| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25616 | κόνικλος | κό-νι-κλος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΖΩΟΛ. κουνέλι. [< μτγν. κύνικλος, κόνικλος] | |
| 25617 | κονικλοτροφείο | [κονικλοτροφεῖο] κο-νι-κλο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εξοπλισμένος χώρος, εγκατάσταση εκτροφής κουνελιών. Πβ. κουνελοτροφείο. Βλ. -τροφείο. | |
| 25618 | κονικλοτροφία | κο-νι-κλο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. οργανωμένη εκτροφή κουνελιών. Βλ. -τροφία. | |
| 25619 | κονιοποίηση | κο-νι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κονιορτοποίηση. | |
| 25620 | κονιοποιώ | [κονιοποιῶ] κο-νι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.): ΤΕΧΝΟΛ. κονιορτοποιώ. | |
| 25621 | κονιορτοποίηση | κο-νι-ορ-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μετατροπή στερεών υλικών σε σκόνη ή πολτό: ~ μετάλλων. Μηχανές/σύστημα ~ης. Πβ. άλεση, θρυμματισμός, κοπάνισμα, λειοτρίβηση, λιώσιμο, πολτοποίηση, σύνθλιψη. ΣΥΝ. κονιοποίηση 2. (μτφ.) συντριβή, εξουδετέρωση: ~ των εργασιακών σχέσεων (= εκμηδένιση).|| ~ της περιοχής/χώρας (= κατακερματισμός).|| ~ των αντιπάλων (= εξολόθρευση). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. pulvérisation] | |
| 25622 | κονιορτοποιώ | [κονιορτοποιῶ] κο-νι-ορ-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κονιορτοποι-εί ... | κονιορτοποί-ησα, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μετατρέπω στερεό υλικό σε σκόνη ή πολτό: Ορυκτά που θραύονται και ~ούνται. Κτίρια που ~ήθηκαν από τους βομβαρδισμούς (: καταστράφηκαν ολοσχερώς). ~ ημένος: άνθρακας. ~ημένο: γυαλί. ~ημένα: φύλλα. Πβ. αλέθω, θρυμματίζω, κοπανίζω, λειοτριβώ, πολτοποιώ. ΣΥΝ. κονιοποιώ 2. (μτφ.) διαλύω, εκμηδενίζω: ~ησε τους αντιπάλους του (: εξουδετέρωσε, έκανε σκόνη). Αποδεικτικά στοιχεία που ~ούν τις κατηγορίες. Η αυτοπεποίθησή του ~ήθηκε. Αξίες που έχουν ~ηθεί. Πβ. θρυμματίζω, κατακερματίζω, συνθλίβω, συντρίβω. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. pulvériser] | |
| 25623 | κονιορτός | κο-νιορ-τός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. μεγάλη ποσότητα σκόνης που απλώνεται στον αέρα, δημιουργώντας θολή ατμόσφαιρα: ο ~ της μάχης/των χαλασμάτων. Σηκώθηκε ~. ΣΥΝ. κουρνιαχτός (2), μπουχός 2. σύνολο μικροσκοπικών αιωρούμενων σωματιδίων που οφείλονται σε ανθρώπινες, συνήθ. βιομηχανικές, δραστηριότητες και είναι επιβλαβή για την υγεία: τιμές εκπομπής ~ού. Ορυχεία ή λατομεία με εύφλεκτο ~ό. [< 1: αρχ. κονιορτός 2: αγγλ. dust] | |
| 25624 | κόνις | κό-νις ουσ. (θηλ.) (επιστ.): σκόνη: (ΦΑΡΜΑΚ.) ~ και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα. Δερματική ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Πυροσβεστήρες ξηράς ~εως.|| (ΦΥΣ.) Περίθλαση ακτίνων-Χ ~εως.|| ~ των ανθέων (= γύρη). Βλ. κονιορτός, πούδρα. [< αρχ. κόνις] | |
| 25625 | κόνισμα | βλ. εικόνισμα | |
| 25626 | κονίστρα | κο-νί-στρα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πεδίο δράσης, αναμετρήσεων: η διεθνής οικονομική ~. Η διπλωματική/εκλογική/πνευματική και καλλιτεχνική ~. Ο ανταγωνισμός στην παγκόσμια εμπορική ~. Μπήκε από νωρίς στην πολιτική ~. Διακρίνεται στην επιστημονική ~. Πβ. στίβος, τερέν. ΣΥΝ. αρένα (1), παλαίστρα (2) [< μτγν. κονίστρα] | |
| 25627 | κονκάρδα | κον-κάρ-δα ουσ. (θηλ.): σήμα που τοποθετείται στο πέτο ως διακριτικό στοιχείο: μεταλλική/πλαστική ~. ~ συμμετεχόντων/συνέδρου. Διαφημιστικές/κομματικές/ονομαστικές ~ες. ~ με παραμάνα. Φοράει ~. Βλ. έμβλημα, καρφίτσα.|| (ειδικότ., για κατοικίδιο ζώο, κυρ. σκύλο, ταυτότητα:) ~ αντιλυσσικού εμβολιασμού/κτηνιάτρου. [< γαλλ. cocarde] | |
| 25628 | κονκασέ | κον-κα-σέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αποφλοιωμένα ψιλοκομμένα ντοματάκια σε κονσέρβα: (ως επίθ.) ντομάτες ~. Βλ. κέτσαπ, ντοματοπελτές. [< γαλλ. (tomate) concassée] | |
| 25629 | κονκλάβιο | κον-κλά-βι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & κογκλάβιο (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) 1. (μτφ.-μειωτ.) οποιοδήποτε ανώτερο συμβούλιο με κλειστό ή μυστικό χαρακτήρα, που συνεδριάζει για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων, συχνά με αδιαφανή τρόπο: κομματικό ~. Το ~ των Υπουργών Εξωτερικών της ΕυρωπαΪκής Ένωσης. Πβ. διαβούλιο. 2. αίθουσα στην οποία λαμβάνει χώρα η συνεδρίαση των καρδιναλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για την εκλογή νέου Πάπα και συνεκδ. το ίδιο το συμβούλιο. [< ιταλ.-γαλλ. conclave] | |
| 25630 | κονκορδάτο | κον-κορ-δά-το ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): διμερής σύμβαση ανάμεσα στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και σε κράτος με συμπαγή καθολικό πληθυσμό, με την οποία ρυθμίζονται νομικά ζητήματα της δράσης της εντός της επικράτειάς του: σύναψη/υπογραφή ~ου. ~ με την Αγία Έδρα/το Βατικανό. [< μεσν. λατ. concordatum] | |
| 25631 | κόνξες | κόν-ξες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. κόνξα} (προφ.): εγωιστική ή πεισματική συμπεριφορά, καμώματα: Το κορίτσι/(μτφ.) ο υπολογιστής μου κάνει ~ (= νούμερα). Άσε τις ~ (= τα πείσματα)! Πβ. καπρίτσιο, κόλπα, κορδελάκια, νάζια, σκέρτσα, τσαλίμια. [< μεσν. κόξα ‘γοφός, μέση’ < κοξίζω ‘δυστροπώ’] | |
| 25632 | κονόμα | κο-νό-μα ουσ. (θηλ.) & οικονόμα (λαϊκό): οικονομικό κέρδος: γερή/καλή ~ (= μπάζα). Μπίζνες και ~ες. Μόνο για την ~ νοιάζεται! ΣΥΝ. κονομησιά | |
| 25633 | κονομάω | κο-νο-μά-ω ρ. (μτβ.) {κονομ-άει κ. -ά ... | κονόμ-ησα, -ημένος} & κονομώ (λαϊκό): αποκομίζω οικονομικό κέρδος, κερδίζω λεφτά: ~ά(ει) σε βάρος των άλλων. Δουλεύουν οι πολλοί, για να ~άνε οι λίγοι. Πβ. πλουτίζω. ● Μτχ.: κονομημένος , η, ο: ευκατάστατος, εύπορος, πλούσιος. ΑΝΤ. μπατίρης, φτωχός (1) ● ΦΡ.: τα κονομάω/οικονομάω: βγάζω πολλά χρήματα: ~ ~ησε/έχει ~ήσει γερά/χοντρά. Πβ. βγάζει τ' άντερά του. [< οικονομώ] | |
| 25634 | κονομησιά | κο-νο-μη-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κονόμα. | |
| 25635 | κονομώ | βλ. κονομάω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ