| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25696 | κοντοσούβλι | κο-ντο-σού-βλι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. κομμάτια κρέατος που ψήνονται περασμένα σε σούβλα: πρόβειο/χοιρινό ~. Κοκορέτσι και ~. Βλ. γαρδούμπα, γύρος. | |
| 25697 | κοντοστέκομαι | κο-ντο-στέ-κο-μαι ρ. (αμτβ.) {κοντοστάθηκε, κοντοσταθεί, συνήθ. στο γ' πρόσ.} & κοντοστέκω (συνήθ. λογοτ.): στέκομαι για λίγο, ενώ περπατώ, συνήθ. λόγω διστακτικότητας: ~εται, ρίχνει μια ματιά και συνεχίζει τον δρόμο του. Κοντοστάθηκε και κοίταξε γύρω του. [< μεσν. κοντοστέκω] | |
| 25698 | κοντοστούπης | κο-ντο-στού-πης ουσ. (αρσ.) , κοντοστούπα (η) (προφ.-μειωτ.): πολύ κοντός. Πβ. ζουμπάς, κοντο-πίθαρος, -ρεβιθούλης, στούμπος, τάπας. | |
| 25699 | κοντόσωμος | , η, ο κο-ντό-σω-μος επίθ.: που έχει κοντό σώμα: ~, αλλά γεροδεμένος. ΣΥΝ. βραχύσωμος, μικρόσωμος ΑΝΤ. μεγαλόσωμος | |
| 25700 | κοντούλα | κο-ντού-λα ουσ. (θηλ.): ποικιλία αρωματικού αχλαδιού, μικρού μεγέθους και με κοντό κοτσάνι. Βλ. βουτυράτα, κρυστάλλι. [< κοντούλης] | |
| 25701 | κοντούλης | βλ. κοντός | |
| 25702 | κοντόφθαλμος | , η, ο κο-ντό-φθαλ-μος επίθ. (λόγ.): προσκολλημένος με εμμονή σε συντηρητικά ή εσφαλμένα πρότυπα, χωρίς ευρύτητα πνεύματος, διορατικότητα και κρίση: ~η: αντιμετώπιση/θεώρηση/λογική/νοοτροπία/οπτική/πολιτική. ~ο: συμφέρον. ~οι: στόχοι. ~ες: αποφάσεις/πρακτικές. ~ες και μίζερες/μονομερείς αντιλήψεις. ΣΥΝ. μυωπικός.|| ~οι: πολιτικοί. ΣΥΝ. κοντόθωρος, στενόμυαλος ΑΝΤ. ανοιχτόμυαλος ● επίρρ.: κοντόφθαλμα | |
| 25703 | κοντόχοντρος | , η, ο κο-ντό-χο-ντρος επίθ.: κοντός και χοντρός. Βλ. κοντοστούπης, στούμπος. ΑΝΤ. ψηλόλιγνος | |
| 25704 | κοντοχωριανός | κο-ντο-χω-ρια-νός ουσ. (αρσ.) , κοντοχωριανή (η) (λαϊκό): αυτός που κατοικεί σε ή κατάγεται από κοντινό χωριό με κάποιον: Βγήκαμε/βρεθήκαμε ~οί. Πβ. συντοπίτης. Βλ. συγχωριανός. | |
| 25705 | κόντρα | κό-ντρα επίρρ. (προφ.): ενάντια, εναντίον: Ταξιδέψαμε με τον άνεμο/καιρό ~ (: αντίθετα προς την κατεύθυνση του ανέμου).|| Παίζουμε ~ στους πρωταθλητές Ευρώπης. Παρασκηνιακές διαβουλεύσεις ~ στα συμφέροντά μας (ΑΝΤ. σύμφωνα με). Τα πράγματα μας ήρθαν ~ (πβ. ανάποδα, στραβά).|| (ως επίθ.) ~ επίθεση (: αντεπίθεση)/ξύρισμα (: με φορά από κάτω προς τα πάνω). ● ΣΥΜΠΛ.: κόντρα φιλέτο & (σπάν.) κόντρα μοσχάρι: διαλεχτό κομμάτι μοσχαρίσιου συνήθ. κρέατος από την οσφυϊκή χώρα του σφαγίου. Βλ. καρέ, κιλότο, λαιμός, μπριζόλα, σπάλα, ψαρονέφρι. [< γαλλ. contre-filet , 1926] , κόντρα τενόρος βλ. τενόρος, κόντρα φαγκότο βλ. φαγκότο ● ΦΡ.: κόντρα/αντίθετα/ενάντια στο ρεύμα/στον καιρό/στον άνεμο (μτφ.): ενάντια στα καθιερωμένα, στις τάσεις της εποχής: Πάμε ~ ~. Βλ. μέινστριμ., κρατάω κόντρα: σπρώχνω κάτι, στο οποίο ασκείται πίεση, προς την αντίθετη κατεύθυνση. ΣΥΝ. κρατώ αντίσταση (2), πάω/πηγαίνω κόντρα (προφ.): αντιστέκομαι, εναντιώνομαι: ~ ~ στο κατεστημένο/στην τύχη/στη φύση/στον χρόνο. Όλη την ώρα μου πάει ~., κόντρα στο κύμα βλ. κύμα [< μεσν. κόντρα] | |
| 25706 | κόντρα | κό-ντρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ανταγωνισμός, αντιπαράθεση, διαμάχη: άγρια/αιώνια/ανοιχτή/έντονη/εσωκομματική/οικογενειακή/πολιτική/προσωπική/σκληρή ~. Αναβιώνει/εκτονώνεται/κλιμακώνεται/συνεχίζεται η ~ ανάμεσα/μεταξύ ... ~ κορυφής (: σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών ή κορυφαίων ομάδων). Βρίσκονται/ήρθαν σε ~ για το ... Πβ. σύγκρουση. 2. αυτοσχέδιος αγώνας ταχύτητας συνήθ. αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών: επικίνδυνη/παράνομη ~. Είσαι για μια ~; Κάνουν ~ες στην παραλιακή. 3. (στο ποδόσφαιρο) απότομη αλλαγή ή παρεμπόδιση της πορείας της μπάλας: Κέρδισε την μπάλα μετά από ~.|| Έβαλε ~ με το πόδι. 4. φρενάρισμα ποδηλάτου με αντίθετη κίνηση των πεντάλ που μπλοκάρει την πίσω ρόδα. ● ΦΡ.: βγαίνει στην κόντρα: αντεπιτίθεται: (σε ομαδικά αθλήματα, συνήθ. στο ποδόσφαιρο) Βγήκε ~ από αριστερά.|| (μτφ.) ~ουν ~, διεκδικώντας τα δικαιώματά τους., πηγαίνω μια κόντρα: αγωνίζομαι εναντίον κάποιου: Όποτε θέλεις, σε πάω μια ~ στο τάβλι. Πάμε μια ~ να δούμε ποιος θα νικήσει; [< μεσν. κόντρα] | |
| 25707 | κόντρα πλακέ | κό-ντρα πλα-κέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κοντραπλακέ: υλικό από λεπτά φύλλα ξύλου, τα οποία έχουν συγκολληθεί και οι ίνες τους διασταυρώνονται: ~ θαλάσσης/σημύδας. ΄Επιπλα από ~. Βλ. καπλαμάς, μελαμίνη, νοβοπάν. [< γαλλ. contreplaqué] | |
| 25708 | κοντράκιας | κο-ντρά-κιας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): νεαρός συνήθ. άνδρας που συμμετέχει σε κόντρες με αυτοκίνητα ή μοτοσικλέτες. Βλ. -άκιας, γκαζιάρης, γκαζοφονιάς, καμικάζι. | |
| 25709 | κοντραμπάντο | κο-ντρα-μπά-ντο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): λαθρεμπόριο. [< μεσν. κοντραμπάντο < ιταλ. contrabbando] | |
| 25710 | κοντραμπασίστας | κο-ντρα-μπα-σί-στας ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει κοντραμπάσο: ~ ορχήστρας. Συνθέτης και ~. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. contrabbassista] | |
| 25711 | κοντραμπάσο | κο-ντρα-μπά-σο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. το μεγαλύτερο έγχορδο όργανο, το οποίο έχει τέσσερις ή σπάν. πέντε χορδές και παίζεται όρθιο είτε με δοξάρι είτε πιτσικάτο: ηλεκτρικό/κλασικό ~. Σόλο ~. Πβ. μπασαβιόλα, μπάσο. ΣΥΝ. βαθύχορδο [< ιταλ. contrabbasso] | |
| 25712 | κοντραπλακέ | βλ. κόντρα πλακέ | |
| 25713 | κοντραπούντο | κο-ντρα-πού-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. αντίστιξη. [< ιταλ. contrappunto] | |
| 25714 | κοντράρω | κο-ντρά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κόντραρ-α κ. κοντράρ-ισα, κοντραρ-ίστηκα, -ιστεί, κοντράρ-οντας} (προφ.) 1. εναντιώνομαι, αντιτάσσομαι: Τον ~ει ανοιχτά/κανονικά (= του πάει κόντρα). Κανένας δεν τολμάει να ~ιστεί μαζί του/με τον ... Πβ. αντι-παρατίθεμαι, -τίθεμαι. 2. αντιμετωπίζω αντίπαλο σε αγώνα επικράτησης, αναμετριέμαι, ανταγωνίζομαι: Δεν μπόρεσαν να ~ουν τους γηπεδούχους (: να προβάλουν αντίσταση). Τον ~ει στα ίσα. Οι δύο ομάδες θα ~ιστούν (= θα κονταροχτυπηθούν) για την πρώτη θέση. ~ίστηκαν για τεχνικά θέματα (= διασταύρωσαν τα ξίφη τους, συγκρούστηκαν).|| (μτφ.) Το νέο μοντέλο δεν μπορεί να ~ει (= να συναγωνιστεί) σε απόδοση το προηγούμενο. 3. (στο ποδόσφαιρο) παρεμποδίζω την πορεία της μπάλας, ενώ κινείται με μεγάλη ταχύτητα: ~ε το σουτ με προβολή. Πβ. αποκρούω.|| (προσκρούω:) Η μπάλα ~ε/~ισε (= χτύπησε) στο πόδι του ... και απομακρύνθηκε. | |
| 25715 | κοντράστ | κο-ντράστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αντίθεση, διαφορά συνήθ. μεταξύ σκούρων και ανοιχτών χρωμάτων, κυρ. σε οθόνη υπολογιστή ή σε φωτογραφία: χρωματικό ~. Ρύθμιση του ~. Εικόνα με υψηλό/χαμηλό ~. Αυξάνω/μειώνω το ~. Βλ. φωτεινότητα.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) Φίλτρα ~ (: τοποθετούνται μπροστά από τον φακό της μηχανής). ● ΣΥΜΠΛ.: κοντράστ συναισθημάτων: αντίθεση ανάμεσα σε ευχάριστα και δυσάρεστα συναισθήματα. [< γαλλ. contraste] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ