| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25656 | κονστρουκτιβισμός | κον-στρου-κτι-βι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό ρεύμα κυρ. της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής, το οποίο αναπτύχθηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου στη Ρωσία, έχοντας ως βασικά χαρακτηριστικά τις αφηρημένες κατασκευές και τις γεωμετρικές απεικονίσεις. Βλ. αρ νουβό, Μπάουχαους, κυβ-, φουτουρ-ισμός. 2. ΠΑΙΔΑΓ. εποικοδομητισμός. [< γαλλ. constructivisme, περ. 1925] | |
| 25657 | κονστρουκτιβιστής | κον-στρου-κτι-βι-στής ουσ. (αρσ.): καλλιτέχνης ή φιλόσοφος του κονστρουκτιβισμού: κοινωνικοί/κριτικοί ~ές.|| (ως επίθ.) ~ γλύπτης/ζωγράφος. [< γαλλ. constructiviste , περ. 1925] | |
| 25658 | κονστρουκτιβιστικός | , ή, ό κον-στρου-κτι-βι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον κονστρουκτιβισμό: (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) αφαιρετικά/μινιμαλιστικά και ~ά έργα.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ή: αντίληψη της γνώσης. ~ό: μοντέλο διδασκαλίας/περιβάλλον μάθησης. ~ές: (μαθησιακές) θεωρίες. ΣΥΝ. εποικοδοµητικός. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. constructiviste, περ. 1925] | |
| 25659 | κοντ- | βλ. κοντο1- | |
| 25660 | κοντά | κο-ντά επίρρ. {κοντύτερα} 1. (με τοπική σημασία) σε μικρή απόσταση ως προς κάποιο σημείο αναφοράς: Έλα εδώ/πιο ~. Δεν θα αργήσουμε, το σινεμά είναι ~. Είχαν φτάσει πολύ ~, ακολουθώντας τα ίχνη του. Γυαλιά για ~ (= για διάβασμα· βλ. πρεσβυωπία). Κάθισε ~ μου. Το γραφείο μας είναι ~ στην πλατεία. Τα περισσότερα σπίτια είναι κτισμένα το ένα ~ στο άλλο.|| (μτφ.) Βρέθηκε ένα βήμα πιο ~ στην πρόκριση. Βρισκόμαστε ~ στις διακοπές. Είμαστε ~ στη λύση. Σύντομα ~ σας. Ζώντας ~ του, έμαθε πολλά. Είμαστε ~ (= δεμένοι). Θα είμαι για πάντα ~ σου (= μαζί σου). Το γεγονός αυτό μας έφερε ~. Πβ. δίπλα, εγγύς, πλάι, πλησίον. ΑΝΤ. αλάργα, μακριά (1) 2. (με χρονική ή ποσοτική σημασία) περίπου, σχεδόν: Έχει ~ δυο μήνες να με πάρει τηλέφωνο. ~ στα (= κατά τα) μεσάνυχτα.|| Έφαγε ~ μισή τούρτα. Πβ. ίσαμε, κάπου, κατά προσέγγιση, πάνω κάτω. 3. εκτός από, επιπλέον: ~ σ' όλα αυτά, αρρώστησα κι εγώ. 4. (προηγείται η φρ. "δεν είναι τίποτα") σε σύγκριση με: Αυτό δεν είναι τίποτα ~ σ' αυτά που έχουν δει τα μάτια μου. ΣΥΝ. μπροστά (4) ● ΦΡ.: από κοντά (προφ.) 1. από απόσταση εγγύτητας ως προς το αντικείμενο αναφοράς: Γνωρίστε/ελάτε να δείτε/θαυμάστε ~ ~ το ... Να βρεθούμε/να τα πούμε ~ ~. Είχα την ευκαιρία να τον ζήσω/συναντήσω ~ ~. Έφυγε ~ ~ μας (= πέθανε) ο μεγάλος ηθοποιός. Πβ. απόκοντα.|| (μτφ.) Παρακολουθώ ~ ~ τα γεγονότα. Ακολουθεί ~ ~ τους πρωτοπόρους (ενν. στη βαθμολογία· πβ. σε απόσταση αναπνοής, κατά πόδας). ΣΥΝ. εκ του σύνεγγυς 2. (μτφ.) προς δήλωση στενής επαφής ή μίμησης: Τον πήρε ~ ~, του μίλησε.|| ~ ~ κι ο ... καταδίκασε τα επεισόδια., κοντά-κοντά (επιτατ.): σε ελάχιστη απόσταση, συνήθ. τοπική: Κάθονταν η μία ~ ~ στην άλλη., τώρα κοντά: πρόσφατα ή σύντομα: ~ ~ έφυγαν. ~ ~ θα τα ξαναπούμε (πβ. οσονούπω)., ένα βήμα πιο κοντά βλ. βήμα, έχω (κάποιον) από δίπλα/από κοντά βλ. δίπλα, κοντά στο(ν) νου κι η γνώση βλ. νους, μαζί με τα/κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά βλ. ξερός, μεταξύ (των) άλλων βλ. άλλος, την έπεσε/την έχει πέσει από δίπλα/από κοντά (σε κάποιον) βλ. δίπλα, φέρνω σε επαφή/(πιο) κοντά βλ. φέρνω [< μεσν. κοντά] | |
| 25661 | κόντα | κό-ντα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. καταληκτικό τμήμα μουσικής σύνθεσης, το οποίο διαφοροποιείται από τη βασική δομή της και αποτελεί ένα είδος τελικής κορύφωσης: ~ μιας φούγκας. [< ιταλ. coda] | |
| 25662 | κονταίνω | κο-νταί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κόντυνα, κονταίν-οντας} 1. κάνω κάτι πιο κοντό, συνήθ. κόβοντας το περιττό μήκος, ή γίνομαι πιο κοντός: Κόντυνα (λιγάκι) το παντελόνι (: γιατί ήταν πολύ μακρύ). Έχει κοντύνει τα μαλλιά της (= τα έκοψε).|| Κόντυναν οι φούστες (= έγιναν μίνι)! Το μπλουζάκι κόντυνε στο πλύσιμο (= μάζεψε). ΑΝΤ. μακραίνω.|| (προφ., για πρόσ.) Το μήκος του φορέματος την ~ει (: τη δείχνει πιο κοντή). Έχει κοντύνει (ενν. με τα χρόνια). ΑΝΤ. ψηλώνω. 2. (προφ.) σκύβω: Κόντυνε λίγο να δούμε κι εμείς! ● κονταίνει (μτφ.) 1. γίνεται πιο σύντομο(ς)· συντομεύει: ~ ο χρόνος αναμονής.|| Το κάπνισμα ~ τη ζωή. 2. υφίσταται ή προκαλεί μείωση: ~ουν οι αποδόσεις/τα επιδόματα (= περιορίζονται). Κόντυναν στα μάτια του λαού (= ταπεινώθηκαν).|| Μπορούν να κοντύνουν τις δαπάνες (= ελαττώσουν). Επιχειρούν να τον κοντύνουν πολιτικά (πβ. υποβιβάζω, υποτιμώ). [< μεσν. κονταίνω] | |
| 25663 | κοντάκι | κο-ντά-κι ουσ. (ουδ.) {κοντακ-ιού}: το πίσω τμήμα τουφεκιού: ξύλινο/πλαστικό/πτυσσόμενο/ρυθμιζόμενο ~. ~ αγγλέ. Το ~ της καραμπίνας. Η λαβή/το πέλμα του ~ιού. Βλ. κάλυκας, κάννη, σκανδάλη. ΣΥΝ. κοντάκιο (2) [< μεσν. κοντάκιον, γαλλ. crosse] | |
| 25664 | κοντακιά | κο-ντα-κιά ουσ. (θηλ.): χτύπημα με κοντάκι: Του έδωσε/έριξε μια ~ στο κεφάλι. Βλ. γροθιά, κλωτσιά. | |
| 25665 | κοντάκιο | κο-ντά-κι-ο ουσ. (ουδ.) {κοντακί-ου} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) εκκλησιαστικός ύμνος ο οποίος περιλαμβάνει το εγκώμιο του Αγίου που γιορτάζει ή το ιστορικό της εκάστοτε εορτής: το ~ του Ακάθιστου Ύμνου/των Χριστουγέννων. Η ακροστιχίδα/το εφύμνιο/οι οίκοι/το προοίμιο του ~ου. Ψάλλεται το ~ ... Βλ. απολυτίκιο, τροπάριο. 2. (λόγ.) κοντάκι. [< μεσν. κοντάκιον] | |
| 25666 | κοντάκτ | κο-ντάκτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΦΩΤΟΓΡ. καρέ φωτογραφιών μικρού μεγέθους που περιέχονται σε ένα φιλμ και εκτυπώνονται σε φωτογραφικό χαρτί: ψηφιακά ~. 2. ΤΥΠΟΓΡ. (παλαιότ.) μέθοδος εκτύπωσης με επαφή. [< γαλλ. contact] | |
| 25667 | κοντανασαίνω | κο-ντα-να-σαί-νω ρ. (αμτβ.) {κοντανάσανα} (προφ.): λαχανιάζω, αγκομαχώ. Πβ. ασθμ-, βαριανασ-αίνω, ξεφυσώ. [< μεσν. κοντανασαίνω] | |
| 25668 | κοντάρι | κο-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) {κονταρ-ιού}: μακρόστενη ράβδος στήριξης, ανάρτησης, προσαρμογής και μετακίνησης εργαλείου-αντικειμένου, σήμανσης ή ρίψης: μακρύ/πτυσσόμενο/τηλεσκοπικό/ψηλό ~. ~ αλουμινίου. Το ~ της κουρτίνας (= δοκός, κουρτινόξυλο)/της σημαίας (= ιστός, κοντός)/της σκούπας. (ΑΘΛ.) Άλμα με ~ (= άλμα επί κοντώ).|| (παλαιότ.) Πολεμιστές με ~ια. Οι μυτερές αιχμές/άκρες των ~ιών. Πβ. ακόντιο, δόρυ. [< μεσν. κοντάρι(ν)] | |
| 25669 | κονταρομαχία | κο-ντα-ρο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): κονταροχτύπημα. Βλ. -μαχία. | |
| 25670 | κονταροχτύπημα | κο-ντα-ρο-χτύ-πη-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & κονταροκτύπημα ΣΥΝ. κονταρομαχία 1. (μτφ.) λεκτική αντιπαράθεση, διένεξη μεταξύ αντίπαλων πλευρών: τηλεοπτικό ~ (= ντιμπέιτ, τηλεμαχία). Προεκλογικά ~ατα. ~ατα για την οικονομία. Πβ. αναμέτρηση, διαξιφισμός, έριδα, κόντρα. 2. (κυρ. στη Δύση κατά το Μεσαίωνα) έφιππη μονομαχία με δόρατα. [< μεσν. κονταροκτύπημα] | |
| 25671 | κονταροχτυπιέμαι | κο-ντα-ρο-χτυ-πιέ-μαι ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.): βρίσκομαι σε έντονο ανταγωνισμό ή/και αντιπαράθεση με κάποιον: ~ιούνται για την πρώτη θέση. ~ιέται με το κατεστημένο. Πβ. αναμετριέμαι, κοντράρομαι, μονομαχώ. [< μεσν. κονταροκτυπώ] | |
| 25672 | κοντέινερ | κο-ντέ-ι-νερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. μεταλλικό κιβώτιο διαφόρων μεγεθών (με τυποποιημένες διαστάσεις) για την αποθήκευση και μεταφορά συσκευασμένων εμπορευμάτων: ~ με τρόφιμα/φάρμακα. (ως παραθετικό σύνθ.) Φορτηγό/πλοίο-~ (: που μεταφέρει ~). ΣΥΝ. εμπορευματοκιβώτιο, περιέκτης (2) 2. τροχόσπιτο: Σεισμόπληκτοι που μένουν σε ~. [< αγγλ. container] | |
| 25673 | κόντεμα | κό-ντε-μα ουσ. (ουδ.) & κόντυμα (προφ.) 1. (συνήθ. για ρούχο) μείωση του μήκους: ~ του καλωδίου/της φούστας. ~ και στένεμα. ΑΝΤ. μάκρεμα 2. (μτφ.) ελάττωση· περιορισμός της ισχύος: ~ των επιτοκίων. Πβ. ψαλίδισμα.|| ~ του αντιπάλου (πβ. ταπείνωση, υποτίμηση). ~ του Υπουργού (= υποβάθμιση). Πβ. μείωση. | |
| 25674 | κοντέρ | κο-ντέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. χιλιομετρητής ή ταχόμετρο οχήματος: αναλογικά/ηλεκτρονικά/ψηφιακά ~. Πειραγμένα ~. ~ ποδηλάτου. Κόλλησε το/μηδενίζω το ~. Η ταχύτητα/τα χιλιόμετρα που δείχνει το ~. Πβ. οδόμετρο, ταχογράφος. Βλ. απαριθμητής, μετρητής. ● ΦΡ.: κάποιος/κάτι σπάει (όλα) τα κοντέρ (προφ.): σημειώνει εξαιρετική επίδοση, επιτυχία ή μεγάλη αύξηση: Εκπομπή που ~ ~ (της) ακροαματικότητας. Δρομέας που έσπασε ~. Έχει ~σει ~ πωλήσεων. [< γαλλ. compteur] | |
| 25675 | κόντες, κοντέσα | κό-ντες ουσ. (αρσ.) & κόντης, κοντέσσα: (παλαιότ., στα Επτάνησα) κόμης, κόμισσα. [< μεσν. κόντης, κοντέσσα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ