Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [26360-26380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25618κονικλοτροφίακο-νι-κλο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. οργανωμένη εκτροφή κουνελιών. Βλ. -τροφία.
25619κονιοποίησηκο-νι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κονιορτοποίηση.
25620κονιοποιώ[κονιοποιῶ] κο-νι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.): ΤΕΧΝΟΛ. κονιορτοποιώ.
25621κονιορτοποίησηκο-νι-ορ-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μετατροπή στερεών υλικών σε σκόνη ή πολτό: ~ μετάλλων. Μηχανές/σύστημα ~ης. Πβ. άλεση, θρυμματισμός, κοπάνισμα, λειοτρίβηση, λιώσιμο, πολτοποίηση, σύνθλιψη. ΣΥΝ. κονιοποίηση 2. (μτφ.) συντριβή, εξουδετέρωση: ~ των εργασιακών σχέσεων (= εκμηδένιση).|| ~ της περιοχής/χώρας (= κατακερματισμός).|| ~ των αντιπάλων (= εξολόθρευση). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. pulvérisation]
25622κονιορτοποιώ[κονιορτοποιῶ] κο-νι-ορ-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κονιορτοποι-εί ... | κονιορτοποί-ησα, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μετατρέπω στερεό υλικό σε σκόνη ή πολτό: Ορυκτά που θραύονται και ~ούνται. Κτίρια που ~ήθηκαν από τους βομβαρδισμούς (: καταστράφηκαν ολοσχερώς). ~ ημένος: άνθρακας. ~ημένο: γυαλί. ~ημένα: φύλλα. Πβ. αλέθω, θρυμματίζω, κοπανίζω, λειοτριβώ, πολτοποιώ. ΣΥΝ. κονιοποιώ 2. (μτφ.) διαλύω, εκμηδενίζω: ~ησε τους αντιπάλους του (: εξουδετέρωσε, έκανε σκόνη). Αποδεικτικά στοιχεία που ~ούν τις κατηγορίες. Η αυτοπεποίθησή του ~ήθηκε. Αξίες που έχουν ~ηθεί. Πβ. θρυμματίζω, κατακερματίζω, συνθλίβω, συντρίβω. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. pulvériser]
25623κονιορτόςκο-νιορ-τός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. μεγάλη ποσότητα σκόνης που απλώνεται στον αέρα, δημιουργώντας θολή ατμόσφαιρα: ο ~ της μάχης/των χαλασμάτων. Σηκώθηκε ~. ΣΥΝ. κουρνιαχτός (2), μπουχός 2. σύνολο μικροσκοπικών αιωρούμενων σωματιδίων που οφείλονται σε ανθρώπινες, συνήθ. βιομηχανικές, δραστηριότητες και είναι επιβλαβή για την υγεία: τιμές εκπομπής ~ού. Ορυχεία ή λατομεία με εύφλεκτο ~ό. [< 1: αρχ. κονιορτός 2: αγγλ. dust]
25624κόνιςκό-νις ουσ. (θηλ.) (επιστ.): σκόνη: (ΦΑΡΜΑΚ.) ~ και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα. Δερματική ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Πυροσβεστήρες ξηράς ~εως.|| (ΦΥΣ.) Περίθλαση ακτίνων-Χ ~εως.|| ~ των ανθέων (= γύρη). Βλ. κονιορτός, πούδρα. [< αρχ. κόνις]
25625κόνισμαβλ. εικόνισμα
25626κονίστρακο-νί-στρα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πεδίο δράσης, αναμετρήσεων: η διεθνής οικονομική ~. Η διπλωματική/εκλογική/πνευματική και καλλιτεχνική ~. Ο ανταγωνισμός στην παγκόσμια εμπορική ~. Μπήκε από νωρίς στην πολιτική ~. Διακρίνεται στην επιστημονική ~. Πβ. στίβος, τερέν. ΣΥΝ. αρένα (1), παλαίστρα (2) [< μτγν. κονίστρα]
25627κονκάρδακον-κάρ-δα ουσ. (θηλ.): σήμα που τοποθετείται στο πέτο ως διακριτικό στοιχείο: μεταλλική/πλαστική ~. ~ συμμετεχόντων/συνέδρου. Διαφημιστικές/κομματικές/ονομαστικές ~ες. ~ με παραμάνα. Φοράει ~. Βλ. έμβλημα, καρφίτσα.|| (ειδικότ., για κατοικίδιο ζώο, κυρ. σκύλο, ταυτότητα:) ~ αντιλυσσικού εμβολιασμού/κτηνιάτρου. [< γαλλ. cocarde]
25628κονκασέκον-κα-σέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αποφλοιωμένα ψιλοκομμένα ντοματάκια σε κονσέρβα: (ως επίθ.) ντομάτες ~. Βλ. κέτσαπ, ντοματοπελτές. [< γαλλ. (tomate) concassée]
25629κονκλάβιοκον-κλά-βι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & κογκλάβιο (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) 1. (μτφ.-μειωτ.) οποιοδήποτε ανώτερο συμβούλιο με κλειστό ή μυστικό χαρακτήρα, που συνεδριάζει για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων, συχνά με αδιαφανή τρόπο: κομματικό ~. Το ~ των Υπουργών Εξωτερικών της ΕυρωπαΪκής Ένωσης. Πβ. διαβούλιο. 2. αίθουσα στην οποία λαμβάνει χώρα η συνεδρίαση των καρδιναλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για την εκλογή νέου Πάπα και συνεκδ. το ίδιο το συμβούλιο. [< ιταλ.-γαλλ. conclave]
25630κονκορδάτοκον-κορ-δά-το ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): διμερής σύμβαση ανάμεσα στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και σε κράτος με συμπαγή καθολικό πληθυσμό, με την οποία ρυθμίζονται νομικά ζητήματα της δράσης της εντός της επικράτειάς του: σύναψη/υπογραφή ~ου. ~ με την Αγία Έδρα/το Βατικανό. [< μεσν. λατ. concordatum]
25631κόνξεςκόν-ξες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. κόνξα} (προφ.): εγωιστική ή πεισματική συμπεριφορά, καμώματα: Το κορίτσι/(μτφ.) ο υπολογιστής μου κάνει ~ (= νούμερα). Άσε τις ~ (= τα πείσματα)! Πβ. καπρίτσιο, κόλπα, κορδελάκια, νάζια, σκέρτσα, τσαλίμια. [< μεσν. κόξα ‘γοφός, μέση’ < κοξίζω ‘δυστροπώ’]
25632κονόμακο-νό-μα ουσ. (θηλ.) & οικονόμα (λαϊκό): οικονομικό κέρδος: γερή/καλή ~ (= μπάζα). Μπίζνες και ~ες. Μόνο για την ~ νοιάζεται! ΣΥΝ. κονομησιά
25633κονομάωκο-νο-μά-ω ρ. (μτβ.) {κονομ-άει κ. -ά ... | κονόμ-ησα, -ημένος} & κονομώ (λαϊκό): αποκομίζω οικονομικό κέρδος, κερδίζω λεφτά: ~ά(ει) σε βάρος των άλλων. Δουλεύουν οι πολλοί, για να ~άνε οι λίγοι. Πβ. πλουτίζω. ● Μτχ.: κονομημένος , η, ο: ευκατάστατος, εύπορος, πλούσιος. ΑΝΤ. μπατίρης, φτωχός (1) ● ΦΡ.: τα κονομάω/οικονομάω: βγάζω πολλά χρήματα: ~ ~ησε/έχει ~ήσει γερά/χοντρά. Πβ. βγάζει τ' άντερά του. [< οικονομώ]
25634κονομησιάκο-νο-μη-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κονόμα.
25635κονομώβλ. κονομάω
25636κόνσεπτκόν-σεπτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): βασική ιδέα, σύλληψη: απλό/εντυπωσιακό/έξυπνο ~. Αντιγραφή ενός ~. Το ~ μιας φωτογράφισης (βλ. αισθητική). Tηλεπαιχνίδια με διαφορετικό/το ίδιο ~. To σόου στηρίζεται σε ξένο ~ (βλ. συνταγή). Βλ. έμπνευση. [< αγγλ. concept]
25637κονσέρβακον-σέρ-βα ουσ. (θηλ.) {κονσερβ-ών} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τρόφιμο συσκευασμένο σε ερμητικά κλειστό μεταλλικό δοχείο ή κουτί που έχει υποστεί θερμική επεξεργασία, για να διατηρείται μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς αλλοιώσεις· κυρ. συνεκδ. το ίδιο το δοχείο ή κουτί: ελιές/καλαμπόκι/μανιτάρια/σαρδέλες/τόνος/φασόλια/φρούτα ~ας/(σε) ~ (ΑΝΤ. νωπός, φρέσκος). ~ γάτας/σκύλου.|| Ανοιχτήρι ~ας. Ανακύκλωση ~ών (πβ. κονσερβοκούτι). 2. (μτφ.-μειωτ.) οτιδήποτε έχει γίνει ή ετοιμαστεί εκ των προτέρων: (ως παραθετικό σύνθ.) απάντηση-~ (πβ. τυποποιημένος). Γέλια/εκπομπή/μουσική/χειροκροτήματα-~ (πβ. μαγνητο-σκοπημένος, -φωνημένος. ΑΝΤ. ζωντανός, λάιβ). [< ιταλ. conserva, γαλλ. conserve]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.