| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25676 | κοντεύω | κο-ντεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κόντε-ψα, κοντεύ-οντας}: πλησιάζω, φτάνω: ~ τα δύο χρόνια που μένω μόνος μου. ~ει τα πενήντα. Πβ. ζυγώνω, σιμώνω. ● κοντεύει: για να δηλωθεί χρονικό σημείο κατά προσέγγιση: Η ώρα ~ πέντε (: σε λίγο θα είναι). ~ (κιόλας) μήνας από τότε που έφυγε. ~ουν μεσάνυχτα/χαράματα. ● ΦΡ.: κοντεύω να ... 1. λίγο θέλω να: ~εις να τελειώσεις με το διάβασμα; ~ει να σε πείσει. 2. {συνήθ.στον αόρ.} λίγο έλειψε, παραλίγο: ~ψα (= πήγα) να πεθάνω από την αγωνία. Τα σχέδιά μου ~ψαν να τιναχθούν στον αέρα. Πβ. κινδυνεύω. [< μεσν. κοντεύω] | |
| 25677 | κόντης | βλ. κόντες | |
| 25678 | κοντινός | , ή, ό κο-ντι-νός επίθ. {κοντινότερος} ΑΝΤ. μακρινός 1. που βρίσκεται σε μικρή (σχετικά) απόσταση από ένα τοπικό σημείο αναφοράς: ~ό: χωριό (= γειτονικό, διπλανό). ~οί: προορισμοί. ~ές: αποδράσεις. Εκδρομές στα ~ά νησιά. Οι πιο ~οί πλανήτες στον Ήλιο (: Ερμής, Αφροδίτη, Γη, Άρης). Αποφύγετε την άμεση ή ~ή επαφή με αρρώστους. Η ~ότερη (= πλησιέστερη) παραλία απέχει δέκα λεπτά περίπου. Πβ. εγγύς, παρακείμενος. ΑΝΤ. απόμακρος, απομακρυσμένος.|| Δυσκολίες στην ~ή όραση (βλ. πρεσβυωπία).|| (από κοντά) ~ή: άποψη (ενός κτιρίου). ~ό: πλάνο. ~ές: λήψεις. Το θύμα πυροβολήθηκε από ~ή απόσταση (βλ. εξ επαφής). (στο ποδόσφαιρο) Πέτυχε το 1-0 με ~ή κεφαλιά/~ό πλασέ/σουτ.|| (προφ.) Η πιο ~ή (= σύντομη) διαδρομή. 2. που χρονικά δεν απέχει πολύ από το σήμερα: ~ός: στόχος. ~ό: παρελθόν (= πρόσφατο). Τα σχέδια κάποιου για το ~ό μέλλον (= άμεσο, προσεχές). ΑΝΤ. απώτερος.|| Είναι σε ~ή ηλικία με τα αδέλφια της (: σχεδόν συνομήλικη). 3. (μτφ.) με τον οποίο έχει κάποιος στενή συγγενική ή φιλική σχέση: ~οί: πρόγονοι/συγγενείς/φίλοι. Τα πιο/πολύ ~ά (και αγαπημένα) μας πρόσωπα.|| (ως ουσ.) Αυτό το ξέρουν μόνο οι ~οί μου. | |
| 25679 | κοντίσιονερ | κο-ντί-σιο-νερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): μαλακτικό μαλλιών. [< αγγλ. hair-conditioner, 1951] | |
| 25680 | κόντιτα | κό-ντι-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. ψιλοκομμένα φρουί γλασέ. [< βεν. condito] | |
| 25681 | κοντο1- & κοντό- & κοντ- | : α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του κοντός: κοντο-κουρεμένος/~μάνικος. Κοντο-πίθαρος/~πόδης/~στούπης. Κοντό-χοντρος. ΑΝΤ. μακρο-.|| (μικρής διάρκειας:) Κοντ-ανασαίνω (βλ. βαρυ-). | |
| 25682 | κοντο2- | (λαϊκό): α' συνθετικό με τη σημασία του κοντά για τη δήλωση τοπικής ή χρονικής σχέσης: ~χωριανός. ~ζυγώνει. | |
| 25683 | κοντογούνι | κο-ντο-γού-νι ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. παραδοσιακό κοντό, συνήθ. γυναικείο, πανωφόρι: βελούδινο/χρυσοκέντητο ~. Βλ. ζιπούνι. | |
| 25684 | κοντοζυγώνει | κο-ντο-ζυ-γώ-νει ρ. (αμτβ.) {κοντοζύγω-σε, συνήθ. στο ενεστ. θ.} (λαϊκό): είναι κοντά, πλησιάζει (χρονικά ή τοπικά): ~ η στιγμή/η ώρα που ... ~ουν οι γιορτές. Πβ. έρχεται, κοντεύει.|| ~σε στην πόρτα/στο σπίτι. Πβ. ζυγώνω, σιμώνω. | |
| 25685 | κοντόθωρος | , η, ο κο-ντό-θω-ρος επίθ.: κοντόφθαλμος: ~η: λογική/πολιτική/προσέγγιση. Πβ. μυωπικός.|| (για πρόσ.) ~ και αδιάλλακτος. ΣΥΝ. στενόμυαλος ● επίρρ.: κοντόθωρα | |
| 25686 | κοντόκαννος | , η, ο κο-ντό-καν-νος επίθ.: (για όπλο) που έχει κοντή κάννη: ~η: καραμπίνα.|| (ως ουσ.) Τον σκότωσε με ~ο. ΑΝΤ. μακρύκαννος | |
| 25687 | κοντοκουρεμένος | , η, ο κο-ντο-κου-ρε-μέ-νος επίθ.: που έχει κουρεμένα τα μαλλιά του κοντά: ~ος: φαντάρος. ~ο: κεφάλι.|| (κατ' επέκτ., που έχει κοπεί, ώστε να είναι κοντό:) ~ο: γκαζόν. | |
| 25688 | κοντόλαιμος | , η, ο κο-ντό-λαι-μος επίθ.: (συνήθ. για πράγμα) που έχει κοντό λαιμό: ~η: εξωλέμβια μηχανή. ~α: αγκίστρια. | |
| 25689 | κοντολογίς | κο-ντο-λο-γίς επίρρ. (λαϊκό): με λίγα λόγια, για να μη μακρηγορώ: ~, έκανε ό,τι μπορούσε. Το θέμα, ~, είναι ότι ... Βλ. -ίς. ΣΥΝ. εν ολίγοις/δι' ολίγων, εν συντομία [< μεσν. κοντολογίς] | |
| 25690 | κοντομάνικος | , η, ο κο-ντο-μά-νι-κος επίθ./ουσ.: (για ρούχο) με κοντά μανίκια: ~η: φανέλα. ~ο: πουκάμισο/φόρεμα.|| (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. μπλουζάκια, βλ. μακό, τι σερτ). ΑΝΤ. μακρυμάνικος [< μεσν. κοντομάνικος] | |
| 25691 | κοντοπίθαρος | , η, ο κο-ντο-πί-θα-ρος επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): πολύ κοντός. ΣΥΝ. ζουμπάς (1), κοντοστούπης, στούμπος (1) | |
| 25692 | κοντοπόδαρος | , η, ο κο-ντο-πό-δα-ρος επίθ. (προφ.): που έχει κοντά πόδια. [< μεσν. κοντοπόδαρος] | |
| 25693 | κοντορεβιθούλης | κο-ντο-ρε-βι-θού-λης ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ., από τον ήρωα του ομώνυμου παραμυθιού) (οικ.): (για αγόρι ή νεαρό άνδρα) πολύ κοντός και συνήθ. συμπαθητικός. Πβ. κοντο-πίθαρος, -στούπης, νάνος, στούμπος. Βλ. Κοκκινοσκουφίτσα, Σταχτοπούτα, Χιονάτη. [< γαλλ. Le petit Poucet] | |
| 25694 | κοντός | , ή, ό κο-ντός επίθ. {κοντύτερος κ. κοντότερος} 1. που έχει μικρό ή σχετικά μικρό μήκος ή ύψος: ~ή: ουρά/φούστα. ~ό: κούρεμα/μαλλί/παντελόνι/ποτήρι/τρίχωμα/φόρεμα. ~ές: κάλτσες. ~ά: μανίκια. Έχει ~ό λαιμό. ΑΝΤ. μακρύς.|| (για ανάστημα:) Είναι ~ και άσχημος (πβ. βραχύσωμος, ζουμπάς, κοντοπίθαρος. ΑΝΤ. ψηλός). 2. μικρής διάρκειας, σύντομος: ~ή: μνήμη (: για πρόσ. που ξεχνά γρήγορα, εύκολα). ● Υποκ.: κοντούλης , α, ικο: κάπως κοντός: ~α και παχουλούλα. Βλ. μικρούλης., κοντούλικος , η, ο, κοντούτσικος , η, ο: ΑΝΤ. ψηλούτσικος ● ΦΡ.: κοντά/μακριά τα χέρια (σου ...)! βλ. χέρι, κοντός ψαλμός αλληλούια βλ. αλληλούια, Κυριακή κοντή γιορτή βλ. γιορτή, ο καθένας (λέει) το μακρύ του και το κοντό του (/το κοντό του και το μακρύ του) βλ. μακρύς [< μτγν. κοντός, γαλλ. court] | |
| 25695 | κοντός | κο-ντός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κοντάρι: ο ~ της σημαίας (πβ. ιστός). ● ΣΥΜΠΛ.: (άλμα) επί κοντώ: ΑΘΛ. αγώνισμα του στίβου κατά το οποίο ο αθλητής πρέπει να περάσει πάνω από έναν οριζόντιο πήχη με τη βοήθεια ειδικού κονταριού. [< αγγλ. pole vault, 1893] [< αρχ. κοντός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ