Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26440-26460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25716κοντραφλόκοςκο-ντρα-φλό-κος ουσ. (αρσ.) & κόντρα φλόκος: ΝΑΥΤ. ο επάνω φλόκος ιστιοφόρου πλοίου.
25717κοντρόλκο-ντρόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. έλεγχος: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ πάνελ (= πίνακας ελέγχου).|| ~ του θυμού/της κατάστασης (= κοντρολάρισμα).|| (στο ποδόσφαιρο:) Έχασε το ~ της μπάλας.|| Έπαιξαν ~ μπάσκετ (= κοντρολαρισμένο παιχνίδι). 2. χειριστήριο: ασύρματο ~. Βίντεο/τιβί ~ (= τηλε~, τηλεχειριστήριο). ~ συναγερμού. 3. ΠΛΗΡΟΦ. (σε πληκτρολόγιο) πλήκτρο το οποίο μπορεί να πατηθεί σε συνδυασμό με ένα ή περισσότερα για την εκτέλεση μιας εντολής: ~-αλτ-ντιλίτ. 4. ΤΗΛΕΠ. & κοντρόλ ρουμ: αίθουσα/κέντρο ελέγχου (μιας δραστηριότητας)· συνήθ. δωμάτιο σε στούντιο, εξοπλισμένο με κονσόλες και τηλεοράσεις, όπου βρίσκεται ο σκηνοθέτης, ο ηχολήπτης και οι υπεύθυνοι για τη μετάδοση εκπομπής: (από παρουσιαστή:) Με ακούτε στο ~; Με ειδοποιούν από το ~ ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: ντόπινγκ/αντιντόπινγκ έλεγχος/κοντρόλ βλ. αντιντόπινγκ [< γαλλ. contrôle 3: αγγλ. control key, 1978]
25718κοντρολάρισμακο-ντρο-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): διατήρηση του ελέγχου: ~ της κατάστασης. Πβ. κουμαντάρισμα.|| (στο ποδόσφαιρο:) ~ της μπάλας. Πβ. κοντρόλ. Βλ. -ισμα.
25719κοντρολάρωκο-ντρο-λά-ρω ρ. (μτβ.) {κοντρόλαρ-α κ. κοντρολάρ-ισα, -ισμένος, -οντας} (προφ.): διατηρώ τον έλεγχο, δεν αφήνω κάτι να ξεφύγει από τα όρια: Δεν μπορώ να ~ τον εαυτό μου/τα νεύρα μου/τα συναισθήματά μου (= χάνω τον αυτοέλεγχο). Προσπάθησε να ~εις το άγχος/τον θυμό σου (πβ. τιθασεύω). Δεν ~εται η κατάσταση (= είναι ανεξέλεγκτη)! Πβ. ελέγχω, κουμαντάρω.|| (στο ποδόσφαιρο:) ~ε την μπάλα (με το στήθος). ~ισμένο: παιχνίδι (πβ. πειθαρχημένος). Συγκεντρωμένη και ~ισμένη ομάδα. [< γαλλ. contrôler]
25720κοντσερτάντεκο-ντσερ-τά-ντε επίθ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. (για έργο) γραμμένο σε στιλ κοντσέρτου με ένα ή περισσότερα σόλο όργανα και ορχήστρα: σονάτα/συμφωνία ~. Σύνθεση σε μορφή ~. [< ιταλ. concertante]
25721κοντσερτίνοκο-ντσερ-τί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. σύντομο κοντσέρτο: ~ δωματίου. ~ για βιολί (και ορχήστρα)/για πιάνο. 2. ομάδα σόλο οργάνων στο κοντσέρτο γκρόσο. Βλ. κουαρτέτο. [< ιταλ. concertino]
25722κοντσέρτοκον-τσέρ-το ουσ. (ουδ.) & κονσέρτο ΜΟΥΣ. 1. τριμερής συνήθ. σύνθεση για ορχήστρα και ένα ή περισσότερα σόλο όργανα: ~ για βιολί/κιθάρα/κρουστά/πιάνο/φλάουτο. Ερμηνεύω ένα ~. Βλ. καντάτα, καντέντσα. 2. συναυλία κλασικής μουσικής: Έδωσε ~α στο εξωτερικό. ● ΣΥΜΠΛ.: κοντσέρτο γκρόσο: σύνθεση μπαρόκ για ομάδα από σολίστες που συνδιαλέγεται με την ορχήστρα. [< ιταλ. concerto]
25723κοντσίναβλ. κολτσίνα
25724κοντύλικο-ντύ-λι ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) γραφίδα: πλάκα και ~. Πβ. πένα. Βλ. κονδυλοφόρος. 2. (λαϊκό) κονδύλι. [< μεσν. κοντύλι(ν)]
25725κοντυλιάκο-ντυ-λιά ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. {συνήθ. στον πληθ.} (ιδιωμ.) μουσική φράση, μελωδία που παράγει η κρητική λύρα ή άλλο έγχορδο, και το αντίστοιχο τραγούδι· σπανιότ. η δοξαριά: παραδοσιακές ~ιές. Οι ~ιές των λυράρηδων. ~ιές και μαντινάδες. Βλ. πενιά, πεντοζάλης, ριζίτικο, τσάκισμα. 2. (παλαιότ.) γραμμή σχεδιασμένη με κοντύλι. || (μτφ.) Έσβησαν με μια ~ (= μονο~) τα περασμένα. Βλ. μολυβιά, χαρακιά. [< 2: μεσν. κοντυλιά]
25726κοντυλοφόροςβλ. κονδυλοφόρος
25727κόντυμαβλ. κόντεμα
25728κοντύτερος, η, ο βλ. κοντός
25729κονφερασιέκον-φε-ρα-σιέ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & κονφερανσιέ & κομφερασιέ (κυρ. παλαιότ.): παρουσιαστής θεάματος, παράστασης, ψυχαγωγικού προγράμματος: ηθοποιός/μίμος και ~. ΣΥΝ. κομπέρ [< γαλλ. conférencier]
25730κονφετίβλ. κομφετί
25731κονφίκον-φί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κρέατα ή πουλερικά διατηρημένα στο λίπος τους ή φρούτα και λαχανικά διατηρημένα σε ζάχαρη (και περιχυμένα με μπράντι): ~ πάπιας/χήνας. ~ ντομάτας.|| (ως επίθ.) ~ πορτοκάλι. Βλ. τερίνα. [< γαλλ. confit]
25732κονφόρβλ. κομφόρ
25733κονφορμισμόςβλ. κομφορμισμό
25734κονφορμιστής& κονφορμίστας βλ. κομφορμιστής
25735κονφορμιστικός, ή, ό βλ. κομφορμιστικός

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.