Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26480-26500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25756κοπανώ[κοπανῶ] κο-πα-νώ ρ. (μτβ.) {κοπαν-ά κ. -άει ...| κοπάν-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ώντας} & κοπανάω (προφ.) 1. χτυπώ δυνατά κάποιον ή κάτι: Τον ~ησαν (πβ. δέρνω, ξυλοκοπώ, πλακώνω). ~ το κεφάλι μου στην πόρτα/στον τοίχο (πβ. βαρώ, βροντώ). 2. (μτφ.) επαναλαμβάνω συνεχώς κάτι σε ενοχλητικό βαθμό: Με βοήθησες να βρω δουλειά, δεν χρειάζεται όμως να μου το ~άς συνέχεια. Τι μας ~άς όλη την ώρα; Πβ. λέω, τσαμπουνάω, χτυπώ.|| Του τα ~ησα (= είπα, έψαλα) ένα χεράκι. 3. (για αλκοολούχα ποτά) πίνω: ~ήσαμε πέντε καραφάκια ούζο. Πβ. κατεβάζω. 4. (μτφ.) χρεώνω πανάκριβα: Κατάστημα που ~άει τις τιμές. 5. (μτφ.) επιβάλλω αιφνιδιαστικά κάτι δυσάρεστο: Η εφορία του ~ησε ένα πρόστιμο πέντε χιλιάδων ευρώ. Πβ. ρίχνω, τραβώ. 6. (σπάν.) κοπανίζω: ~άμε τα υλικά, μέχρι να γίνει ένας πηχτός πολτός. Πβ. στουμπίζω, συνθλίβω. ● Παθ.: κοπανιέμαι: χτυπιέμαι: ~ στα γυμναστήρια. ~ιέται και χοροπηδάει πάνω στη σκηνή. ~ιούνται στον ρυθμό της μουσικής. ● ΦΡ.: τα κοπανάω: πίνω πάρα πολύ, μεθώ: ~ ~ήσαμε για τα καλά χθες βράδυ. ΣΥΝ. τα/το τσούζω, την κοπανάω: φεύγω από κάπου, συνήθ. κρυφά ή χωρίς άδεια: ~ ~ από τη δουλειά/τα μαθήματα/το σχολείο (= κάνω κοπάνα). ~ ~ησαν για το τριήμερο. Πήρε τα χρήματα και ~ ~ησε (= έγινε καπνός, εξαφανίστηκε). Πβ. λακίζω, την κάνω, (το) κόβω λάσπη, το σκάω.|| Κοπάνα τη, όσο έχεις καιρό (= ξεκουμπίσου, πάρε δρόμο, στρίβε, φύγε)! [< μτγν. κοπανίζω]
25757κοπέλακο-πέ-λα ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. κοπελιά, κορίτσι 1. νεαρή γυναίκα· ειδικότ. υπάλληλος, εργαζόμενη: έξυπνη ~. ~ για σπίτι/σαν τα κρύα τα νερά/της παντρειάς. Αγόρια και ~ες. Τι όμορφη ~! Μας βοήθησε μια ~. Πβ. νέα, τσούπρα. Βλ. κόρη.|| Η ~ του μαγαζιού/στο ταμείο. (σε αγγελία) Ζητείται ~ ως πωλήτρια. Έχουν προσλάβει ~ για τις δουλειές του σπιτιού (πβ. οικιακή βοηθός)/για να τους φυλάει τα παιδιά (= μπέιμπι σίτερ). 2. (προφ., συνήθ. + γεν. ονόματος ή κτητικής αντωνυμίας): ερωτική σύντροφος νεαρής ηλικίας: η πρώην ~ μου (= η πρώην μου). Η ~ του τον παράτησε. Δεν έχει ~. Πβ. γκόμενα, φιλενάδα, φίλη. ● Υποκ.: κοπελίτσα & (λαϊκό) κοπελούδα (η): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: κοπελάρα (η): ψηλή και εντυπωσιακή κοπέλα: δίμετρες ~ες. Βλ. γκομεν-, γυναικ-, κουκλ-άρα.|| (ως οικ. προσφών.) Μπράβο/φτου σου ~ μου! Βλ. -άρα, παίδαρος. ΣΥΝ. κορίτσαρος ● ΦΡ.: κορίτσι μου/κοπέλα μου! βλ. κορίτσι [< μεσν. κοπέλα]
25758κοπέλικο-πέ-λι ουσ. (ουδ.) (στην κρητική κυρ. διάλεκτο): αγόρι, νέος άνδρας: ~ια και κοπελιές. Πβ. νεαρός, νιος, παλικάρι. ● ΦΡ.: λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά/τη γριά και/να θέλει (παροιμ.): όποιος επιμένει, στο τέλος επιτυγχάνει τον στόχο του. Πβ. ο επιμένων νικά. [< μεσν. κοπέλιν]
25759κοπελιάκο-πε-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κοπέλα: (ως οικ. προσφών.) Ε, ~, να σου πω!|| Βγήκε με την ~ του. [< μεσν. κοπελλιά]
25760κοπερνίκειος, α/ος, ο κο-περ-νί-κει-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Κοπερνίκεια επανάσταση & κοπερνίκεια στροφή: ΦΙΛΟΣ. ανατροπή των αστρονομικών θεωριών, που εισήγαγε ο Κοπέρνικος με το ηλιοκεντρικό του σύστημα και ιδ. κατ' επέκτ. κάθε σημαντική καινοτομία. [< γαλλ. copernicien]
25761κοπερνίκιοκο-περ-νί-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Cn, Z 112). [< αγγλ. copernicium, 2009, γαλλ. ~, 2010, πολωνικό ανθρ. Copernicus]
25762κοπετόςκο-πε-τός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): γοερό κλάμα που συνοδεύεται από έντονες κινήσεις των χεριών και σπαρακτικές φωνές: Αναλύθηκε σε ~ούς. (εμφατ.) Θρήνος και ~. Πβ. οδυρμός, οιμωγή, ολολυγμός, ολοφυρμός, σπαραγμός. [< αρχ. κοπετός]
25763κοπήκο-πή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. κόψιμο: η ~ της βασιλόπιτας/της πίτας (: και η αντίστοιχη εκδήλωση).|| ~ δέντρων/ξύλων (= υλοτομία). ~ μαρμάρου/τζαμιών/υφάσματος. Δίσκοι/εργαλεία/μηχανήματα/πλάκα ~ής (βλ. κοπτικός). Ευθείες/κατακόρυφες/λοξές/οριζόντες/παράλληλες ~ές (υλικών). ~ές και συγκολλήσεις μετάλλων.|| ~ κλειδιών.|| ~ μαλλιών (= κούρεμα). || (μειωτ.) άνθρωποι, κόμματα ίδιας ~ής. Βλ. ανα~, απο~, δια~, εγ~, περι~, συγ~, υδρο~. 2. (για νόμισμα) έκδοση. Πβ. κυκλοφορία. ● ΦΡ.: νέας/τελευταίας κοπής (μτφ.): που κυκλοφόρησε πρόσφατα· μοντέρνος: αυτοκίνητο/ταινία ~ ~. Πβ. ολοκαίνουργιος.|| Δημοσιογράφοι (πβ. νεόκοπος)/επιχείρηση νέας ~. Βλ. του συρμού., παλαιάς/παλιάς κοπής: που κυκλοφόρησε πριν από πολύ καιρό· μτφ. παραδοσιακός ή οπισθοδρομικός: λίρες ~ ~.|| Άνδρας ~ ~.|| Μέθοδοι/πολιτικοί ~ ~. [< αρχ. κοπή]
25764κόπηκαβλ. κόβω
25765κόπικό-πι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. αντιγραφή δεδομένων, κυρ. κειμένου ή εικόνας: Κάνω ~ (= αντιγράφω). Βλ. αποκοπή, διαγραφή. ● ΦΡ.: κόπι-πέιστ: αντιγραφή και επικόλληση δεδομένων. [< αγγλ. copy, copy and paste]
25766κόπιακό-πια ουσ. (θηλ.) (προφ.): αντίγραφο δεδομένων ήχου, εικόνας ή κειμένου: (με τη μορφή σιντί ή παλαιότ. βιντεοκασέτας, μπομπίνας:) κινηματογραφική ~. Αποκατεστημένη ~ (της ταινίας). Νόμιμες/πειρατικές (βλ. μαϊμού) ~ιες. Πβ. απομίμηση, ρεπλίκα.|| Το βιβλίο κυκλοφόρησε/πουλήθηκε σε ... ~ιες. Πβ. αντίτυπο.|| ~ ζωγραφικού πίνακα (= ιμιτασιόν· ΑΝΤ. πρωτότυπο).|| Βγάζω ~ιες (= φωτο-αντίγραφα, -κόπιες, -τυπίες). [< ιταλ. copia]
25767κόπιακό-πια ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): κόποι, μόχθοι: Τα ~ μιας ζωής πήγανε χαμένα. [< μεσν. κόπια]
25768κοπιάζωκο-πι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {κοπία-σα (συνηθέστ. προφ.) κόπια-σα, κοπιάζ-οντας}: καταβάλλω μεγάλο μόχθο, κουράζομαι πολύ: Άδικα/μάταια ~εις (= ματαιοπονείς). ~ουν για το μεροκάματο. ~σε πολύ, για να κερδίσει την πρώτη θέση. Πβ. αγωνίζομαι, ιδροκοπώ, μοχθώ, πασχίζω.κόπιασε (λαϊκό): έλα, μπες: (ως πρόσκληση) Καλωσορίσατε, κοπιάστε μέσα (ενν. στο σπίτι). ~, μη φοβάσαι.|| (απειλητ.) ~, αν τολμάς. ΣΥΝ. πέρασε. [< μεσν. κοπιάζω]
25769κοπιάρισμακο-πιά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): αντιγραφή: ~ μιας ιδέας (βλ. λογοκλοπή). ~ επώνυμων προϊόντων (βλ. ιμιτασιόν, μαϊμού). ~ του στιλ ενός τραγουδιστή (= απομίμηση). Βλ. -ισμα.
25770κοπιάρωκο-πιά-ρω ρ. (μτβ.) {κόπιαρ-α κ. κοπιάρι-σα, κοπιαρι-σμένος, κοπιάρ-οντας} (προφ.) ΣΥΝ. αντιγράφω 1. παράγω πιστό αντίγραφο πρωτοτύπου: ~ λογισμικά/ταινίες/τραγούδια. Ρούχα που ~ονται παράνομα. ~σμένα: σιντί (ΑΝΤ. γνήσιος). 2. μιμούμαι το ύφος, τον τρόπο που φέρεται ή ντύνεται κάποιος: ~ουν ο ένας τον άλλο. Πβ. απομιμούμαι, πιθηκίζω. 3. οικειοποιούμαι τμήματα ή το σύνολο ξένου πνευματικού δημιουργήματος: ~ει άρθρα από το διαδίκτυο για τις εργασίες του. Πβ. ξεπατικώνω, ξεσηκώνω. Βλ. λογοκλοπή. [< μεσν. κοπιάρω ‘αντιγράφω’ < ιταλ. copiare]
25771κοπιαστικός, ή, ό κο-πια-στι-κός επίθ.: που απαιτεί πολύ μόχθο για να ολοκληρωθεί ή να πραγματοποιηθεί: ~ός: αγώνας. ~ή: εργασία/μελέτη/προσπάθεια. ~ό: επάγγελμα/έργο/(και πολύωρο) ταξίδι. ~ή και χρονοβόρα διαδικασία. Πβ. εργώδης. ΣΥΝ. επίμοχθος, επίπονος, κοπιώδης, κουραστικός (1), πολύμοχθος ΑΝΤ. άκοπος2 ● επίρρ.: κοπιαστικά [< μεσν. κοπιαστικός]
25772κοπίδικο-πί-δι ουσ. (ουδ.) {κοπιδ-ιού}: εργαλείο κοπής με μεταλλική λεπίδα και πλαστική συνήθ. λαβή: επαγγελματικό/πλατύ ~. ~ μακέτας. Το ~ του χαράκτη. Η λάμα του ~ιού. ~ια για ξύλο. Πβ. κοπτήρας, κόπτης, σκαρπέλο, σμίλη, φαλτσέτα. Βλ. μαχαίρι, ξυραφάκι, χαρτοκόπτης, ψαλίδι. ● Υποκ.: κοπιδάκι (το) [< μεσν. κοπίδιν]
25773κοπιράιτκο-πι-ρά-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κόπιραϊτ: πνευματικά δικαιώματα (σύμβ. ©): Βιβλίο που προστατεύεται από ~. Έχει το ~ της ταινίας. Βλ. πατέντα. [< αγγλ. copyright, γαλλ. ~]
25774κόπιτσακό-πι-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.) & (λαϊκό) κόπτσα: μικρό μεταλλικό εξάρτημα που αποτελείται από γαντζάκι και κρικάκι, τα οποία θηλυκώνουν μεταξύ τους σαν κουμπί: εσωτερική ~. Ζώνη/φούστα με ~. Οι ~ες του σουτιέν. Βλ. αγκράφα, καρφίτσα, παραμάνα, πόρπη, σούστα, φερμουάρ. [< τουρκ. kopça]
25775κοπιώδης, ης, ες κο-πι-ώ-δης επίθ. {κοπιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): κοπιαστικός: ~ης: άσκηση. ~ες: εγχείρημα. ~εις: προσπάθειες. Βλ. -ώδης. ΑΝΤ. άκοπος2 ● επίρρ.: κοπιωδώς [-ῶς] [< αρχ. κοπιώδης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.