| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25535 | κομπασμός | κο-μπα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): υπερβολική καύχηση, καυχησιολογία: αλαζονικός/υπερφίαλος ~. Χωρίς ίχνος ~ού. Μιλούσε γεμάτος/με ~ό. Φανφάρες και ~οί. Πβ. κομπορρημοσύνη. Βλ. αλαζονεία, έπαρση, ξιπασιά. ΑΝΤ. ταπεινοφροσύνη [< μτγν. κομπασμός] | |
| 25536 | κομπαστής | κο-μπα-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που κομπάζει: ~ και υπερόπτης. Πβ. καυχησιάρης, κομπορρήμων, φανφαρόνος. ΑΝΤ. ταπεινόφρων [< μτγν. κομπαστής] | |
| 25537 | κομπαστικός | , ή, ό κο-μπα-στι-κός επίθ.: που φανερώνει κομπασμό: ~ή: συμπεριφορά/φλυαρία. ~ό: ύφος. ~ές και αλαζονικές δηλώσεις. Πβ. καυχησιάρικος, κομπορρήμων. ΑΝΤ. ταπεινός (1) ● επίρρ.: κομπαστικά [< μτγν. κομπαστικός] | |
| 25538 | κομπέρ | κο-μπέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (συνήθ. παλαιότ.): κονφερασιέ. [< γαλλ. compère] | |
| 25539 | κομπιάζω | κο-μπιά-ζω ρ. (αμτβ.) {κόμπια-σα, κομπιά-σω, κομπιάζ-οντας}: δυσκολεύομαι να ολοκληρώσω λέξεις, προτάσεις κατά την ομιλία μου, λόγω ψυχικής αναστάτωσης ή αδυναμίας έκφρασης: Μίλα με θάρρος, χωρίς να ~εις (: διστάζεις)! ~σα και δεν ήξερα τι να απαντήσω. Διαβάζει ~οντας (βλ. συλλαβιστά). Πβ. τραυλίζω, χάνω τα λόγια μου. ● κομπιάζει 1. (προφ.) (για μηχανή, συσκευή) δυσλειτουργεί, μπλοκάρει προσωρινά: Ο επιλογέας ταχυτήτων ~ στις γρήγορες αλλαγές. Η κάρτα ήχου ~σε. Πβ. κολλώ, μπουκώνω, σκαλώνω. 2. (συνήθ. για ρούχο) βγάζει, κάνει κόμπους: Μαλακό ύφασμα που δεν ~ στο πλύσιμο. | |
| 25540 | κόμπιασμα | κό-μπια-σμα ουσ. (ουδ.) {κομπιάσμ-ατα} 1. συχνές ακούσιες παύσεις του λόγου, κυρ. εξαιτίας δισταγμού, συναισθηματικής έντασης ή αδυναμίας έκφρασης: ~ στη φωνή (από το άγχος/την αμηχανία). Πβ. κεκέδισμα, τραύλισμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) κακή απόδοση συστήματος (κυρ. μηχανής αυτοκινήτου), που συνίσταται σε συχνές διακοπές της λειτουργίας του: έντονο ~. ~/~ατα στις υψηλές στροφές. Ο κινητήρας κάνει/παρουσιάζει ~/~ατα (στην αλλαγή ταχυτήτων). Πβ. σκορτσάρισμα. | |
| 25541 | κομπίνα1 | κο-μπί-να ουσ. (θηλ.) 1. χρηματική απάτη: διαδικτυακή/ηλεκτρονική/καλοστημένη/μεγάλη ~. ~ ύψους ... εκατ. ευρώ. ~ σε βάρος του Δημοσίου. Εγκέφαλος/θύματα/κέρδη ~ας. Αποκαλύφθηκε/έγινε/οργανώθηκε/στήθηκε ~. Κάνει ~ες. Πβ. απατεωνιά, δόλος, λοβιτούρα, μπαγαποντιά. Βλ. μικρο~. 2. έξυπνο, ευρηματικό και πρωτότυπο τέχνασμα: (στο ποδόσφαιρο) Εκτέλεσαν το φάουλ με ~. Πβ. κόλπο. ● Υποκ.: κομπινούλα (η) [< γαλλ. combine] | |
| 25542 | κομπίνα2 | κο-μπί-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): θεριζοαλωνιστική μηχανή. [< αγγλ. combine (harvester), γερμ. Kombine] | |
| 25543 | κομπιναδόρικος | , η, ο κο-μπι-να-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.): που έχει σχέση με την κομπίνα: ~η: λογική/νοοτροπία. ● επίρρ.: κομπιναδόρικα | |
| 25544 | κομπιναδόρος | κο-μπι-να-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που κάνει κομπίνες: μιζαδόρος και ~. Θύματα ~ων. Πβ. λαμόγιο.|| (ως επίθ.) ~οι επιχειρηματίες. Βλ. -αδόρος. ΣΥΝ. απατεώνας | |
| 25545 | κομπινεζόν | κο-μπι-νε-ζόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο εσώρουχο που μοιάζει με κοντό φουστανάκι και έχει τιράντες: δαντελένιο/διάφανο ~. ~ από σατέν. Πβ. μεσοφόρι. Βλ. νεγκλιζέ. [< γαλλ. combinaison] | |
| 25546 | κομπιούτερ | κο-μπιού-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονικός υπολογιστής: φορητό ~ (= λάπτοπ· βλ. νέτμπουκ). ~ γραφείου. Η οθόνη/το πληκτρολόγιο του ~. Μαθήματα ~ (= πληροφορικής). Το ~ κράσαρε/προσβλήθηκε από ιό. Ανοίγω/κλείνω το ~. Εγκαθιστώ ένα πρόγραμμα στο ~. ΣΥΝ. πισί [< αγγλ. computer, ιταλ. ~, 1966] | |
| 25547 | κομπιουτεράκι | κο-μπιου-τε-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): αριθμομηχανή: επιστημονικό/επιτραπέζιο/ηλιακό ~. ~ τσέπης/χειρός. | |
| 25548 | κομπιουτεράκιας | κο-μπιου-τε-ρά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που ασχολείται μανιωδώς με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και έχει πολλές γνώσεις πληροφορικής: πωρωμένος ~. Πβ. κομπιουτεράς. Βλ. -άκιας. | |
| 25549 | κομπιουτεράς | κο-μπιου-τε-ράς ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που έχει σπουδάσει ή σπουδάζει πληροφορική· γενικότ. άτομο που έχει πολλές γνώσεις στους υπολογιστές και ασχολείται συστηματικά με αυτούς. Πβ. κομπιουτεράκιας. Βλ. -άς. ΣΥΝ. πληροφορικάριος | |
| 25550 | κομπιουτερίστικος | , η, ο κο-μπιου-τε-ρί-στι-κος επίθ. & κομπιουτερικός, ή, ό (προφ.): που σχετίζεται με κομπιούτερ: ~ος: όρος. ~η: συσκευή. ~ο: περιοδικό/πρόγραμμα/υλικό. ~ες: γνώσεις/ικανότητες.|| (ως ουσ.) Ξέρει τα ~α (ενν. θέματα). Βλ. -ίστικος. | |
| 25551 | κόμπλα | κό-μπλα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. κομπλάρισμα, σάστισμα: η ~ (= αμηχανία) του πρώτου ραντεβού. Έπαθε/έφαγε ~ (= κόμπλαρε). Βλ. κάζο, νίλα, σοκ, στραπάτσο. 2. μπέρδεμα, μπλέξιμο· πρόβλημα: Δεν έγινε καμιά ~, όλα πήγαν ρολόι.|| (για πρόγραμμα υπολογιστή:) Κάνει ~ες και δεν ανοίγει σελίδες (: κολλά, μπλοκάρει). 3. κόμπλεξ: χωρίς ~. | |
| 25552 | κομπλάρισμα | κο-μπλά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του κομπλάρω: Ξεπέρασε το ~. Πβ. σάστισμα, σύγχυση, ψάρωμα.|| (για μηχανισμό:) ~ της μίζας/του μοτέρ/του υπολογιστή. Πβ. κόλλημα, κόμπιασμα, μπλοκάρισμα. Βλ. -ισμα. | |
| 25553 | κομπλάρω | κο-μπλά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κόμπλαρ-α κ. κομπλάρ-ισα, -ισμένος, κομπλάρ-οντας} (προφ.) 1. χάνω την αυτοπεποίθησή μου, το θάρρος μου και δεν ξέρω τι να πω, πώς να αντιδράσω, εξαιτίας της ντροπής ή της αμηχανίας που αισθάνομαι: Μη με κοιτάς έτσι, γιατί ~/με ~εις! Μην ~εις με τα λεγόμενά τους. Δείχνει/είναι ~ισμένος. Πβ. βραχυκυκλώνω, σαστίζω, τα χάνω, ψαρώνω. 2. (για μηχάνημα) μπλοκάρω, κολλώ: ~ε το σύστημα/ο υπολογιστής. Πβ. κομπιάζω. [< γαλλ. combler] | |
| 25554 | κομπλέ | κο-μπλέ επίθ. {άκλ.} (προφ.): πλήρης ως προς τα στοιχεία από τα οποία πρέπει να αποτελείται, που δεν του λείπει τίποτα: αυτοκίνητο/κουζίνα/σαλόνι ~ (: πλήρως εξοπλισμένα). (σε νυχτερινό κέντρο:) Φιάλη ουίσκι ... ευρώ ~ (= με ξηρούς καρπούς ή φρούτα). Είμαστε ~ (= γεμάτοι, φουλ)! Είναι όλα ~ (= μια χαρά, τέλεια)! [< γαλλ. complet] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ