| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25638 | κονσερβαρισμένος | , η, ο κον-σερ-βα-ρι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): κονσερβοποιημένος. | |
| 25639 | κονσερβατουάρ | κον-σερ-βα-του-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ωδείο (κυρ. σε άλλα κράτη). [< γαλλ. conservatoire] | |
| 25640 | κονσερβοκούτι | κον-σερ-βο-κού-τι ουσ. (ουδ.) 1. άδειο κουτί κονσέρβας: πεταμένα/σκουριασμένα ~ια. Βλ. -κουτο. 2. (μτφ.-μειωτ.) οτιδήποτε μοιάζει με κουτί και θεωρείται άχρηστο ή ακαλαίσθητο: (ως παραθετικό σύνθ.) πολυκατοικίες/σχολεία-~ια. Είναι όλη μέρα μπροστά στο ~ (= την τηλεόραση ή τον υπολογιστή· πβ. χαζοκούτι). | |
| 25641 | κονσερβολιά | κον-σερ-βο-λιά ουσ. (θηλ.) & κονσερβοελιά: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τύπος βρώσιμης ελιάς με χοντρό καρπό. Βλ. θρούμπα. | |
| 25642 | κονσερβοποιείο | [κονσερβοποιεῖο] κον-σερ-βο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργοστάσιο κονσερβοποιίας: ~ βρώσιμης ελιάς/ροδάκινων. Βλ. -ποιείο. | |
| 25643 | κονσερβοποιημένος | , η, ο κον-σερ-βο-ποι-η-μέ-νος επίθ. 1. συσκευασμένος σε κονσέρβα: ~ος: σολομός/τόνος. ~ο: γάλα. ~οι: χυμοί. ~α: προϊόντα/τρόφιμα/φρούτα. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) τυποποιημένος ή μαγνητοσκοπημένος: ~η: διασκέδαση/μάθηση. ~ες: απαντήσεις/απόψεις/ατάκες/γνώσεις. ΑΝΤ. αυθόρμητος.|| ~ες: εκπομπές. ΑΝΤ. ζωντανός, λάιβ. ● βλ. κονσερβοποιώ | |
| 25644 | κονσερβοποίηση | κον-σερ-βο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συντήρηση τροφίμων σε κονσέρβες ή αεροστεγώς κλεισμένα δοχεία: ~ αλιευμάτων/φρούτων. Βιομηχανία ~ης (= κονσερβοποιία). Μηχανήματα/τεχνικές ~ης. Εμφιάλωση και ~. Βλ. -ποίηση. | |
| 25645 | κονσερβοποιία | κον-σερ-βο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. οργανωμένη μονάδα κονσερβοποίησης τροφίμων: ~ ζωικών και φυτικών προϊόντων/φρούτων και λαχανικών. ΣΥΝ. κονσερβοποιείο 2. η διαδικασία της κονσερβοποίησης: βιομηχανία/εργοστάσιο ~ας. Βλ. -ποιία. | |
| 25646 | κονσερβοποιός | κον-σερ-βο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ιδιοκτήτης κονσερβοποιείου. Βλ. -ποιός. | |
| 25647 | κονσερβοποιώ | [κονσερβοποιῶ] κον-σερ-βο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κονσερβοποι-εί ... | -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. συσκευάζω τρόφιμα σε κονσέρβες: Βιομηχανία που ~εί ελιές/ντομάτες. Βλ. -ποιώ. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) τυποποιώ: Γνώσεις που έχουν ~ηθεί. ● βλ. κονσερβοποιημένος | |
| 25648 | κονσερτίνα | κον-σερ-τί-να ουσ. (θηλ.): αγκαθωτό συρματόπλεγμα. [< αγγλ. concertina (wire), περ. 1917] | |
| 25649 | κονσέρτο | βλ. κοντσέρτο | |
| 25650 | κονσίλερ | κον-σί-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καλλυντικό προϊόν που χρησιμοποιείται για να καλύπτει τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια ή γενικότ. τις δερματικές ατέλειες του προσώπου: αδιάβροχο/κρεμώδες/υγρό ~. ~ σε μορφή κόμπακτ/στικ. Μέικ απ, πούδρα και ~. Πβ. καλυπτικό. [< αγγλ. concealer, 1942] | |
| 25651 | κονσόλα | κον-σό-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε επιφάνεια όπου υπάρχουν διάφορα όργανα, ενδεικτικές λυχνίες, οθόνες, διακόπτες, για τον έλεγχο και τον χειρισμό ηλεκτρικών-μηχανολογικών εγκαταστάσεων, συσκευών: ασύρματη/ηλεκτρονική/κεντρική/ραδιοφωνική/φορητή/ψηφιακή ~. ~ αυτοκινήτου (πβ. ταμπλό)/ήχου/μίξης/φωτισμού/χειρισμού (πβ. χειριστήριο). 2. είδος τραπεζιού που συνήθ. ακουμπά στον τοίχο και στηρίζεται σε δύο ή τέσσερα πόδια: χειροποίητη ~. ~ μασίφ. ~ με καθρέφτη. 3. ΠΛΗΡΟΦ. περιφερειακή ή τερματική συσκευή για άμεση επικοινωνία του χρήστη με την κεντρική μονάδα υπολογιστή: γραφική ~. ~ αποκατάστασης/εντολών. 4. ΑΡΧΙΤ. προεξοχή κατασκευής που χρησιμεύει και ως βάση στήριξης. ● ΣΥΜΠΛ.: κονσόλα παιχνιδιών: ΠΛΗΡΟΦ. αυτόνομο σύστημα υπολογιστή ειδικά σχεδιασμένο για την εκτέλεση ψηφιακών παιχνιδιών: φορητή ~ ~. ΣΥΝ. παιχνιδοκονσόλα, παιχνιδομηχανή [< αγγλ. game console, 1977] [< 1,3: αγγλ. console 2,4: γαλλ. console] | |
| 25652 | κονσομασιόν | κον-σο-μα-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: πληρωμένη γυναικεία συντροφιά σε κέντρα διασκέδασης με στόχο την αυξημένη κατανάλωση αλκοολούχων ποτών από τους άνδρες θαμώνες: μπαρ με ~. [< γαλλ. consommation 'κατανάλωση'] | |
| 25653 | κονσοματρίς | κον-σο-μα-τρίς ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: γυναίκα που κάνει κονσομασιόν. [< γαλλ. consommatrice 'καταναλώτρια'] | |
| 25654 | κονσομέ | κον-σο-μέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ελαφριά σούπα που παρασκευάζεται από ζωμό κρέατος: ~ βοδινού. ~ από μοσχάρι/ορτύκια. [< γαλλ. consommé] | |
| 25655 | κονσόρτσιουμ | κον-σόρ-τσι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κονσόρτιουμ: ΟΙΚΟΝ. προσωρινή οικονομική συμφωνία μεταξύ νομικών προσώπων ή κρατών για την υλοποίηση κοινού σκοπού: βιομηχανικό/επενδυτικό ~. ~ εταιρειών/τραπεζών. ~ (για τη δημιουργία) αγωγού πετρελαίου.|| (κατ' επέκτ., κάθε σύμπραξη) Διεθνές ~ επιστημόνων. Πβ. κοινοπραξία, συνένωση, συνεταιρισμός. [< αγγλ. consortium] | |
| 25656 | κονστρουκτιβισμός | κον-στρου-κτι-βι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό ρεύμα κυρ. της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής, το οποίο αναπτύχθηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου στη Ρωσία, έχοντας ως βασικά χαρακτηριστικά τις αφηρημένες κατασκευές και τις γεωμετρικές απεικονίσεις. Βλ. αρ νουβό, Μπάουχαους, κυβ-, φουτουρ-ισμός. 2. ΠΑΙΔΑΓ. εποικοδομητισμός. [< γαλλ. constructivisme, περ. 1925] | |
| 25657 | κονστρουκτιβιστής | κον-στρου-κτι-βι-στής ουσ. (αρσ.): καλλιτέχνης ή φιλόσοφος του κονστρουκτιβισμού: κοινωνικοί/κριτικοί ~ές.|| (ως επίθ.) ~ γλύπτης/ζωγράφος. [< γαλλ. constructiviste , περ. 1925] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ