| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25736 | κονφούζιο | βλ. κομφούζιο | |
| 25737 | κονφουκιανισμός | βλ. κομφουκιανισμός | |
| 25738 | κοξάκι | κο-ξά-κι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. ομάδα εντεροϊών με υψηλή μεταδοτικότητα: έρπης από ~ τύπου Α. Εγκεφαλίτιδα/ενδοκαρδίτιδα/λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού/μηνιγγίτιδα/μυοκαρδίτιδα από ~ Β. Βλ. αδενοϊός, γρίπη. [< αγγλ. Coxsackievirus, 1949] | |
| 25739 | κοοπερατίβα | κο-ο-πε-ρα-τί-βα ουσ. (θηλ.): συνεταιρισμός εργατών, κυρ. στις χώρες της Λατινικής Αμερικής: ~ κακάο/καφέ. Βλ. κολεκτίβα, κολχόζ. [< γαλλ. coopérative, 1901] | |
| 25740 | κόουτς | κό-ουτς ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (προφ.): προπονητής, συνήθ. σε ομαδικά αθλήματα. [< αγγλ. coach, γαλλ. ~] | |
| 25741 | κοουτσάρισμα | κο-ου-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κοουτσάρω: ~ από τον πάγκο. Υποδειγματικό ~ (της ομάδας) από τον ... Βλ. προπόνηση, -ισμα. | |
| 25742 | κοουτσάρω | κο-ου-τσά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κοουτσάρισα, κοουτσάρ-οντας} (προφ.): (συνήθ. για προπονητή ποδοσφαίρου ή μπάσκετ) καθορίζω τον τρόπο με τον οποίο θα παίξει η ομάδα, κατευθύνοντάς την κυρ. κατά τη διάρκεια αγώνα. Βλ. προπονώ. | |
| 25743 | κοπάδι | κο-πά-δι ουσ. (ουδ.) {κοπαδ-ιού} 1. ομάδα ζώων ίδιου είδους, συνήθ. οικόσιτων, που εκτρέφονται μαζί: ~ (από) αγελάδες/βόδια/κατσίκες. ~ προβάτων (πβ. ποίμνιο). Αρχηγός/προστασία/φύλαξη του ~ιού. Επίθεση λύκου σε ~. ~ια ελευθέρας βοσκής. Βλ. αγέλη.|| (για βοσκό:) Μάζεψε το ~ του.|| Ψάρια που ζουν κατά/σε ~ια. 2. (μτφ.-μειωτ.) πλήθος ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά και πεποιθήσεις τα οποία επιδεικνύουν άβουλη και παθητική στάση: ανθρώπινο ~. Συμπεριφορά ~ιού. Πβ. στρούγκα. Βλ. μάζα, μπουλούκι, όχλος, τσούρμο. [< 1: μεσν. κοπάδι(ν) 2: γαλλ. troupeau] | |
| 25744 | κοπαδιαστός | , ή, ό κο-πα-δια-στός επίθ.: (για ζώα) που ζουν σε κοπάδι: ~ά: ψάρια.|| (μτφ.) ~ή: συμπεριφορά. Πβ. αγελαίος. ● επίρρ.: κοπαδιαστά | |
| 25745 | κοπαδοποίηση | κο-πα-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μετατροπή ομάδας ανθρώπων σε κοπάδι, σε άβουλο και παθητικό πλήθος: ~ ψηφοφόρων. Πβ. προβατοποίηση. Βλ. μαζοποίηση. ΣΥΝ. αγελοποίηση (1) | |
| 25746 | κοπάζει | κο-πά-ζει ρ. (αμτβ.) {κόπα-σε, κοπά-σει} (συνήθ. για κάτι αρνητικό): μετριάζεται η ένταση ενός φαινομένου: ~σε ο αέρας/η θύελλα/η κακοκαιρία/η καταιγίδα/η τρικυμία. ~σαν οι φωτιές.|| (μτφ.) ~ουν οι αντιδράσεις/οι διαμαρτυρίες/οι πανηγυρισμοί. Έχει ~σει ο θόρυβος/η κρίση. Τώρα που ~σε η οργή του ... Πβ. εκτονών-, ελαττών-ομαι, εξασθενώ, καλμάρω, καταλαγιάζει, υποχωρεί. ΑΝΤ. δυναμώνει. [< αρχ. κοπάζω, γαλλ. s' apaiser] | |
| 25747 | κοπάνα | κο-πά-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): αναίτια απουσία μαθητή από το μάθημα ή εργαζόμενου από την εργασία του: Κάνω ~ από τη δουλειά/το σχολείο (= κάνω σκασιαρχείο). Βλ. λούφα. | |
| 25748 | κοπανατζής | κο-πα-να-τζής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. κοπανατζού} (προφ.): άτομο που κάνει κοπάνες. || (ως επίθ.) ~ήδες: μαθητές. Βλ. αργόσχολος, λουφαδόρος. | |
| 25749 | κοπανάω | βλ. κοπανώ | |
| 25750 | κοπανέλι | κο-πα-νέ-λι ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. τεχνική πλεξίματος δαντέλας με μακρόστενα ξυλάκια γύρω από τα οποία τυλίγονται οι κλωστές· συνεκδ. το αντίστοιχο είδος χειροποίητης δαντέλας: αιγινήτικο/κρητικό ~. Βλ. βελονάκι, -έλι. | |
| 25751 | κοπανίζω | κο-πα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {κοπάνι-σα, κοπανίζ-οντας | συνήθ. στη μτχ. -σμένος}: χτυπώ (κάτι) με το γουδοχέρι ή τον κόπανο: (σε συνταγές:) ~στε το σκόρδο (στο γουδί). ~σμένη: κανέλα/καρυδόψιχα/μαστίχα. ~σμένο: πιπέρι (= τριμμένο). ~σμένα: αμύγδαλα/καρύδια (= κοπανιστά· βλ. ψιλοκομμένος). Πβ. θρυμματίζω, κονιορτοποιώ, στουμπίζω, συνθλίβω.|| (παλαιότ.) ~ τα ρούχα. ΣΥΝ. κοπανώ (6) ● ΦΡ.: αέρα κοπανίζω/καβουρδίζω βλ. αέρας [< μτγν. κοπανίζω] | |
| 25752 | κοπάνισμα | κο-πά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): χτύπημα με γουδοχέρι ή κόπανο: ~ του σιταριού. Πβ. θρυμματισμός, κονιορτοποίηση, στούμπισμα, σύνθλιψη.|| (παλαιότ.) ~ των ρούχων. | |
| 25753 | κοπανιστή | κο-πα-νι-στή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ελληνικό, έντονα αλμυρό τυρί με μαλακή υφή, υπόλευκο χρώμα και πολύ πικάντικη γεύση: ~ Κυκλάδων (Βλ. ΠΟΠ). Βλ. ανθότυρο, μυζήθρα, τυροκαυτερή, φέτα, χτυπητή. | |
| 25754 | κοπανιστός | , ή, ό κο-πα-νι-στός επίθ.: κοπανισμένος με γουδοχέρι: ~ά: καρύδια. Πβ. θρυμματισ-, τριμ-μένος.|| ~ές: ελιές (= τσακιστές· βλ. χαρακτός). ● ΦΡ.: αέρας κοπανιστός (μτφ.-προφ.): λόγια κενά περιεχομένου, απατηλές υποσχέσεις ή πράξεις ανάξιες λόγου: Όλα όσα λέει/υπόσχεται είναι ~ ~ (= φούμαρα). Πουλάει ~α ~ό! Πβ. λόγια του αέρα. [< μτγν. κοπανιστός] | |
| 25755 | κόπανος | κό-πα-νος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) βλάκας, ηλίθιος: Είναι μεγάλος ~. Μη φέρεσαι σαν ~. (υβριστ.) Τι λες, ρε ~ε; ΣΥΝ. βούρλο (2) ΑΝΤ. έξυπνος (1) 2. (παλαιότ.) ραβδί με το οποίο χτυπούσαν τα ρούχα κατά την πλύση, για να τα καθαρίσουν· εργαλείο για αποφλοίωση και θρυμματισμό συνήθ. καρπών. Πβ. γουδοχέρι, στούμπος. 3. (σπάν.) εργαλείο, με πλατύ το ένα του άκρο, που χρησιμοποιείται σε οικοδομικές ή χωματουργικές εργασίες: δονητικοί/μηχανικοί ~οι. 4. (σπάν.) ένα από τα δύο ξύλα, το πιο χοντρό και βαρύ, με τα οποία παίζεται το νταούλι. ● ΦΡ.: το γουδί, το γουδοχέρι (και τον κόπανο στο χέρι) βλ. γουδί, το μυαλό/τα μυαλά σου και μια λίρα (και του μπογιατζή ο κόπανος) βλ. λίρα [< μτγν. κόπανον ‘βούρτσα, μεσν. ~ ‘γουδοχέρι’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ