| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1656 | ακινητοποίηση | [ἀκινητοποίηση] α-κι-νη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να καθίσταται κάποιος ή κάτι ακίνητο(ς), επιβολή ακινησίας: μόνιμη/προσωρινή ~. ~ του αντιπάλου/δράστη. ~ των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς (λόγω στάσης εργασίας ή απεργίας)/μηχανημάτων. Ηλεκτρονικό σύστημα ~ης αυτοκινήτου. Πβ. καθήλωση, μπλοκάρισμα, σταμάτημα.|| (ΙΑΤΡ.) Χειρουργική ~. ~ του αγκώνα/των καταγμάτων/της σπονδυλικής στήλης. ~ ασθενή/τραυματία (ΑΝΤ. κίνηση). ~ στο κρεβάτι/με νάρθηκα ή γύψο.|| (ΒΙΟΛ.) Αντανακλαστική ~ (: αμυντική αντίδραση ζώων σε περίπτωση κινδύνου). ~ ενζύμων (: περιορισμός τους σε τεχνητή στερεά φάση)/κυττάρων. ΑΝΤ. κινητοποίηση (1) 2. ΟΙΚΟΝ. {συνήθ. στον πληθ.} αξιοποίηση κεφαλαίου από μια επιχείρηση για την αγορά των πάγιων περιουσιακών της στοιχείων και (συνεκδ. στον πληθ.) τα αντίστοιχα στοιχεία του ενεργητικού της: ~ήσεις πολυετούς απόσβεσης. Αποτίμηση/τίτλοι ~ήσεων. Ασώματες/άυλες/ενσώματες ~ήσεις. Βλ. ρευστοποίηση. [< γαλλ. immobilisation, αγγλ. immobilization] | |
| 1657 | ακινητοποιητής | [ἀκινητοποιητής] α-κι-νη-το-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ιμομπιλάιζερ: ηλεκτρονικός ~. 2. όργανο το οποίο χρησιμοποιείται για να κρατά ακίνητο ένα μέρος του σώματος, κυρ. μετά από τραυματισμό: ~ δακτύλου (πβ. νάρθηκας). ~ές βραχίονα.|| (εξάρτημα σε φορείο:) ~ κεφαλής. | |
| 1658 | ακινητοποιώ | [ἀκινητοποιῶ] α-κι-νη-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ακινητοποι-είς ..., -ώντας | ακινητοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. εξαναγκάζω κάποιον ή κάτι σε ακινησία, αποτρέπω την κίνησή του: ~ τον δράστη/τον κακοποιό με αναισθητικό/χειροπέδες. ~ησε το θύμα του με την απειλή όπλου/φυσικής βίας. Ο οδηγός πατώντας το φρένο ~εί το όχημα. Η πορεία διαμαρτυρίας ~ησε την κυκλοφορία στο κέντρο (πβ. μπλοκάρω, σταματώ). Τα λεωφορεία θα ~ηθούν λόγω στάσης εργασίας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ένα σπασμένο πόδι. ~ τραυματία (ΑΝΤ. κινώ). Το ατύχημα τον ~ησε (πβ. παραλύω). Το τραυματισμένο μέλος ~είται με επίδεσμο/νάρθηκα (πβ. σταθεροποιώ). Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. κινητοποιώ (1) 2. (μτφ.) καθιστώ κάτι στάσιμο, εμποδίζω την πρόοδο: Η στάχτη του ηφαιστείου ~ησε τις αερομεταφορές. Πβ. αδρανοποιώ, καθηλώνω. 3. ΟΙΚΟΝ. (για επιχείρηση) αξιοποιώ κεφάλαια για απόκτηση πάγιων περιουσιακών στοιχείων. Βλ. ρευστοποιώ. ● βλ. ακινητοποιημένος [< γαλλ. immobiliser] | |
| 1659 | ακίνητος | , η, ο [ἀκίνητος] α-κί-νη-τος επίθ.: που δεν κινείται, δεν αλλάζει θέση: ~ος: στόχος. ~η: γέφυρα (ΑΝΤ. κινητή). ~ο: βλέμμα. ~α: νερά (ΣΥΝ. στάσιμος· ΑΝΤ. κινούμενος). Κάθομαι/κοιτάζω/παραμένω/στέκομαι ~. Έμεινε ~ σαν άγαλμα (= ασάλευτος)/στο κρεβάτι. Κάτσε/στάσου ~! ~, ψηλά τα χέρια (: διαταγή αστυνομικού σε ύποπτο, κακοποιό, πβ. αλτ1)! Παρακολουθούσαν ~οι και ανέκφραστοι τα διαδραματιζόμενα. Πβ. ακούνητος, αμετακίνητος.|| (μτφ.) ~ χρόνος. Βλ. -κίνητος. ΑΝΤ. αεικίνητος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ακίνητη περιουσία & ιδιοκτησία: γη και κτίσματα: μεταβίβαση/φορολογία ~ης ~ας. Έχω στην κυριότητά μου ~ ~. ~ ιδιοκτησία πλήρους κυριότητας. Απαλλοτρίωση/τέλος επί ~ης ιδιοκτησίας. Πβ. ακίνητο. ΑΝΤ. κινητή περιουσία, ακίνητη/σταθερή γιορτή & εορτή: ΕΚΚΛΗΣ. που γιορτάζεται πάντοτε σε σταθερή ημερομηνία. ΑΝΤ. κινητή εορτή [< μεσν. ακίνητος εορτή] [< αρχ. ἀκίνητος, γαλλ.- αγγλ. immobile] | |
| 1660 | ακινητώ | [ἀκινητῶ] α-κι-νη-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ακινητ-εί· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (σπάν.-λόγ.): βρίσκομαι ή θέτω κάποιον ή κάτι σε ακινησία: Τα μηχανήματα ~ούν (ΑΝΤ. κινούνται).|| (μτφ.) Ο χρόνος φαίνεται ν' ~εί. [< αρχ. ἀκινητῶ] | |
| 1662 | ακκίζομαι | [ἀκκίζομαι] ακ-κί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ., μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. συμπεριφέρομαι με φιλαρέσκεια, καμαρώνω προκλητικά: ~εται στις κάμερες/στο σανίδι. ~εται κοιτώντας το πρόσωπό της στον καθρέφτη. ~ονται ως γνήσιοι τάχα εκφραστές της προόδου. ΣΥΝ. ναρκισσεύομαι 2. (συνήθ. για γυναίκα) κάνω καμώματα, νάζια συνήθ. ερωτικά: Της αρέσει να φλερτάρει και να ~εται. Πβ. χαϊδεύομαι. [< αρχ. ἀκκίζομαι] | |
| 1663 | ακκισμός | [ἀκκισμός] ακ-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) & (σπάν.) άκκισμα (το): φιλάρεσκη, επιτηδευμένη συμπεριφορά ή εκδήλωση: αισθητικός/σκηνοθετικός ~. Πολιτικοί ~οί.|| Γυναικείοι ~οί. Πβ. νάζι, σκέρτσο, τσαχπινιά. Βλ. -ισμός. [< αρχ. ἀκκισμός] | |
| 1666 | άκλαυτος | , η, ο [ἄκλαυτος] ά-κλαυ-τος επίθ. & άκλαφτος: που δεν τον θρήνησαν: Έσβησε/έφυγε/χάθηκε ~. ΣΥΝ. αδάκρυτος (2) ● επίρρ.: άκλαυτα ● ΦΡ.: πήγε άκλαυτος 1. πέθανε χωρίς να τον θρηνήσουν. 2. (μτφ.-προφ.) δεν είχε την αναμενόμενη τύχη: Η τροπολογία πάει ~η (πβ. στράφι, χαράμι). [< αρχ. ἄκλαυτος] | |
| 1667 | άκληρος | , η, ο [ἄκληρος] ά-κλη-ρος επίθ. 1. που δεν έχει ή δεν μπόρεσε να αποκτήσει παιδιά και κατ' επέκτ. κληρονόμους: ~ο: ζευγάρι. Πέθανε ~. Είχε απομείνει χήρα και ~η. ΣΥΝ. άτεκνος 2. (παλαιότ.) που δεν έχει μερίδιο από κληρονομιά ή γενικότ. περιουσία (κυρ. γη): ~οι: αγρότες/χωρικοί. Πβ. ακτήμονας. [< 2: αρχ. ἄκληρος] | |
| 1668 | ακλήτευτος | , η, ο [ἀκλήτευτος] α-κλή-τευ-τος επίθ.: ΝΟΜ. που δεν έχει κλητευθεί: ~ος: μάρτυρας. | |
| 1669 | άκλιτος | , η, ο [ἄκλιτος] ά-κλι-τος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που δεν κλίνεται, δεν εμφανίζει μορφολογικά χαρακτηριστικά ή γενικότ. (για γλώσσα) που δεν διαθέτει κλιτικό σύστημα: ~ος: γραμματικός/ρηματικός τύπος. Τα ~α μέρη του λόγου (επίρρημα, επιφώνημα, γερούνδιο σε -οντας/ώντας, πρόθεση, σύνδεσμος). ΑΝΤ. κλιτός [< μτγν. ἄκλιτος] | |
| 1670 | ακλόνητος | , η, ο [ἀκλόνητος] α-κλό-νη-τος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν κάμπτεται, δεν μεταβάλλεται: ~ος: αγωνιστής (= αλύγιστος)/γάμος/δεσμός/θεσμός. ~η: αγάπη/αλήθεια/εμπιστοσύνη/θέληση/πίστη/σχέση/φιλία (= σταθερή). ~ο: ήθος/θεμέλιο/στήριγμα. ~ες: αξίες/αρχές/ιδέες. Μένω/νιώθω/προχωρώ/στέκομαι/συνεχίζω ~. Παρέμεινε ~ στη μάχη κατά της διαπλοκής/στις πιέσεις. ~ (= αμετακίνητος) στις αντιλήψεις/στις αρχές/στα ιδανικά/στις πεποιθήσεις/στα πιστεύω/στην προσπάθειά του. Πβ. ασάλευτος, αταλάντευτος.|| ~ο: φαβορί (: που δεν είναι εύκολο να ηττηθεί).|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των θέσεων κάποιου. 2. που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ή διάψευση: ~ο: άλλοθι/τεκμήριο. ~ες: μαρτυρίες. ~α: επιχειρήματα/(αποδεικτικά) στοιχεία. Πβ. αδιάσειστος, αδιάψευστος, ατράνταχτος. ● επίρρ.: ακλόνητα ● ΣΥΜΠΛ.: βράχος ακλόνητος & ακλόνητος βράχος (μτφ.-εμφατ.): για κάποιον που έχει ισχυρό χαρακτήρα, μένει απόλυτα σταθερός, δεν λυγίζει: Παραμένει/στέκεται ~ ~ στις δοκιμασίες/στις δύσκολες στιγμές. [< μτγν. ἀκλόνητος ‘που δεν είναι ταραγμένος ή κλονισμένος, σταθερός’] | |
| 1671 | ακμάζω | [ἀκμάζω] ακ-μά-ζω ρ. (αμτβ.) {ήκμασε (προφ.) άκμασε, συνήθ. στο γ΄πρόσ.}: βρίσκομαι σε δημιουργική φάση, σε υψηλό σημείο ανάπτυξης, εξέλιξης, ισχύος: ~ει το εμπόριο/μια επιχείρηση/η οικονομία/μια πόλη/ένας πολιτισμός/μια χώρα. ~ουν τα γράμματα/οι επιστήμες/οι τέχνες. Έζησε και άκμασε κατά την ελληνιστική εποχή/στην κλασική περίοδο. Πβ. ανθώ, ευδοκιμώ, ευημερώ, θάλλει, προοδεύω. ΑΝΤ. ξεπέφτω, παρακμάζω, φθίνει (2) [< αρχ. ἀκμάζω, γαλλ. fleurir] | |
| 1672 | ακμάζων | , ουσα, ον [ἀκμάζων] ακ-μά-ζων επίθ. (επίσ.): που βρίσκεται σε ακμή: ~ων: κλάδος/πολιτισμός. ~ουσα: βιομηχανία/πόλη. ~ον: κέντρο/εμπόριο. [< μτχ. εν. του ρ ἀκμάζω] | |
| 1673 | ακμαίος | , α, ο [ἀκμαῖος] ακ-μαί-ος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια και ενέργεια: ~α: διάθεση/πίστη/υγεία. ~ο: ενδιαφέρον/ηθικό (= υψηλό)/ήθος/μυαλό/πνεύμα (= θαλερό)/σώμα/φρόνημα. ~ες: δυνάμεις/ελπίδες. Είναι πνευματικά/σωματικά ~ (πβ. δυνατός, σφριγηλός). Αισθάνομαι/δείχνω/διατηρούμαι/επιστρέφω ~. Είναι ~ και δημιουργικός παρά την ηλικία του (πβ. ακατάβλητος, κοτσονάτος· ΑΝΤ. καταβεβλημένος). ~ και γεμάτος ζωή. Το κίνημα διατηρεί ~ο τον αγωνιστικό του χαρακτήρα. 2. που βρίσκεται σε ακμή, άνθιση: ~ος: πολιτισμός. ~α: οικονομία/παροικία. Η πόλη εξελίσσεται σε ~ο αστικό κέντρο. ΣΥΝ. ανθηρός (1), εύρωστος (1) ● Ουσ.: ακμαίο (το): ΖΩΟΛ. το έντομο στο τελευταίο στάδιο της ανάπτυξής του: Μεταμόρφωση της νύμφης/της χρυσαλίδας σε ~.|| (ως επίθ.) ~α: μέλισσα/πεταλούδα. [< 1: αρχ. ἀκμαῖος 2: γαλλ. florissant] | |
| 1674 | ακμαιότητα | [ἀκμαιότητα] ακ-μαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ακμαίου: πνευματική/φυσική ~. ~ δυνάμεων. ~ του ηθικού/των (αγροτικών) οικοσυστημάτων/του οργανισμού. Πβ. ανθηρότητα, ικμάδα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ἀκμαιότης ‘ακμή της ηλικίας’] | |
| 1675 | ακμή | [ἀκμή] ακ-μή ουσ. (θηλ.) 1. {χωρ. πληθ.} το απόγειο της ανάπτυξης, της ισχύος, άνθιση: οικονομική/πνευματική/πολιτιστική ~. Η ~ της αυτοκρατορίας/της πόλης/του τόπου. Περίοδος ~ής και αίγλης. Σημειώθηκε ~ στα γράμματα/στo εμπόριo/στις τέχνες. Βρίσκεται/φτάνει στη μέγιστη ~/στην ~ της δόξας/της ηλικίας/της σταδιοδρομίας του. Η χώρα γνώρισε μεγάλη ~. Πβ. αποκορύφωμα, ζενίθ, κολοφώνας, κορύφωση, μεσουράνημα. ΑΝΤ. μαρασμός (1), παρακμή 2. ΙΑΤΡ. {χωρ. πληθ.} δερματοπάθεια, συνήθ. της εφηβείας, λόγω φλεγμονής των σμηγματογόνων αδένων, που εκδηλώνεται με εξανθήματα: εφηβική/κοινή ή νεανική/κυστική ~. ~ στο πρόσωπο/στο σώμα. Έξαρση/μαύρα στίγματα/ουλές ~ής. Δέρμα με τάση ~ής. Φάρμακο κατά της ~ής. Έχει ~ (= μπιμπίκια, σπυράκια). 3. ΓΕΩΜ. {συνήθ. στον πληθ.} ευθεία γραμμή τομής δύο επιπέδων· γενικότ. κάθε οξύ, κοφτερό άκρο ή πλευρά: μήκος ~ής. ~ γραφήματος/κύβου. Οξείες/παράλληλες/τέμνουσες/τετραγωνισμένες ~ές. Οκτάεδρο με δώδεκα ~ές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Κόμβοι που ενώνονται με ~ές (βλ. γράφος).|| Στρογγυλεμένες ~ές των σκαλιών. Πβ. κόψη. ● ΣΥΜΠΛ.: ροδόχρους ακμή βλ. ροδόχρους ● ΦΡ.: επί ξυρού ακμής (λόγ.): στην κόψη του ξυραφιού, σε πολύ κρίσιμο ή επικίνδυνο σημείο: ~ ~ η αγορά καυσίμων/η οικονομία. Η ανθρωπότητα/η ειρήνη/το θέμα βρίσκεται ~ ~. [< 1: αρχ. ἀκμή 2: αγγλ. acne, γαλλ. acné 3: αγγλ. edge] | |
| 1676 | άκμονας | [ἄκμονας] άκ-μο-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. αμόνι: χάλκινος ~.|| (μτφ.) Σφυρηλατήθηκε στον ~α της πολιτικής αντιπαράθεσης. 2. ΑΝΑΤ. το ένα από τα τρία οστάρια του μέσου αυτιού που μεταδίδει, μαζί με τον αναβολέα και τη σφύρα, τις δονήσεις από την τυμπανική μεμβράνη στο εσωτερικό αυτί. ● ΦΡ.: μεταξύ σφύρας και άκμονος/άκμονα (λόγ.-μτφ.): για κάποιον που δέχεται αμφίπλευρες επιθέσεις ή πιέσεις, που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο εμπόδια, πυρά, σε πολύ δύσκολη θέση: Ακροβατώ/κινούμαι/παλεύω/σχοινοβατώ ~ ~. [< 1: αρχ. ἄκμων 2: γαλλ. enclume] | |
| 1677 | ακνεϊκός | , ή, ό [ἀκνεϊκός] α-κνε-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με την ακμή: ~ή: επιδερμίδα. ~ό: δέρμα. [< γαλλ. acnéique] | |
| 1678 | ακοή | [ἀκοή] α-κο-ή ουσ. (θηλ.): μια από τις πέντε βασικές αισθήσεις μέσω της οποίας αντιλαμβανόμαστε τους ήχους: αδύνατη/ανεπτυγμένη/μειωμένη/οξεία/φυσιολογική ~. Αποκατάσταση/βελτίωση/βοήθημα (βλ. ακουστικά)/έλεγχος/ενισχυτής/ερέθισμα/(αισθητήριο) όργανο (= αυτί)/παθήσεις (: βαρηκοΐα, κώφωση)/φυσιολογία της ~ής. Άτομο με διαταραχές/δυσκολία στην ~ (και την όραση). Η ~ του έχει αδυνατίσει/εξασθενήσει. Αντιμετωπίζει/έχει/υπάρχει πρόβλημα ~ής. Πλησιάστε σε απόσταση ~ής (: πολύ κοντά, για να μπορείτε να ακούτε)! Έχασε την ~ του. Βλ. παρ~. ● ΦΡ.: εξ ακοής [ἐξ ἀκοῆς] (λόγ.): για κάποιον ή κάτι που ο ομιλητής δεν ξέρει προσωπικά, αλλά έχει ακούσει γι' αυτό(ν): Τη γνωρίζω ~ ~ (: την έχω ακουστά). Αναφέρω κάτι ~ ~ (: όπως το άκουσα). Βλ. εξ όψεως, εξ ακοής μαρτυρία & μαρτυρία εξ ακοής: ΝΟΜ. (κυρ. στην Κύπρο) δήλωση που έγινε από πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που καταθέτει σε δικαστήριο ή ανακριτική αρχή και χρησιμοποιείται για απόδειξη των λεγομένων: αποδεκτή υπό προϋποθέσεις η ~ ~. [< αρχ. ἀκοή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ