Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [26260-26280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25514κομμουνιστικός, ή, ό κομ-μου-νι-στι-κός επίθ. & κομουνιστικός & (προφ.) κουμ(μ)ουνιστικός: που σχετίζεται με τον κομμουνισμό: ~ή: Αριστερά/νεολαία. ~ό: καθεστώς/κόμμα/μανιφέστο. ~οί: πυρήνες. ~ές: ιδέες. Πρώην ~ά κράτη. ~ό και εργατικό/λαϊκό κίνημα. Δεξιές, αριστερές και ~ές οργανώσεις. Βλ. αντι~, ευρω~, μετα~, καπιταλιστ-, μαρξιστ-, σταλιν-, φασιστ-ικός. [< γαλλ. communiste]
25515κόμμωσηκόμ-μω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κούρεμα ή/και χτένισμα των μαλλιών και ειδικότ. ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο είναι κομμένα ή/και χτενισμένα τα μαλλιά: εκκεντρική/νυφική/περίτεχνη/προσεγμένη ~. (ειρων.) Χάλασε η ~. (σε επιγραφή ή διαφήμιση κομμωτηρίου:) Ανδρικές/γυναικείες/παιδικές ~ώσεις. (ως μάθημα σε Σχολή Κομμωτικής:) Σχέδιο ~ώσεων. (για κομμωτή:) Επιμελήθηκε την ~ή της. Πβ. κουπ, κόψιμο. [< πβ. μτγν. κόμμωσις ‘στόλισμα με επιτήδευση’, γαλλ. coiffure]
25516κομμωτήριοκομ-μω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα στο οποίο προσφέρονται υπηρεσίες περιποίησης των γυναικείων συνήθ. μαλλιών (κούρεμα, χτένισμα, βαφή) και γενικότ. υπηρεσίες καλλωπισμού: γυναικείο/παιδικό ~. Ανδρικό ~ (πβ. κουρείο). Είδη/εξοπλισμός ~ίου. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. salon de coiffure]
25517κομμωτής, κομμώτριακομ-μω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που παρέχει, σε επαγγελματικό επίπεδο, υπηρεσίες περιποίησης μαλλιών: ο προσωπικός της ~. Βοηθός ~ή. ~ και στιλίστας. ~ές/~τριες και αισθητικοί/μακιγιέρ/μανικιουρίστες. Πάω στην ~τρια (= στο κομμωτήριο). Σχολή κομμωτών. Πβ. κουρέας. ● Υποκ.: κομμωτριούλα (η): μαθητευόμενη συνήθ. κομμώτρια. [< μτγν. κομμωτής]
25518κομμωτικός, ή, ό κομ-μω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κόμμωση ή τον κομμωτή: ~ές: δημιουργίες/τάσεις/υπηρεσίες. Πβ. κουρευτικός. ● Ουσ.: κομμωτική (η) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ενν. τέχνη: ~ και αισθητική. Σαλόνι/στούντιο ~ής (= κομμωτήριο). Αξεσουάρ/προϊόντα/σχολή ~ής. Σπουδάζω ~. [< μτγν. κομμωτικός ‘σχετικός με τον καλλωπισμό’, γαλλ. coiffant]
25519κομόκο-μό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κομός (ο) (παλαιότ.): ξύλινο έπιπλο με συρτάρια. Πβ. σιφονιέρα. Βλ. κομοδίνο, μπουφές, συρταριέρα. ΣΥΝ. κομότα [< ιταλ. como]
25520κομοδίνοκο-μο-δί-νο ουσ. (ουδ.): μικρό ορθογώνιο, συνήθ. ξύλινο έπιπλο με συρτάρι(α) ή/και ντουλαπάκι που τοποθετείται δίπλα στο κρεβάτι. Βλ. κομό. [< ιταλ. comodino]
25522κομοστέγηκο-μο-στέ-γη ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. (σε δάσος) τα φυλλώματα της κορυφής των δέντρων, που αποτελούν ενδιαίτημα πολλών ζωικών οργανισμών και λειτουργούν ως φυσικό εμπόδιο, συγκρατώντας ή αντανακλώντας μεγάλο μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας. [< αγγλ. canopy, γαλλ. canopée, 1989]
25523κομότακο-μό-τα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κομό. [< γαλλ. commode]
25524Κομοτηναίος, Κομοτηναία[Κομοτηναῖος] Κο-μο-τη-ναί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κομοτηνή.
25525κομουναλισμόςβλ. κομμουναλισμός
25526κομούνιβλ. κομμούνι
25527κομουνισμόςβλ. κομμουνισμός
25528κομουνιστήςβλ. κομμουνιστής
25529κομουνιστικός, ή, ό βλ. κομμουνιστικός
25530κομπάζωκο-μπά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπανιότ. κόμπα-ζε, -σε, κομπάζ-οντας}: καυχιέμαι, περηφανεύομαι προκλητικά για κάτι: ~ει για τις επιτυχίες του. ~ζε ότι/πως ήταν ανίκητος. Πβ. αλαζονεύ-, επαίρ-, κοκορεύ-, κορδών-ομαι, κομπορρημονώ, περιαυτολογώ. [< αρχ. κομπάζω]
25531κόμπακτκό-μπακτ επίθ. {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. (για αυτόνομο σύστημα ή μηχανισμό) που τα μέρη του είναι διευθετημένα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το σύνολο να καταλαμβάνει σχετικά μικρό χώρο· συμπαγής: ~ κάμερα/φωτογραφική μηχανή.|| (κατ' επέκτ.) ~ σχεδίαση. ~ διαστάσεις (: περιορισμένες).|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ ντισκ (= σιντί, συμπαγής δίσκος). 2. καλλυντικό (πούδρα ή μέικ απ) σε συμπυκνωμένη μορφή. [< αγγλ. compact]
25532κομπάλτκο-μπάλτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βαθύ, έντονο μπλε (του κοβαλτίου). Βλ. τιρκουάζ. [< γερμ. Kobaltblau]
25533κομπανίακο-μπα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) μουσικό συγκρότημα που παίζει συνήθ. λαϊκή μουσική: ρεμπέτικη ~. Παραδοσιακές ~ες. Οργανοπαίκτες, τραγουδιστές και ~ες. Βλ. γκρουπ, μπάντα. 2. (προφ.-συχνά ειρων.) παρέα: Μαζεύτηκε όλη η ~. Πβ. ομήγυρη, συντροφιά. 3. ΙΣΤ. (σπάν.) συντεχνία: εμπορική ~. Πβ. κοινοπραξία, συνεταιρισμός. [< μεσν. κομπανία, ιταλ. compagnia, γαλλ. compagnie]
25534κομπάρσοςκο-μπάρ-σος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κομπάρσα}: (σε τηλεοπτικό, κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο) βουβό συνήθ. πρόσωπο, το οποίο πλαισιώνει τους ηθοποιούς: πρωταγωνιστές και ~οι. Εμφανίζομαι/συμμετέχω σε ταινία ως ~. Κάνω τον ~ο. Βλ. γλάστρα, δευτεραγωνιστής, ήρωας, κασκαντέρ.|| (μτφ.) Ρόλος ~ου (: ασήμαντος, διακοσμητικός). Χώρα που έχει γίνει/καταντήσει ~ (πβ. ουραγός). [< ιταλ. comparsa, γαλλ. comparse]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.