Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26260-26280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25533κομπανίακο-μπα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) μουσικό συγκρότημα που παίζει συνήθ. λαϊκή μουσική: ρεμπέτικη ~. Παραδοσιακές ~ες. Οργανοπαίκτες, τραγουδιστές και ~ες. Βλ. γκρουπ, μπάντα. 2. (προφ.-συχνά ειρων.) παρέα: Μαζεύτηκε όλη η ~. Πβ. ομήγυρη, συντροφιά. 3. ΙΣΤ. (σπάν.) συντεχνία: εμπορική ~. Πβ. κοινοπραξία, συνεταιρισμός. [< μεσν. κομπανία, ιταλ. compagnia, γαλλ. compagnie]
25534κομπάρσοςκο-μπάρ-σος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κομπάρσα}: (σε τηλεοπτικό, κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο) βουβό συνήθ. πρόσωπο, το οποίο πλαισιώνει τους ηθοποιούς: πρωταγωνιστές και ~οι. Εμφανίζομαι/συμμετέχω σε ταινία ως ~. Κάνω τον ~ο. Βλ. γλάστρα, δευτεραγωνιστής, ήρωας, κασκαντέρ.|| (μτφ.) Ρόλος ~ου (: ασήμαντος, διακοσμητικός). Χώρα που έχει γίνει/καταντήσει ~ (πβ. ουραγός). [< ιταλ. comparsa, γαλλ. comparse]
25535κομπασμόςκο-μπα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): υπερβολική καύχηση, καυχησιολογία: αλαζονικός/υπερφίαλος ~. Χωρίς ίχνος ~ού. Μιλούσε γεμάτος/με ~ό. Φανφάρες και ~οί. Πβ. κομπορρημοσύνη. Βλ. αλαζονεία, έπαρση, ξιπασιά. ΑΝΤ. ταπεινοφροσύνη [< μτγν. κομπασμός]
25536κομπαστήςκο-μπα-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που κομπάζει: ~ και υπερόπτης. Πβ. καυχησιάρης, κομπορρήμων, φανφαρόνος. ΑΝΤ. ταπεινόφρων [< μτγν. κομπαστής]
25537κομπαστικός, ή, ό κο-μπα-στι-κός επίθ.: που φανερώνει κομπασμό: ~ή: συμπεριφορά/φλυαρία. ~ό: ύφος. ~ές και αλαζονικές δηλώσεις. Πβ. καυχησιάρικος, κομπορρήμων. ΑΝΤ. ταπεινός (1) ● επίρρ.: κομπαστικά [< μτγν. κομπαστικός]
25538κομπέρκο-μπέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (συνήθ. παλαιότ.): κονφερασιέ. [< γαλλ. compère]
25539κομπιάζωκο-μπιά-ζω ρ. (αμτβ.) {κόμπια-σα, κομπιά-σω, κομπιάζ-οντας}: δυσκολεύομαι να ολοκληρώσω λέξεις, προτάσεις κατά την ομιλία μου, λόγω ψυχικής αναστάτωσης ή αδυναμίας έκφρασης: Μίλα με θάρρος, χωρίς να ~εις (: διστάζεις)! ~σα και δεν ήξερα τι να απαντήσω. Διαβάζει ~οντας (βλ. συλλαβιστά). Πβ. τραυλίζω, χάνω τα λόγια μου.κομπιάζει 1. (προφ.) (για μηχανή, συσκευή) δυσλειτουργεί, μπλοκάρει προσωρινά: Ο επιλογέας ταχυτήτων ~ στις γρήγορες αλλαγές. Η κάρτα ήχου ~σε. Πβ. κολλώ, μπουκώνω, σκαλώνω. 2. (συνήθ. για ρούχο) βγάζει, κάνει κόμπους: Μαλακό ύφασμα που δεν ~ στο πλύσιμο.
25540κόμπιασμακό-μπια-σμα ουσ. (ουδ.) {κομπιάσμ-ατα} 1. συχνές ακούσιες παύσεις του λόγου, κυρ. εξαιτίας δισταγμού, συναισθηματικής έντασης ή αδυναμίας έκφρασης: ~ στη φωνή (από το άγχος/την αμηχανία). Πβ. κεκέδισμα, τραύλισμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) κακή απόδοση συστήματος (κυρ. μηχανής αυτοκινήτου), που συνίσταται σε συχνές διακοπές της λειτουργίας του: έντονο ~. ~/~ατα στις υψηλές στροφές. Ο κινητήρας κάνει/παρουσιάζει ~/~ατα (στην αλλαγή ταχυτήτων). Πβ. σκορτσάρισμα.
25541κομπίνα1κο-μπί-να ουσ. (θηλ.) 1. χρηματική απάτη: διαδικτυακή/ηλεκτρονική/καλοστημένη/μεγάλη ~. ~ ύψους ... εκατ. ευρώ. ~ σε βάρος του Δημοσίου. Εγκέφαλος/θύματα/κέρδη ~ας. Αποκαλύφθηκε/έγινε/οργανώθηκε/στήθηκε ~. Κάνει ~ες. Πβ. απατεωνιά, δόλος, λοβιτούρα, μπαγαποντιά. Βλ. μικρο~. 2. έξυπνο, ευρηματικό και πρωτότυπο τέχνασμα: (στο ποδόσφαιρο) Εκτέλεσαν το φάουλ με ~. Πβ. κόλπο. ● Υποκ.: κομπινούλα (η) [< γαλλ. combine]
25542κομπίνα2κο-μπί-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): θεριζοαλωνιστική μηχανή. [< αγγλ. combine (harvester), γερμ. Kombine]
25543κομπιναδόρικος, η, ο κο-μπι-να-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.): που έχει σχέση με την κομπίνα: ~η: λογική/νοοτροπία. ● επίρρ.: κομπιναδόρικα
25544κομπιναδόροςκο-μπι-να-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που κάνει κομπίνες: μιζαδόρος και ~. Θύματα ~ων. Πβ. λαμόγιο.|| (ως επίθ.) ~οι επιχειρηματίες. Βλ. -αδόρος. ΣΥΝ. απατεώνας
25545κομπινεζόνκο-μπι-νε-ζόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο εσώρουχο που μοιάζει με κοντό φουστανάκι και έχει τιράντες: δαντελένιο/διάφανο ~. ~ από σατέν. Πβ. μεσοφόρι. Βλ. νεγκλιζέ. [< γαλλ. combinaison]
25546κομπιούτερκο-μπιού-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονικός υπολογιστής: φορητό ~ (= λάπτοπ· βλ. νέτμπουκ). ~ γραφείου. Η οθόνη/το πληκτρολόγιο του ~. Μαθήματα ~ (= πληροφορικής). Το ~ κράσαρε/προσβλήθηκε από ιό. Ανοίγω/κλείνω το ~. Εγκαθιστώ ένα πρόγραμμα στο ~. ΣΥΝ. πισί [< αγγλ. computer, ιταλ. ~, 1966]
25547κομπιουτεράκικο-μπιου-τε-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): αριθμομηχανή: επιστημονικό/επιτραπέζιο/ηλιακό ~. ~ τσέπης/χειρός.
25548κομπιουτεράκιαςκο-μπιου-τε-ρά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που ασχολείται μανιωδώς με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και έχει πολλές γνώσεις πληροφορικής: πωρωμένος ~. Πβ. κομπιουτεράς. Βλ. -άκιας.
25549κομπιουτεράςκο-μπιου-τε-ράς ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που έχει σπουδάσει ή σπουδάζει πληροφορική· γενικότ. άτομο που έχει πολλές γνώσεις στους υπολογιστές και ασχολείται συστηματικά με αυτούς. Πβ. κομπιουτεράκιας. Βλ. -άς. ΣΥΝ. πληροφορικάριος
25550κομπιουτερίστικος, η, ο κο-μπιου-τε-ρί-στι-κος επίθ. & κομπιουτερικός, ή, ό (προφ.): που σχετίζεται με κομπιούτερ: ~ος: όρος. ~η: συσκευή. ~ο: περιοδικό/πρόγραμμα/υλικό. ~ες: γνώσεις/ικανότητες.|| (ως ουσ.) Ξέρει τα ~α (ενν. θέματα). Βλ. -ίστικος.
25551κόμπλακό-μπλα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. κομπλάρισμα, σάστισμα: η ~ (= αμηχανία) του πρώτου ραντεβού. Έπαθε/έφαγε ~ (= κόμπλαρε). Βλ. κάζο, νίλα, σοκ, στραπάτσο. 2. μπέρδεμα, μπλέξιμο· πρόβλημα: Δεν έγινε καμιά ~, όλα πήγαν ρολόι.|| (για πρόγραμμα υπολογιστή:) Κάνει ~ες και δεν ανοίγει σελίδες (: κολλά, μπλοκάρει). 3. κόμπλεξ: χωρίς ~.
25552κομπλάρισμακο-μπλά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του κομπλάρω: Ξεπέρασε το ~. Πβ. σάστισμα, σύγχυση, ψάρωμα.|| (για μηχανισμό:) ~ της μίζας/του μοτέρ/του υπολογιστή. Πβ. κόλλημα, κόμπιασμα, μπλοκάρισμα. Βλ. -ισμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.