Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26300-26320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25574κομπόστκο-μπόστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΛ. φυτικό λίπασμα το οποίο παράγεται από τη ζύμωση οργανικών αποβλήτων με ορυκτές ύλες: βιολογικό/εδαφοβελτιωτικό/οικιακό/υγρό/ώριμο ~. ~ για λίπανση εδάφους/τα φυτά. Βλ. κοπρό-, φυλλό-, φυτό-χωμα, τύρφη, χούμος. [< γαλλ. compost]
25575κομπόστακο-μπό-στα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γλύκισμα από βρασμένα φρέσκα ή ξερά κομμάτια φρούτου μέσα σε αραιό σιρόπι: ~ ανανά/αχλάδι/βερίκοκο/δαμάσκηνο/ροδάκινο. ~ες και γλυκά κουταλιού/μαρμελάδες. [< ιταλ. composta]
25576κομποστοποίησηκο-μπο-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. φυσική διαδικασία μετατροπής διαφόρων οργανικών αποβλήτων σε φυτικό οργανικό λίπασμα ή εδαφοβελτιωτικό: βιολογική/επιφανειακή/οικιακή ~. Εργοστάσιο ~ης απορριμμάτων. Εγκαταστάσεις/κάδος/μονάδα/σύστημα ~ης. Ανακύκλωση και ~. Βλ. βιοαποικοδόμηση, -ποίηση, υγειονομική ταφή, χουμοποίηση. ΣΥΝ. βιοσταθεροποίηση, λιπασματοποίηση [< αγγλ. composting]
25577κομποστοποιώ[κομποστοποιῶ] κο-μπο-στο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κομποστοποι-εί | κομποστοποι-είται, -ηθεί, -ημένος}: μετατρέπω σε κομπόστ: Απόβλητα/οικιακά απορρίμματα που ~ούνται. ~ημένη: κοπριά. Βλ. -ποιώ.
25578κομποσχοίνιβλ. κομποσκοίνι
25579κόμπρακό-μπρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. εξαιρετικά δηλητηριώδες φίδι (οικογ. Elapidae, γένη Naja και Ophiophagus) που ζει στην Ασία και την Αφρική, το οποίο ανορθώνει το σώμα του και διαπλατύνει χαρακτηριστικά το δέρμα του αυχένα της, όταν παίρνει αμυντική στάση: βασιλική ~. Αιγυπτιακή/ινδική ~. Δάγκωμα ~ας/από ~. Το δηλητήριο της ~ας. Βλ. βόας, κροταλίας, οχιά. ΣΥΝ. νάγια [< ιταλ. cobra]
25580κομπρέσακο-μπρέ-σα ουσ. (θηλ.): αποστειρωμένη γάζα εμποτισμένη με υγρό η οποία τοποθετείται στο δέρμα για την καταπράυνση του πόνου, του πυρετού και την αποφυγή οιδήματος: ~ αυχένα. ~ στο κεφάλι/μέτωπο. Δροσερές/ζεστές/κρύες ~ες. ~ες νερού/πάγου. ~ες (στα μάτια) με χαμομήλι. Βάζω/κάνω ~ες με οινόπνευμα. Πβ. έμπλαστρο, επίθεμα, κατάπλασμα. Βλ. θερμοφόρα, παγοκύστη. [< ιταλ. compressa, γαλλ. compressse]
25581κομπρεσέρκο-μπρε-σέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα, κρουστικό εργαλείο με τρυπάνι στην άκρη του, το οποίο λειτουργεί με συμπιεσμένο αέρα που το κάνει να πάλλεται, ώστε να μπορεί να θραύει σκληρές επιφάνειες (από πέτρα, τσιμέντο): φορητό ~. ~ αέρος. Τρακτέρ-~. Ο θόρυβος του ~. Ηλεκτρικά ~. Πβ. αεροσυμπιεστής. Βλ. αερόσφυρα. [< γαλλ. (rouleau) compresseur]
25582κομπρέσοραςκο-μπρέ-σο-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα υπερτροφοδότησης του κινητήρα του αυτοκινήτου· μηχανικός υπερσυμπιεστής. [< αγγλ. compressor]
25583κομσί κομσάκομ-σί κομ-σά επίρρ. {άκλ.} (προφ.): έτσι κι έτσι: -Πώς περάσατε; -(Ε,) ~! [< γαλλ. comme ci comme ça]
25584κομφερασιέβλ. κονφερασιέ
25585κομφετίκομ-φε-τί ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & κονφετί: χαρτοπόλεμος: αποκριάτικα/πολύχρωμα ~. Σερπαντίνες και ~. Πετάω ~. [< γαλλ. confetti]
25586κομφόρκομ-φόρ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & κονφόρ: ανέσεις, ευκολίες: δωμάτια/ξενοδοχείο με όλα τα ~ (= πλήρως εξοπλισμένο). [< γαλλ. confort]
25587κομφορμισμόςκομ-φορ-μι-σμός ουσ. (αρσ.) & κονφορμισμός: στάση ζωής και ιδεολογία που χαρακτηρίζεται από την προσαρμογή, τη συμμόρφωση και τον συμβιβασμό σε νόρμες και συνήθειες: ιδεολογικός/κοινωνικός/πολιτικός ~. ~ των μαζών. Εποχή/τάση ~ού. Βλ. συντηρητισμός, -ισμός. ΣΥΝ. συμβατικότητα, συμβατισμός (2) ΑΝΤ. αντικομφορμισμός, αντισυμβατικότητα [< γαλλ. conformisme, 1904]
25588κομφορμιστήςκομ-φορ-μι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κομφορμίστρια} & κονφορμιστής & (προφ.) κομφορμίστας & κονφορμίστας: πρόσωπο που προσαρμόζεται στις επικρατούσες συνήθειες, συμμορφώνεται με τα καθιερωμένα πρότυπα και συμβιβάζεται με τις κυρίαρχες αντιλήψεις: κοινωνικοί/πολιτικοί ~ές. Βλ. συγκαταβατ-, συντηρητ-ικός. ΑΝΤ. αντικομφορμιστής [< γαλλ. conformiste]
25590κομφούζιοκομ-φού-ζι-ο ουσ. (ουδ.) & κονφούζιο & (σπάν.) κουμφούζιο (προφ.): κατάσταση πλήρους αταξίας, σύγχυσης, αναστάτωσης: κυκλοφοριακό ~ στους δρόμους (= μποτιλιάρισμα). ~ στα αεροδρόμια.|| Γλωσσικό (πβ. πύργος της Βαβέλ)/γραφειοκρατικό/πολιτικό ~. ~ με τους νέους κανονισμούς.|| Μέσα στο γενικό ~, ... Δημιουργήθηκε/επικράτησε/προκλήθηκε (απερίγραπτο/απίστευτο) ~. Πβ. αλαλούμ, ανακατωσούρα, αναταραχή, χάος. ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφοριακή συμφόρηση βλ. κυκλοφοριακός [< ιταλ. confusione]
25591κομφουκιανικός, ή, ό κομ-φου-κι-α-νι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που έχει σχέση με τη διδασκαλία του Κινέζου φιλοσόφου Κομφούκιου: ~ός: πολιτισμός. ~ή: φιλοσοφία. ~ές: αρετές/ιδέες. ~ά: κείμενα.
25592κομφουκιανισμός

κομ-φου-κι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & κονφουκιανισμός & (σπάν.) κομφουκισμός (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΦΙΛΟΣ. θρησκευτικό και φιλοσοφικό ρεύμα που βασίζεται στη διδασκαλία του Κινέζου φιλοσόφου Κομφούκιου: οι αρχές/οι οπαδοί/η παράδοση του ~ού. Βλ. ταοϊσμός. [< γαλλ. confucianisme]

25593κομφουκιανιστήςκομ-φου-κι-α-νι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασπάζεται τις αρχές του κομφουκιανισμού: (ως επίθ.) ~ στοχαστής. Βλ. ταοϊστής. [< γαλλ. confucianiste]
25594κομψευόμενος, η, ο κομ-ψευ-ό-με-νος επίθ. (λόγ.-ειρων.): που επιμελείται ιδιαίτερα το ντύσιμο και τους τρόπους του και κατ' επέκτ. επιτηδευμένος: ~οι: νεανίες. ~ες: κυρίες. Ωραίος και ~ (πβ. δανδής, μορφονιός). Λεπτή και ~η. [< αρχ. κομψευόμενος 'που λεπτολογεί']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.