| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25511 | κομμούνι | κομ-μού-νι ουσ. (ουδ.) & κουμ(μ)ούνι & κομούνι (προφ.-μειωτ.): κομμουνιστής. ΣΥΝ. κομμούνα | |
| 25513 | κομμουνιστής, κομμουνίστρια | κομ-μου-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) & κομουνιστής & (προφ.) κουμ(μ)ουνιστής: οπαδός του κομμουνισμού, μέλος του κομμουνιστικού κόμματος: στρατευμένος ~. Αριστεροί/σοσιαλιστές και ~ές. (παλαιότ.) Διώξεις/εξορίες ~ών.|| (ως επίθ.) ~ής: ηγέτης. ~ές: εργάτες. Πβ. κόκκινος. Βλ. αντι~, ευρω~, μετα~, καπιταλιστής, μαρξιστής, σταλινικός, φασίστας. [< γαλλ. communiste, 1832] | |
| 25514 | κομμουνιστικός | , ή, ό κομ-μου-νι-στι-κός επίθ. & κομουνιστικός & (προφ.) κουμ(μ)ουνιστικός: που σχετίζεται με τον κομμουνισμό: ~ή: Αριστερά/νεολαία. ~ό: καθεστώς/κόμμα/μανιφέστο. ~οί: πυρήνες. ~ές: ιδέες. Πρώην ~ά κράτη. ~ό και εργατικό/λαϊκό κίνημα. Δεξιές, αριστερές και ~ές οργανώσεις. Βλ. αντι~, ευρω~, μετα~, καπιταλιστ-, μαρξιστ-, σταλιν-, φασιστ-ικός. [< γαλλ. communiste] | |
| 25515 | κόμμωση | κόμ-μω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κούρεμα ή/και χτένισμα των μαλλιών και ειδικότ. ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο είναι κομμένα ή/και χτενισμένα τα μαλλιά: εκκεντρική/νυφική/περίτεχνη/προσεγμένη ~. (ειρων.) Χάλασε η ~. (σε επιγραφή ή διαφήμιση κομμωτηρίου:) Ανδρικές/γυναικείες/παιδικές ~ώσεις. (ως μάθημα σε Σχολή Κομμωτικής:) Σχέδιο ~ώσεων. (για κομμωτή:) Επιμελήθηκε την ~ή της. Πβ. κουπ, κόψιμο. [< πβ. μτγν. κόμμωσις ‘στόλισμα με επιτήδευση’, γαλλ. coiffure] | |
| 25516 | κομμωτήριο | κομ-μω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα στο οποίο προσφέρονται υπηρεσίες περιποίησης των γυναικείων συνήθ. μαλλιών (κούρεμα, χτένισμα, βαφή) και γενικότ. υπηρεσίες καλλωπισμού: γυναικείο/παιδικό ~. Ανδρικό ~ (πβ. κουρείο). Είδη/εξοπλισμός ~ίου. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. salon de coiffure] | |
| 25517 | κομμωτής, κομμώτρια | κομ-μω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που παρέχει, σε επαγγελματικό επίπεδο, υπηρεσίες περιποίησης μαλλιών: ο προσωπικός της ~. Βοηθός ~ή. ~ και στιλίστας. ~ές/~τριες και αισθητικοί/μακιγιέρ/μανικιουρίστες. Πάω στην ~τρια (= στο κομμωτήριο). Σχολή κομμωτών. Πβ. κουρέας. ● Υποκ.: κομμωτριούλα (η): μαθητευόμενη συνήθ. κομμώτρια. [< μτγν. κομμωτής] | |
| 25518 | κομμωτικός | , ή, ό κομ-μω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κόμμωση ή τον κομμωτή: ~ές: δημιουργίες/τάσεις/υπηρεσίες. Πβ. κουρευτικός. ● Ουσ.: κομμωτική (η) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ενν. τέχνη: ~ και αισθητική. Σαλόνι/στούντιο ~ής (= κομμωτήριο). Αξεσουάρ/προϊόντα/σχολή ~ής. Σπουδάζω ~. [< μτγν. κομμωτικός ‘σχετικός με τον καλλωπισμό’, γαλλ. coiffant] | |
| 25519 | κομό | κο-μό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κομός (ο) (παλαιότ.): ξύλινο έπιπλο με συρτάρια. Πβ. σιφονιέρα. Βλ. κομοδίνο, μπουφές, συρταριέρα. ΣΥΝ. κομότα [< ιταλ. como] | |
| 25520 | κομοδίνο | κο-μο-δί-νο ουσ. (ουδ.): μικρό ορθογώνιο, συνήθ. ξύλινο έπιπλο με συρτάρι(α) ή/και ντουλαπάκι που τοποθετείται δίπλα στο κρεβάτι. Βλ. κομό. [< ιταλ. comodino] | |
| 25522 | κομοστέγη | κο-μο-στέ-γη ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. (σε δάσος) τα φυλλώματα της κορυφής των δέντρων, που αποτελούν ενδιαίτημα πολλών ζωικών οργανισμών και λειτουργούν ως φυσικό εμπόδιο, συγκρατώντας ή αντανακλώντας μεγάλο μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας. [< αγγλ. canopy, γαλλ. canopée, 1989] | |
| 25523 | κομότα | κο-μό-τα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κομό. [< γαλλ. commode] | |
| 25524 | Κομοτηναίος, Κομοτηναία | [Κομοτηναῖος] Κο-μο-τη-ναί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κομοτηνή. | |
| 25525 | κομουναλισμός | βλ. κομμουναλισμός | |
| 25526 | κομούνι | βλ. κομμούνι | |
| 25527 | κομουνισμός | βλ. κομμουνισμός | |
| 25528 | κομουνιστής | βλ. κομμουνιστής | |
| 25529 | κομουνιστικός | , ή, ό βλ. κομμουνιστικός | |
| 25530 | κομπάζω | κο-μπά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπανιότ. κόμπα-ζε, -σε, κομπάζ-οντας}: καυχιέμαι, περηφανεύομαι προκλητικά για κάτι: ~ει για τις επιτυχίες του. ~ζε ότι/πως ήταν ανίκητος. Πβ. αλαζονεύ-, επαίρ-, κοκορεύ-, κορδών-ομαι, κομπορρημονώ, περιαυτολογώ. [< αρχ. κομπάζω] | |
| 25531 | κόμπακτ | κό-μπακτ επίθ. {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. (για αυτόνομο σύστημα ή μηχανισμό) που τα μέρη του είναι διευθετημένα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το σύνολο να καταλαμβάνει σχετικά μικρό χώρο· συμπαγής: ~ κάμερα/φωτογραφική μηχανή.|| (κατ' επέκτ.) ~ σχεδίαση. ~ διαστάσεις (: περιορισμένες).|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ ντισκ (= σιντί, συμπαγής δίσκος). 2. καλλυντικό (πούδρα ή μέικ απ) σε συμπυκνωμένη μορφή. [< αγγλ. compact] | |
| 25532 | κομπάλτ | κο-μπάλτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βαθύ, έντονο μπλε (του κοβαλτίου). Βλ. τιρκουάζ. [< γερμ. Kobaltblau] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ