Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26320-26340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25595κομψοντυμένος, η, ο κομ-ψο-ντυ-μέ-νος επίθ.: ντυμένος με φινέτσα: ~η και σικάτη/στιλάτη. Βλ. κομψευόμενος.
25596κομψός, ή, ό κομ-ψός επίθ. ΑΝΤ. άκομψος 1. που χαρακτηρίζεται από (καλό) γούστο, αρμονία, καλαισθησία, λεπτότητα και χάρη: (για πρόσ.) ~ός: κύριος. ~ή: κυρία/σιλουέτα.|| ~ός: σχεδιασμός/χώρος. ~ή: διακόσμηση/εμφάνιση. ~ό: ένδυμα/έπιπλο/κόσμημα/χτένισμα. ~ές: γραμμές/κινήσεις. ~ά: αξεσουάρ. Πβ. καλαίσθητος, κομψός, σικάτος, φινετσάτος. Βλ. περίκομψος. ΑΝΤ. ακαλαίσθητος, άχαρος (1) 2. διακριτικός, ευγενικός· επιμελημένος: ~ός: χαρακτηρισμός. ~οί: τρόποι (= λεπτοί).|| ~ή: διατύπωση/έκφραση. ~ό: ύφος. Πβ. γλαφυρός, καλλιεπής. ● επίρρ.: κομψά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. κομψός]
25597κομψοτέχνημακομ-ψο-τέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.): κάθε περίτεχνο, λεπτοδουλεμένο και αισθητικά άρτιο δημιούργημα: αρχιτεκτονικά/χειροποίητα ~ατα. ~ατα από γυαλί (βλ. μπιμπελό). (ως παραθετικό σύνθ.) Βιβλίο/ταινία-~. Μνημείο που θεωρείται αληθινό/πραγματικό/σωστό ~ (πβ. στολίδι). Πβ. έργο τέχνης, καλλιτέχνημα, λεπτούργημα. Βλ. αριστούργημα, -τέχνημα.
25598κομψοτεχνίακομ-ψο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): η τέχνη της δημιουργίας κομψοτεχνημάτων: υψηλή αισθητική και ~. Βλ. -τεχνία.
25599κομψότητακομ-ψό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. το γνώρισμα του κομψού: απαράμιλλη ~. Γυναικεία ~ και ομορφιά/χάρη (βλ. κοκεταρία). ~ στην εμφάνιση/στις κινήσεις/στους τρόπους.|| Έπιπλα με διαχρονική/κλασική ~. ~ των γραμμών/στη σχεδίαση. Αυτοκίνητο που αποπνέει/συνδυάζει ~ και δυναμισμό. (μτφ.) Πινελιά ~ας.|| ~ της έκφρασης/του ύφους. Πβ. καλαισθησία, λεπτότητα, φινέτσα. Βλ. -ότητα. 2. {κυρ. στον πληθ.} (αρνητ. συνυποδ.) ευγενικά, όμορφα λόγια, που λέγονται σκόπιμα, για να καλύψουν τη δυσάρεστη πραγματικότητα και να μην προκαλέσουν τη δυσαρέσκεια του ακροατή: Άσε τις ~ες και πες τα πράγματα με το όνομά τους. Βλ. αβρότητα, κολακεία, υπεκφυγή. [< αρχ. κομψότης]
25601κονάκικο-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό-παρωχ.) κατοικία, σπίτι: παραδοσιακό ~. Ξύλινα/πέτρινα ~ια.|| (ΙΣΤ.) Το ~ του τσιφλικά. Πβ. ενδιαίτημα, κατάλυμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} καθένα από τα κτίρια στα οποία διαμένουν στις Καρυές οι αντιπρόσωποι των αγιορείτικων Μονών. 3. ακονάκι. [< 1, 2: μεσν. κονάκι(ν) < τουρκ. konak]
25602κονβέκτοραςκον-βέ-κτο-ρας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. θερμαντικό σώμα, είδος θερμοπομπού που βγάζει ζεστό αέρα. Βλ. αερόθερμο, θερμάστρα, καλοριφέρ, σόμπα. [< αγγλ. convector (heater), 1907, γαλλ. convecteur, 1959]
25603κονβόικον-βό-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κομβόι: σύνολο από επίσημα ή στρατιωτικά συνήθ. οχήματα που ταξιδεύουν το ένα πίσω από το άλλο: ~ αυτοκινήτων/φορτηγών. ~ διαμαρτυρίας (: μηχανοκίνητη πορεία διαμαρτυρίας). Επίθεση σε ~. Πβ. καραβάνι, πομπή.|| (προφ.) Πάμε ~ (= όλοι μαζί). ΣΥΝ. φάλαγγα1 (1) [< αγγλ. convoy]
25604κονγκρέσοβλ. κογκρέσο
25605κόνδοραςκόν-δο-ρας ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. γιγαντόσωμος αμερικάνικος γύπας (επιστ. ονομασ. Sarcorhamphus ή Vultur gryphus) που ζει κατά σμήνη κυρ. στις Άνδεις, έχει πολύ μεγάλα μαύρα φτερά με λευκές λωρίδες και γυμνό κεφάλι. [< γαλλ.-αγγλ. condor]
25606κονδύλικον-δύ-λι ουσ. (ουδ.) {κονδυλί-ου | συνήθ. στον πληθ.} & (επίσ.) κονδύλιο: ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό που διατίθεται από τον κρατικό ή κοινοτικό προϋπολογισμό για συγκεκριμένη δαπάνη· κατ' επέκτ. κάθε ποσό που προορίζεται να καλύψει ορισμένα έξοδα: ειδικό/έκτακτο/πρόσθετο ~. Ένα ~ (της τάξης των/ύψους) ... εκατ. ευρώ. Αναμόρφωση/αποδέσμευση/διάθεση/υπεξαίρεση/χορήγηση ~ου. Αδιάθετα/μυστικά/συγκεντρωτικά ~α. Τα ~α της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του ισολογισμού. Εγκρίθηκαν τα ~α για ... Απορρόφηση/διαχείριση/είσπραξη/παροχή ~ων.|| Διαφημιστικό ~. Βλ. επιδότηση, επιχορήγηση, ευρωκονδύλια, προμήθεια, χρηματοδότηση. ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας βλ. ειδικός [< μτγν. κονδύλιον ‘φόρος’, γαλλ. crédit]
25607κόνδυλοςκόν-δυ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύλου} 1. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} διογκωμένο τμήμα του βλαστού ή της ρίζας ορισμένων φυτών: οι ~οι της πατάτας. Βολβοί και ~οι. Πολλαπλασιασμός με ~ύλους. Βλ. καρότο, όζος, οφθαλμός, φυμάτιο. 2. ΑΝΑΤ. στρογγυλεμένη προεξοχή οστού στο σημείο της άρθρωσης: ο έξω/έσω κνημιαίος/μηριαίος ~. Ο ~ του αγκώνα/της κάτω γνάθου/της κνήμης. Η κεφαλή του ~ύλου. Βλ. φύμα, χόνδρος. [< αρχ. κόνδυλος 1: γαλλ. tubercule 2: γαλλ.-αγγλ. condyle]
25608κονδυλοφόροςκον-δυ-λο-φό-ρος ουσ. (αρσ.) & (προφ.) κοντυλοφόρος 1. (μτφ.) δημοσιογράφος που εξυπηρετεί οργανωμένα συμφέροντα: έμμισθος/πληρωμένος ~ του κεφαλαίου. Κατευθυνόμενοι ~οι. Βλ. εγκάθετος, παπαγαλάκι. 2. (παλαιότ.) όργανο γραφής με τη μορφή ξύλινου ή μεταλλικού μακρόστενου στελέχους με πένα στην άκρη του: μελανοδοχείο και ~. Βλ. μολύβι, στιλό, -φόρος. [< 2: γαλλ. porte-plume]
25610κονδυλώματακον-δυ-λώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κονδύλωμα} 1. ΙΑΤΡ. σεξουαλικώς μεταδιδόμενο ιογενές νόσημα με τη μορφή θηλωμάτων, το οποίο εντοπίζεται κυρ. στα γεννητικά όργανα και στον πρωκτό: επίπεδα ~. Ο ιός των ανθρωπίνων ~άτων (: Human Papilloma Virus, HPV). Κόλλησε ~. Βλ. αφροδίσια νοσήματα. 2. ΙΑΤΡ. εξογκώματα του δέρματος που προκαλούνται από ιό και βρίσκονται συνήθ. στα χέρια ή στα πόδια: πελματιαία ~. Πβ. μυρμηγκιά. 3. ΒΟΤ. {στον εν.} (σπάν.) όζος. Πβ. οφθαλμός, ρόζος. ● ΣΥΜΠΛ.: οξυτενή κονδυλώματα βλ. οξυτενής [< αρχ. κονδύλωμα ‘εξόγκωμα, κόμπος’, γαλλ. condylome, αγγλ. condyloma]
25611κονέκο-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ., συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): γνωριμία, συνήθ. ερωτική: Ποιος τους έκανε το ~ (= προξενιό);κονέ (τα): μέσα, διασυνδέσεις: Έχει γερά/καλά/μεγάλα/πολλά ~ (= άκρες, βύσμα, δόντι, πλάτες).[< γαλλ. connaisance, αγγλ. connection]
25612κονίακο-νί-α ουσ. (θηλ.): συνδετικό, συγκολλητικό μείγμα: (ΟΙΚΟΔ.) δομική/επισκευαστική/ξηρή/τσιμεντοειδής/πυρίμαχη/υδραυλική ~. Παρασκευάσματα ~ας (= κονιάματα). Βλ. ασβεστοκονίαμα, γύψος, επίχρισμα, σοβάς, στόκος, τσιμεντο~.|| (στην οδοντιατρική:) Εμφρακτική ~. Ρητινώδεις/συνθετικές ~ες. [< αρχ. κονία, αγγλ. resin cement]
25613κονιάκκο-νιάκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. απόσταγμα κρασιού που παράγεται στην περιοχή Κονιάκ της Γαλλίας και ιδ. συνεκδ. κάθε παρόμοιο είδος αποστάγματος, κυρ. το μπράντι: ~ τριών/πέντε/επτά αστέρων. Το ποτήρι του ~. Βλ. λικέρ. ● Υποκ.: κονιακάκι (το) [< γαλλ. cognac]
25614κονίαμακο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.) {κονιάμ-ατος | -ατα}: ΟΙΚΟΔ. μείγμα ασβέστη, τσιμέντου, άμμου και νερού, που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση-συγκόλληση οικοδομικών υλικών, για την επίχριση τοίχων και δαπέδων: επαλειφόμενο/επισκευαστικό/εύκαμπτο/λεπτόκοκκο/νωπό/ξηρό/ρευστό/στεγανοποιητικό/συνδετικό/τσιμεντοειδές/υδραυλικό ~. ~ δύο συστατικών/ελεγχόμενης συρρίκνωσης/ταχείας πήξης. ~ αγκυρώσεων/τοιχοποιίας. Εφαρμογή/στρώση ~ατος. Η αντοχή του ~ατος. Θερμομονωτικά ~ατα. Έτοιμα ~ατα (σε σακιά). Βελτιωτικά/πρόσθετα ~άτων. Πβ. ασβεστο~, σοβάς.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ιστορικά ~ατα. ~ατα αποκατάστασης. Βλ. επίχρισμα, κονία, κουρασάνι, μαρμαρο~, μπετόν, σκυρόδεμα, σκυρο~, τσιμεντο~. [< αρχ. κονίαμα, γαλλ. mortier]
29515κονίαμα

μαρ-μα-ρο-κο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.) : ΟΙΚΟΔ. κονίαμα από μαρμαρόσκονη ή ασβέστη για την επίχριση τοίχων: λευκό ~. Βλ. ασβεστο-, τσιμεντο-κονίαμα.

25615κόνιδακό-νι-δα ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.): αβγά ψείρας: σαμπουάν για την καταπολέμηση της ~ας/για τις ~ες. [< μεσν. κόνιδα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.