Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26280-26300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25553κομπλάρωκο-μπλά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κόμπλαρ-α κ. κομπλάρ-ισα, -ισμένος, κομπλάρ-οντας} (προφ.) 1. χάνω την αυτοπεποίθησή μου, το θάρρος μου και δεν ξέρω τι να πω, πώς να αντιδράσω, εξαιτίας της ντροπής ή της αμηχανίας που αισθάνομαι: Μη με κοιτάς έτσι, γιατί ~/με ~εις! Μην ~εις με τα λεγόμενά τους. Δείχνει/είναι ~ισμένος. Πβ. βραχυκυκλώνω, σαστίζω, τα χάνω, ψαρώνω. 2. (για μηχάνημα) μπλοκάρω, κολλώ: ~ε το σύστημα/ο υπολογιστής. Πβ. κομπιάζω. [< γαλλ. combler]
25554κομπλέκο-μπλέ επίθ. {άκλ.} (προφ.): πλήρης ως προς τα στοιχεία από τα οποία πρέπει να αποτελείται, που δεν του λείπει τίποτα: αυτοκίνητο/κουζίνα/σαλόνι ~ (: πλήρως εξοπλισμένα). (σε νυχτερινό κέντρο:) Φιάλη ουίσκι ... ευρώ ~ (= με ξηρούς καρπούς ή φρούτα). Είμαστε ~ (= γεμάτοι, φουλ)! Είναι όλα ~ (= μια χαρά, τέλεια)! [< γαλλ. complet]
25556κομπλεξάραςκο-μπλε-ξά-ρας ουσ. (αρσ.) , κομπλεξάρα (η) (νεαν. αργκό-επιτατ.-μειωτ.): κομπλεξικός.
25557κομπλεξάρωκο-μπλε-ξά-ρω ρ. (μτβ.) {κομπλεξάρι-σε, κομπλεξαρί-στηκα, -σμένος, κομπλεξάρ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ. κ. τη μτχ.} (προφ.): κάνω κάποιον να αισθάνεται άβολα και μειονεκτικά: Μην του πεις ότι έχει πάρει κιλά και τον ~εις/και ~στεί! ~σμένα: άτομα. Πβ. κομπλάρω. [< γαλλ. complexer, περ. 1960]
25558κομπλεξικός, ή/ιά, ό κο-μπλε-ξι-κός επίθ./ουσ. (μειωτ.): που διακατέχεται ή χαρακτηρίζεται από κόμπλεξ: ~ό: άτομο. Με έχει καταντήσει ~ό (= είμαι κομπλεξαρισμένος).|| ~ή: αντίδραση/αντιμετώπιση/νοοτροπία/συμπεριφορά/ψυχολογία. ~ό: σύνδρομο. Πβ. συμπλεγματικός.|| (ως ουσ.) Μόνο κάτι ~οί θα είχαν αντίρρηση. ΑΝΤ. ακομπλεξάριστος, άνετος (3), χαλαρός (2) ● Ουσ.: κομπλεξικά (τα): κόμπλεξ: Άσε/κόψε τα ~ σου! ● επίρρ.: κομπλεξικά [< γαλλ. complexé, περ. 1960]
25559κομπλεξισμόςκο-μπλε-ξι-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.): κομπλεξική συμπεριφορά· συνεκδ. κόμπλεξ: ~ απέναντι σε κάτι. Βγάζει/δείχνει ~ό. Αφήστε τους ~ούς και τις μικρότητες. Πβ. συμπλεγματισμός.|| Είναι απλός, χωρίς ~ούς. Βλ. -ισμός.
25560κόμπλερκό-μπλερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κόπλερ: ΜΗΧΑΝΟΛ. δισκοειδές εύκαμπτο στοιχείο σύνδεσης για την απόσβεση κραδασμών: ηλεκτρομαγνητικά/μεταλλικά ~. ~ μίζας.
25561κομπλιμάνκο-μπλι-μάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κοπλιμάν (προφ.): κομπλιμέντο. [< γαλλ. compliment]
25562κομπλιμεντάρωκο-μπλι-με-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στο ενεστ. θ.} & κοπλιμεντάρω (προφ.): φιλοφρονώ. Πβ. κολακεύω. Βλ. καλοπιάνω. [< ιταλ. complimentare]
25563κομπλιμέντοκο-μπλι-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) & κοπλιμέντο (προφ.): επαινετικό σχόλιο που απευθύνεται σε κάποιον με σκοπό να εξάρει τα προσόντα, την εμφάνιση ή την αξία του και να τον ευχαριστήσει: ειλικρινές ~. Υπερβολικά ~α. Ευχαριστώ για το ~! Εκλαμβάνω/παίρνω κάτι ως ~. Είναι το καλύτερο/ωραιότερο ~ που έχω ακούσει. Της κάνει/λέει ~α. Είναι όλο ~α! Βλ. γλείψιμο, κολακεία. ΣΥΝ. κομπλιμάν, φιλοφρόνηση ΑΝΤ. βρισιά, προσβολή (1) [< ιταλ. complimento]
25564κομπογιαννίτηςκο-μπο-γιαν-νί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κομπογιανίτισσα} & κομπογιανίτης (προφ.-μειωτ.): γιατρός άσχετος με το αντικείμενό του και κατ' επέκτ. κάθε πρόσωπο που ισχυρίζεται ψευδώς ότι κατέχει εξειδικευμένη γνώση σε κάποιον τομέα με σκοπό συνήθ. το ίδιον όφελος: εκμετάλλευση ασθενών από ~ες. Πβ. ψευτογιατρός. Βλ. πρακτικός γιατρός.|| (ως επίθ.) ~ες αστρολόγοι. Πβ. αγύρτης, αλμπάνης, απατεώνας, σκιτζής, τσαρλατάνος. Βλ. -ίτης1.
25565κομπογιαννίτικος, η, ο κο-μπο-γιαν-νί-τι-κος επίθ. & κομπογιανίτικος (προφ.-μειωτ.): που σχετίζεται με τον κομπογιαννίτη: ~α: αντιγριπικά σκευάσματα/γιατροσόφια.|| ~α: τεχνάσματα.
25566κομπογιαννιτισμόςκο-μπο-γιαν-νι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & κομπογιανιτισμός (μειωτ.): κομπογιαννίτικες τακτικές, μέθοδοι: θύματα του ~ού. Διαφοροποίηση μεταξύ επιστήμης/ιατρικής και ~ού. Πβ. αγυρτεία, τσαρλατανισμός. Βλ. -ισμός.
25567κομπόδεμακο-μπό-δε-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): οικονομίες: Έχω κάνει/μαζέψει/φτιάξει ένα καλό/μικρό ~ (για ώρα ανάγκης). Έχει γερό/χοντρό ~ (= έχει πολλές αποταμιεύσεις, είναι πλούσιος). Πβ. πουγκί, σερμαγιά. [< μεσν. κομπόδεμα]
25568κομπολόικο-μπο-λό-ι ουσ. (ουδ.) {κομπολογ-ιού | κομπολόγ-ια} & κομπολόγι: σειρά από χάντρες τρυπημένες στο κέντρο και περασμένες σε νήμα ή αλυσίδα, οι οποίες, ως ανδρική κυρ. απασχόληση, περνιούνται ανάμεσα στα δάχτυλα του χεριού και αφήνονται να προσκρούσουν η μία στην άλλη: ασημένιο ~. ~ από κεχριμπάρι. Χειροποίητα ~ια. Συλλογή ~ιών. Κρατάει/παίζει ~. Βλ. κομποσχοίνι, ροζάριο. ΣΥΝ. μπεγλέρι (2) ● Υποκ.: κομπολογάκι (το) [< μεσν. κομπολόγι]
25569κομπορρημονώ[κομπορρημονῶ] κο-μπορ-ρη-μο-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.): κομπάζω: ~εί για ανύπαρκτες επιτυχίες. ~ούσε ότι έλυσε το πρόβλημα. Πβ. αλαζονεύ-, επαίρ-, κορδών-, περηφανεύ-ομαι, καυχιέμαι, περιαυτολογώ.
25570κομπορρημοσύνηκο-μπορ-ρη-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κομπασμός, καυχησιολογία: αλαζονεία/έπαρση και ~. Μιλούσε με (περισσή) ~. Πβ. καύχηση, μεγαλαυχία, περιαυτολογία. Βλ. -οσύνη. [< μεσν. κομπορρημοσύνη]
25571κομπορρήμων, ων, ον κο-μπορ-ρή-μων επίθ./ουσ. {κομπορρήμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} & κομπορρήμονας (λόγ.): που κομπορρημονεί: ~ονες: ρήτορες. ~ονες και αλαζόνες. Πβ. καυχησιάρης, κομπαστής, φανφαρόνος. [< μεσν. κομπορρήμων]
25572κόμποςκό-μπος ουσ. (αρσ.) 1. ο τρόπος με τον οποίο ένα νήμα, σχοινί αναδιπλώνεται, δένεται και σφίγγεται· συνεκδ. το αντίστοιχο δέσιμο: απλός/διακοσμητικός/διπλός/ναυτικός (βλ. σταυρόκομπος)/σφιχτός/χαλαρός ~. ~ κλωστής/κορδονιού. Ο ~ της γραβάτας. Η θηλιά ενός ~ου (βλ. λάσο). Κάνω/λύνω/σχηματίζω έναν ~ο. Δένω κάτι ~ο. ~οι για ψάρεμα. Χαλιά με ~ους.|| (ΛΑΟΓΡ.) Μαγεία με ~ους. 2. (μτφ.) οτιδήποτε θυμίζει κόμπο, συνήθ. για μικρό εξόγκωμα: Οι ~οι των δαχτύλων (= αρθρώσεις).|| (ΒΟΤ.) ~οι βλαστού (= γόνατα). Πβ. όζος, οφθαλμός, ρόζος. 3. (μτφ.) δυσάρεστο αίσθημα ή συναίσθημα: Νιώθω έναν ~ο στην καρδιά/στο στήθος. Μου ανέβηκε ένας ~ στο λαιμό. Πβ. σφίξιμο. 4. (σπάν.-μτφ.) δυσκολία, πρόβλημα: Εδώ βρίσκεται ο ~. Πβ. δυσχέρεια, εμπόδιο. 5. (σπάν.) ελάχιστη ποσότητα συνήθ. υγρού: ένας ~ λάδι. Πβ. σταγόνα, στάλα. ● ΦΡ.: έφτασε ο κόμπος στο χτένι (προφ.): η κατάσταση δεν πάει άλλο, έφτασε στο απροχώρητο. Πβ. ως εδώ (και μη παρέκει)., το 'χω δέσει κόμπο (μτφ.-προφ.): θεωρώ σίγουρο: Το' χει ~ πως θα πάρει τη δουλειά., δένεται η γλώσσα μου (κόμπος) βλ. γλώσσα, το στομάχι μου δένεται κόμπος/σφίγγεται βλ. στομάχι [< μεσν. κόμπος, γαλλ. noeud]
25573κομποσκοίνικο-μπο-σκοί-νι ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) κομποσχοίνι: μαύρο μάλλινο σχοινί με δεμένα τα δύο του άκρα σαν το κομπολόι και πλεγμένο κυρ. σε τριαντατρείς, πενήντα ή εκατό κόμπους, καθέναν από τους οποίους περνούν ανάμεσα στα δάχτυλά τους συνήθ. οι ορθόδοξοι μοναχοί ή κληρικοί, την ώρα της προσευχής, επαναλαμβάνοντας μια ευχή. Βλ. ροζάριο. [< μεσν. κομπόσκοινον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.