εως | -εα}: ΧΗΜ. παχύρρευστη κολλώδης ουσία που εκκρίνεται από τον φλοιό μερικών δέντρων και χρησιμοποιείται κυρ. στην τεχνολογία τροφίμων ως πηκτικό μέσο ή ως σταθεροποιητής: αραβικό ~ ή ~ ακακίας. Ελαστικό ~ (= καουτσούκ). ~ χαρουπιών. Τεχνητά/φυσικά ~εα. ~εα λάκας. Βλ. ζελατίνη, κυτταρίνη, μαστίχα, πηκτίνη, ρετσίνα. ΣΥΝ. γόμα (2) [< αρχ. κόμμι, γαλλ. gomme] | |
| 25507 | κομμίωση | κομ-μί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μυκητολογική ασθένεια που προσβάλλει τα δέντρα, κυρ. τα εσπεριδοειδή, με συμπτώματα την εμφάνιση πληγών στη βάση του κορμού και την έκκριση κόμμεος: ~ του λαιμού/του φλοιού της πορτοκαλιάς. Βλ. ανθράκωση, περονόσπορος. [< γαλλ. gommose] | |
| 25508 | κομμός | κομ-μός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. (στην αρχαία τραγωδία) θρηνητικό άσμα που τραγουδιέται από έναν ή δύο υποκριτές και από τον χορό. Βλ. πάροδος, στάσιμο, χορικό. [< αρχ. κομμός] | |
| 25509 | κομμούνα | κομ-μού-να ουσ. (θηλ.) & κουμμούνα & κουμούνα (προφ.-μειωτ.): κομμουνιστής. ΣΥΝ. κομμούνι | |
| 25510 | κομμουναλισμός | κομ-μου-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.) & κομουναλισμός: ΦΙΛΟΣ. κοινοτισμός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ