Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [26220-26240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25472κομήτηςκο-μή-της ουσ. (αρσ.) {κομητών}: ΑΣΤΡΟΝ. ουράνιο σώμα, μεγάλου μεγέθους, αποτελούμενο από στερεοποιημένη σκόνη, διοξείδιο του άνθρακα, πετρώματα και πάγο, το οποίο, όταν διέρχεται κοντά από τον Ήλιο, εξατμίζεται δημιουργώντας λεπτή ατμόσφαιρα (κόμη) και νεφελώδη ουρά: λαμπερός/φωτεινός ~. Το πέρασμα του ~η Χάλεϊ από τη Γη (κάθε 75-76 χρόνια). ~ες βραχείας/μακράς περιόδου. Βλ. αστεροειδής, μετεωρίτης, σύμφαση, χιονόμπαλα. ● ΦΡ.: σαν κομήτης (μτφ.): για κάποιον που εμφανίζεται σε έναν χώρο σπάνια, ξαφνικά και φεύγει αμέσως: Ήρθε/πέρασε ~ ~. [< αρχ. κομήτης (ἀστήρ), γαλλ. comète, αγγλ. comet]
25473κομητοειδής, ής, ές κο-μη-το-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με κομήτη ως προς το σχήμα: ~ής: αστέρας. Βλ. -ειδής.
25475κομίζωκο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {κόμι-σε, κομί-σει, κομίζ-οντας, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): φέρω, μεταφέρω: Τι καινούργιο ~ει (= προσφέρει) το βιβλίο; ~σε νέες ιδέες/προτάσεις.|| (μτφ.) Ο πληθωρισμός ~ει λιτότητα. Το όφελος που ~εται (= αποκομίζεται) από την προστασία του περιβάλλοντος. Βλ. προσ~. ● ΦΡ.: κομίζω γλαύκα ε(ι)ς Αθήνας βλ. γλαύκα [< αρχ. κομίζω]
25476κόμικ στριπκό-μικ στριπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σειρά σχεδίων με λίγα καρέ, συνοδευόμενα συχνά από κείμενο· η μικρή ιστορία που δημοσιεύεται σε αυτή τη μορφή: χιουμοριστικά ~. ~ σε εφημερίδες και περιοδικά. Πβ. κόμικς. ● Υποκ.: στριπάκι (το) [< αμερικ. comic strip, 1911]
25477κόμικςκό-μικς ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ. | σπανιότ. στον εν. κόμικ} & κόμιξ: σειρά σχεδίων συνήθ. οργανωμένων σε καρέ, τα οποία αφηγούνται μια ιστορία και συχνά περιλαμβάνουν κείμενο σε μορφή διαλόγου ή λεζάντας· συνεκδ. το περιοδικό που τα δημοσιεύει. Πβ. κόμικ στριπ. Βλ. η ένατη τέχνη, καρτούν, κινούμενα σχέδια, συννεφάκι. [< αμερικ. comic (strip), πληθ. comics, γαλλ. comics, 1940]
25478κόμιςβλ. κόμης
25479κομισάριοςκο-μι-σά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (κ. με κεφαλ. Κ) 1. ΑΘΛ. παρατηρητής αγώνα μπάσκετ ή βόλεϊ: ~ της λίγκας/του ΝΒΑ. Έκθεση του ~ίου. Διαιτητές, κριτές και ~οι. 2. επίτροπος, πληρεξούσιος: ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.|| (παλαιότ., στη Σοβιετική Ένωση) ~ Εξωτερικών/Εσωτερικών Υποθέσεων. [< μεσν. κομμισσάριος ‘πληρεξούσιος, επιστάτης’, γαλλ. commissaire, ιταλ. commissario, ρωσ. komissár]
25480ΚομισιόνΚο-μι-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή: απόφαση/έγκριση/έκθεση/μέτρα/παρέμβαση/προτάσεις/συστάσεις/τελεσίγραφο της ~. [< γαλλ. Commission]
25481κόμισσακό-μισ-σα ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): σύζυγος του κόμη ή γυναίκα ευγενής που έφερε τίτλο αντίστοιχο με αυτόν του κόμη: Πβ. κοντέσα.|| (προφ.-ειρων., για υπεροπτική γυναίκα) Τι θέλετε, κυρία ~; ● βλ. κόμης [παλαιότ. ορθογρ. κόμησσα]
25482κομίσταςκο-μί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κομίστα}: δημιουργός κόμικς: εικονογράφος-~. Βλ. -ίστας, καρτουνίστας.
25483κομιστήςκο-μι-στής ουσ. (αρσ.) , κομίστρια (η) 1. ΝΟΜ. ο τελευταίος κάτοχος αξιογράφου, ο οποίος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την εξόφλησή του: κύριος/νόμιμος ~. ~ επιταγής/συναλλαγματικής. Η αποζημίωση/τα δικαιώματα του ~ή. ~ εξ αναγωγής. Διαπραγματεύσιμοι τίτλοι (εκδιδόμενοι) στον ~ή. ~ές γραμματίων/ομολόγων. Υποχρεώσεις ~ών. Βλ. δέκτης, λήπτης.|| (ως επίθ.) Κομίστρια τράπεζα. 2. (επίσ.) πρόσωπο που κομίζει, φέρνει κάτι: ~ επιστολής/μηνύματος. Πβ. μεταφορέας. Βλ. γραμματο~. [< αρχ. κομιστής, γαλλ. porteur]
25484κόμιστροκό-μι-στρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίστρου, συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.): ποσό που καταβάλλει κάποιος ως αντίτιμο για τη μεταφορά του ίδιου ή φορτίου με μέσο μετακίνησης: ηλεκτρονικό ~ διαδρομής. Τα ~α των λεωφορείων/των ταξί (πβ. ταρίφα). Υψηλά/φτηνά ~α. Αγορανομικά/αεροπορικά ~α. Κατώτατα όρια ~ίστρων. Ανατιμήσεις/αυξήσεις στα ~α. Δελτίο μειωμένου ~ίστρου. Πβ. μεταφορικά, ναύλα. Βλ. -τρο, έξοδα, επι~. [< μτγν. κόμιστρον]
25485κομιτατζήςκο-μι-τα-τζής ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΙΣΤ. ένοπλο μέλος του βουλγαρικού κομιτάτου που έδρασε εναντίον των Ελλήνων από τα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 20ού αι. στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία. [< τουρκ. komitacι]
25486κομιτάτοκο-μι-τά-το ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.) 1. πολιτική και στρατιωτική, συνήθ. αντάρτικη οργάνωση που δρα σε ξένη ή υπόδουλη χώρα: τα μέλη του ~ου (= κομιτατζήδες). 2. επιτροπή: φιλελληνικά ~α (: την περίοδο της Επανάστασης του 1821). Πβ. σύλλογος, σωματείο.|| Καρναβαλικό ~. [< μτγν. κομιτᾶτον ΄βασιλική ακολουθία ή συνοδεία΄, ιταλ. comitato]
25487κόμμακόμ-μα ουσ. (ουδ.) {κόμμ-ατος | -ατα} 1. ΠΟΛΙΤ. & πολιτικό κόμμα: οργάνωση που συγκροτείται βάσει πολιτικών και ιδεολογικών αρχών και έχει ως στόχο την πολιτική δράση ή και τη διεκδίκηση της εξουσίας: αρχηγικό (: στο οποίο οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται συνήθ. από τον αρχηγό και όχι από τα συλλογικά όργανα)/δημοκρατικό/εθνικό/επαναστατικό/κομμουνιστικό/κυβερνών/λαϊκό/οικολογικό/ρεπουμπλικανικό/σοσιαλιστικό/συντηρητικό/φιλελεύθερο ~. Το ~ της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Βουλευτής/(γενικός) γραμματέας/εκπρόσωπος/ηγέτης/μέλος/πρόεδρος/στελέχη/υποψήφιος ~ατος. Γραμμή/διάσπαση/εξαγγελίες/ιδεολογία/ίδρυση/νεολαία/πολιτική/(εκλογικό) ποσοστό/συνέδριο/ψηφοδέλτιο ~ατος. ~ εκτός Βουλής/νόμου. Τα ~ατα της αριστεράς/της δεξιάς. Συνύπαρξη πολλών ~άτων (= πολυκομματισμός). Πβ. παράταξη. 2. ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (,) που χωρίζει προτάσεις ή μέρη πρότασης και υποδηλώνει μικρή παύση της φωνής. ΣΥΝ. υποστιγμή 3. ΜΑΘ. (προφ.) υποδιαστολή. 4. ΜΟΥΣ. το μικρότερο αντιληπτό από την ακοή διάστημα μεταξύ δύο μουσικών φθόγγων. ● Υποκ.: κομματίδιο (το) (μειωτ.): στη σημ. 1. Βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: διδύμειο κόμμα: ΜΟΥΣ. η διαφορά ανάμεσα στον μείζονα τόνο (9/8) και τον ελάσσονα (10/9)., κόμμα εξουσίας: ΠΟΛΙΤ. που λόγω της εκλογικής του δύναμης έχει προοπτικές να κυβερνήσει: εν δυνάμει ~ ~., πυθαγόρειο κόμμα & (σπάν.) διατονικό κόμμα: ΜΟΥΣ. η διαφορά ανάμεσα σε επτά οκτάβες και δώδεκα πέμπτες. ● ΦΡ.: κάνω κόμμα (μτφ.-προφ.): συμμαχώ ή ενεργώ από κοινού με κάποιον εναντίον τρίτου., δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα [< μτγν. κόμμα 1: γαλλ. parti 2,3: γαλλ. virgule]
25488κομμάρακομ-μά-ρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & κομάρα (προφ.): αίσθηση σωματικής κατάπτωσης, εξάντληση που οφείλεται σε παθολογικά ή ψυχολογικά αίτια: ~ες και ατονία. Αισθάνομαι/νιώθω ~ες. Έχω πυρετό και ~ες. Πβ. αδυναμία. Βλ. κρυάδα, ναυτία.
25489κομματάκικομ-μα-τά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό κομμάτι: ένα ~ τυρί/ψωμί. ~ια κρέατος (: κύβοι)/σοκολάτας (: καρέ). Καρότο κομμένο σε (λεπτά/ψιλά) ~ια. Θα φάω ένα ~ μόνο! Βλ. μπουκ-, σταλ-ίτσα. 2. {ως επίρρ.} (προφ.) λίγο, λιγάκι: Κάτι μου πέφτει/φαίνεται ~ ακριβό/δύσκολο. ● ΦΡ.: κομμάτι κομμάτι/κομματάκι κομματάκι βλ. κομμάτι ● βλ. κομμάτι [< 1: μεσν. κομματάκι]
25490κομματάρχηςκομ-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): υψηλά ιστάμενος κομματικός παράγοντας που διατηρεί πελατειακές σχέσεις με τους ψηφοφόρους του ή κομματικός αρχηγός: τοπικοί ~ες. Βλ. -άρχης.
25491κομμάτικομ-μά-τι ουσ. (ουδ.) {κομματ-ιού} (προφ.) 1. μέρος, στοιχείο διαχωρισμένο από ένα σύνολο: ένα ~ γλυκό/χαρτί. ~ κρέατος (πβ. μερίδα, τεμάχιο)/ψωμιού (πβ. φέτα, βλ. ξεροκόμματο). Τα ~ια της μηχανής (= εξαρτήματα)/του παζλ/του σκακιού (= πιόνια). Βγάζω/διαλέγω/κόβω/λείπει ένα ~. Πήρε το καλύτερο ~. Το νέο ~ της εθνικής οδού (= τμήμα). Θα σου διαβάσω ένα ~ (= απόσπασμα) από το βιβλίο. Το τελευταίο ~ της ομιλίας/της συζήτησης ήταν και το πιο ενδιαφέρον. Συναρμολογώ τα ~ια. Έσκισε το γράμμα σε μικρά ~ια. Το πιάτο έσπασε σε χίλια ~ια (πβ. θραύσμα, συντρίμμια).|| (μτφ.) Αποτελεί/είναι αναπόσπαστο/οργανικό ~ της ακαδημαϊκής κοινότητας/της επιμορφωτικής διαδικασίας. Ένα ~ από εμένα (= του εαυτού μου). 2. μουσική σύνθεση, τραγούδι: απαλό/αυτούσιο/εισαγωγικό/εμπορικό/οργανικό/ορχηστρικό/ποιοτικό/χορευτικό ~. ~ για κιθάρα/πιάνο. Τα ~ια του δίσκου. Ο σταθμός παίζει πολύ ωραία ~ια. Πβ. έργο. 3. προϊόν· αντικείμενο αξίας: Πόσο πάει το ~; Δέκα ευρώ το ~.|| Μοναδικό/μουσειακό/πολύτιμο/σπάνιο/συλλεκτικό ~. Πβ. τεμάχιο. 4. {ως επίρρ.} (προφ.) λίγο: Είναι ~ δύσκολο αυτό που μου ζητάς. Είμαι ~ συγχυσμένος. 5. (αργκό) πολύ εμφανίσιμη και ελκυστική γυναίκα. Πβ. κόμματος. ● Μεγεθ.: κομματάρα (η): στις σημ.1, 2. ● ΦΡ.: άι στα κομμάτια! & πήγαινε στα κομμάτια! (υβριστ.): επιφωνηματική έκφραση αγανάκτησης ή οργής. Πβ. άι/άντε πνίξου!, στα τσακίδια., γίνομαι (χίλια) κομμάτια (προφ.): επιδεικνύω μεγάλη διάθεση να εξυπηρετήσω κάποιον· εξουθενώνομαι: Όσες φορές χρειάστηκα κάτι, έγινε ~ να με βοηθήσει. Πβ. έγινα/γίνομαι θυσία για κάποιον, σκίζομαι.|| Με όλη αυτή την ταλαιπωρία έγινα ~., γίνομαι/είμαι κομμάτια (μτφ.-προφ.) 1. καταρρέω ψυχολογικά. 2. μεθώ υπερβολικά. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι αλοιφή (1), γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι, γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι 3. είμαι πάρα πολύ κουρασμένος., κάνει το κομμάτι του (προφ.): επιδεικνύεται: Ήρθε με το καινούργιο του αμάξι, για να ~ ~., κάνω κομμάτια (προφ.) 1. σπάω, θρυμματίζω: Κάηκε το τροφοδοτικό και το έκανα ~. ΣΥΝ. κάνω βίδες (1) 2. (μτφ.-επιτατ.) συντρίβω: Μου έκανε την καρδιά ~. 3. (συνήθ. απειλητ.) μαλώνω, δέρνω κάποιον: Θα σε ~ ~! ΣΥΝ. κάνω κάποιον κιμά (1), κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο), κομμάτι κομμάτι/κομματάκι κομματάκι (προφ.) ΣΥΝ. κομματιαστά 1. ένα ένα: Συναρμολόγησε ~ ~ έναν υπολογιστή. Έφτιαξε το παζλ ~ ~. 2. (μτφ.) λίγο λίγο, σταδιακά: Η αλήθεια αποκαλύφθηκε ~ ~., κομμάτια/τσιμέντο να γίνει & ας πάει στα κομμάτια (προφ.): για δήλωση συγκατάβασης: Δεν θέλω να φύγουμε, αλλά (άντε) ~ ~! Πβ. τέλος πάντων. ΣΥΝ. ντέφι να γίνει, μαζεύω τα κομμάτια μου (προφ.-επιτατ.): συνέρχομαι από ψυχική ταλαιπωρία., με το κομμάτι: ανάλογα με την ποσότητα: καρπούζια ~ ~ (: ολόκληρα, όχι με το κιλό). Εργάζομαι/πληρώνομαι ~ ~., τι στα κομμάτια (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απορία και δυσαρέσκεια: ~ ~ συμβαίνει;, για ένα κομμάτι/ένα καρβέλι/μια μπουκιά ψωμί βλ. ψωμί, είναι ένα κομμάτι μάλαμα βλ. μάλαμα, κομμάτι/μερίδιο από την πίτα βλ. πίτα ● βλ. κομματάκι [< μεσν. κομμάτι(ν), γαλλ. pièce]
25492κομματιάζωκομ-μα-τιά-ζω ρ. (μτβ.) {κομμάτια-σα, κομματιά-στηκε, -σμένος, κομματιάζ-οντας} 1. κόβω σε κομμάτια, τεμαχίζω: ~ το κρέας. ~σμένο: κρεμμύδι (= ψιλοκομμένο).|| Το λιοντάρι ~σε (= κατασπάραξε) τη λεία του. Το αυτοκίνητο τον ~σε (= τον διαμέλισε). Πβ. λιανίζω.|| (μτφ.) Η μοναξιά τού ~ει την καρδιά. Πβ. κάνω κομμάτια, κατα~. 2. σπάω, διαιρώ (σε μικρότερα τμήματα): Ο καθρέφτης/το φορτηγό ~στηκε. Πβ. σμπαραλιάζω, συντρίβω.|| (μτφ.) Αυτοκρατορία που ~στηκε σε εθνικά κράτη (πβ. κατακερματίζω, χωρίζω). [< μεσν. κομματιάζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.