| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25776 | κόπλερ | βλ. κόμπλερ | |
| 25777 | κοπλιμάν | βλ. κομπλιμάν | |
| 25778 | κοπλιμεντάρω | βλ. κομπλιμεντάρω | |
| 25779 | κοπλιμέντο | βλ. κομπλιμέντο | |
| 25780 | κόπος | κό-πος ουσ. (αρσ.) 1. καταβολή έντονης σωματικής ή ψυχικής προσπάθειας και η συνακόλουθη κούραση: υποβλήθηκε στον ~. Κατέβαλε (τον) ~ να … Απαιτείται/χρειάζεται ~ (για) να ... Πήγε στράφι/τζάμπα/χαμένος ο ~ μου. Ύστερα από πολύ ~ο κατάφερε να ... Με μεγάλο ~. Με ~ο και αγώνα/θυσίες/ιδρώτα. Χωρίς ~ο δεν γίνεται τίποτε. Οι ~οι της χρονιάς αποδίδουν καρπούς/δικαιώνονται. Aνταμείβομαι για/απολαμβάνω τους ~ους μου. Δεν φείδεται ~ων και εξόδων, προκειμένου να πετύχει αυτό που θέλει. Πβ. κάματος, μόχθος. 2. (προφ.) σωματική ή πνευματική εργασία και η ανταμοιβή της: Δεν πληρώθηκα τον ~ο μου. Πάρε αυτό/κάτι για τον ~ο σου! Πβ. αμοιβή, μισθός. ● ΣΥΜΠΛ.: άδικος/μάταιος κόπος: χωρίς αποτέλεσμα: Είναι ~ ~ να ασχοληθείς σοβαρά με το θέμα. Πβ. ματαιοπονία. ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον) σε κόπο & σε φασαρία (συνήθ. με άρνηση και ως έκφραση ευγένειας) (προφ.): προκαλώ σωματική ή και ψυχική κούραση, ταλαιπωρία: Χαίρομαι να σε φιλοξενώ, δεν με ~εις ~. -Να σας φτιάξω έναν καφέ; -Μη σας βάλω ~., κάνω τον κόπο/μπαίνω σε/στον κόπο (συνήθ. με άρνηση και ως έκφραση ευγένειας) (προφ.): προβαίνω σε ενέργεια, αφιερώνω χρόνο για να κάνω κάτι: Μην κάνεις τον ~ να ... Μην μπαίνετε σε ~. Αν δε σου κάνει κόπο, μου φέρνεις ένα ποτήρι νερό; Δεν μπήκες καν στον ~ να με ενημερώσεις., μετά (πολλών/μυρίων) κόπων και βασάνων (λόγ.) & (προφ.) με κόπους και βάσανα/με χίλια βάσανα: με μεγάλη προσπάθεια, με πολλές δυσκολίες και ταλαιπωρίες: Φτάσαμε ~ ~. ~ ~ κατάφερε τελικά να μπει στο Πανεπιστήμιο. Πβ. με (τα) χίλια (δυο) ζόρια., τα αγαθά κόποις κτώνται (λόγ.): απαιτείται προσπάθεια και κούραση, προκειμένου να επιτευχθεί κάτι καλό., αξίζει τον κόπο βλ. αξίζω [< αρχ. κόπος] | |
| 25784 | κόππα | κόπ-πα ουσ. (ουδ.) 1. ΓΛΩΣΣ. γράμμα (σύμβ. ϙ) που εμφανίζεται σε πρώιμες αρχαίες ελληνικές επιγραφές, κατείχε τη θέση μεταξύ του "π" και του "ρ" στο αλφάβητο και ισοδυναμούσε ηχητικά με το "κ"· εξέλιξή του αποτελεί το λατινικό q. Βλ. δίγαμμα, σαμπί. 2. αριθμητικό σύμβολο με τη μορφή κεραυνού, το οποίο αντιπροσωπεύει τον αριθμό ενενήντα (ϟ'). [< αρχ. κόππα] | |
| 25785 | κοπρ- | βλ. κοπρο- | |
| 25786 | κόπρανα | κό-πρα-να ουσ. (ουδ.) (τα) {κοπράν-ων | σπάν. στον εν. κόπρανο} 1. (επίσ.) περιττώματα ανθρώπου ή ζώου: υδαρή ~. Εξέταση/καλλιέργεια ~ων. Πβ. ακαθαρσίες, κακά, σκατό. 2. (σπάν.-μτφ.) απαξιωτικός χαρακτηρισμός για κάποιον ή κάτι. [< 1: αρχ. κόπρανα] | |
| 25787 | κοπριά | κο-πρι-ά ουσ. (θηλ.): περιττώματα οικόσιτων ζώων που χρησιμοποιούνται ως οργανικό λίπασμα: ζωική/νωπή/ξερή/υγρή/φρέσκια/χωνεμένη ~. ~ προβάτων/χοίρων. ~ για τα φυτά (= κοπρόχωμα). Πβ. κόπρος, σβουνιά, φουσκί. Βλ. κομπόστ, μαυρό-, φυλλό-, φυτό-χωμα, χούμος. ● ΦΡ.: όμοιος (σ)τον όμοιο κι η κοπριά (σ)τα λάχανα βλ. λάχανο [< μεσν. κοπριά] | |
| 25788 | κοπρίζω | κο-πρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κόπρι-σε, σπάν. -σμένος} (λαϊκό) 1. (κυρ. για ζώο) αφοδεύω και κατ' επέκτ. βρομίζω, λερώνω έναν χώρο με περιττώματα: Αδέσποτα που ~ουν στα πάρκα. Πβ. αποπατώ. Βλ. (κατ)ουρώ. 2. λιπαίνω το χώμα με κοπριά. [< 2: αρχ. κοπρίζω] | |
| 25789 | κοπρίτης | κο-πρί-της ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. κοπρόσκυλο 1. (υβριστ.) τεμπέλης ή/και ανήθικος άνθρωπος που ζει σε βάρος των άλλων. Βλ. -ίτης1. ΣΥΝ. παράσιτο (2), τεμπελόσκυλο, χαραμοφάης (1) 2. (μειωτ.) αδέσποτος σκύλος που συνήθ. δεν είναι ράτσας. ΣΥΝ. κόπρος [< μεσν. κοπρίτης ‘βρομιάρης’] | |
| 25790 | κοπρο- & κοπρό- | & κοπρ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στην κοπριά ή τα περιττώματα: κοπρό-χωμα.|| Κοπρο-λαγνεία.|| Κοπρ-ίτης. ~ίζω. 2. (μτφ.) στην τεμπελιά ή τη χυδαιότητα: κοπρό-σκυλο (βλ. σκατό-). Κοπρο-σκυλιάζω.|| Κοπρο-λογία. | |
| 25791 | κοπρολαγνεία | κο-προ-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπανιότ.) κοπρολαγνία: ΨΥΧΙΑΤΡ. σεξουαλική διαστροφή κατά την οποία προκαλείται ηδονή με τη σκέψη, τη θέα ή το άγγιγμα περιττωμάτων. Βλ. ουρολαγνεία. [< αγγλ. coprolagnia, γαλλ. coprolagnie] | |
| 25792 | κοπρολάγνος | κο-προ-λά-γνος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. πρόσωπο που επιδίδεται σε κοπρολαγνεία. Βλ. ουρολάγνος. | |
| 25793 | κόπρος | κό-προς ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): κοπρόσκυλο, κοπρίτης. | |
| 25794 | κόπρος | κό-προς ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. κόπρανα, περιττώματα συνήθ. ζώων: απομάκρυνση/επεξεργασία ~ου. Πβ. κοπριά. 2. (μτφ.) ηθική ακαθαρσία, μόλυνση: η ~ της διαπλοκής. Πβ. βρομιά, δυσοσμία. ● ΦΡ.: η κόπρος του Αυγεία & (λόγ.) Αυγείου (μτφ.): διαφθορά, σήψη. [< αρχ. κόπρος] | |
| 25795 | κοπροσκυλιάζω | κο-προ-σκυ-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο β' κ. γ' πρόσ. ενεστ.} & κοπροσκυλάω {-άς ...} (προφ.): σπαταλώ τον καιρό μου ράθυμα, χωρίς να εργάζομαι· τεμπελιάζω: ~ει όλη μέρα μπροστά στην τηλεόραση. Πβ. ρεμπελεύω, χασομερώ. | |
| 25796 | κοπρόσκυλο | κο-πρό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. βρομόσκυλο, κοπρίτης, παλιόσκυλο 1. (υβριστ.) τεμπέλης, άχρηστος και συχνά ανέντιμος. Πβ. παράσιτο, ρεμπεσκές, τεμπελόσκυλο, χαραμοφάης. 2. (μειωτ.) αδέσποτος, βρόμικος σκύλος. ΣΥΝ. κόπρος | |
| 25797 | κοπροφαγία | κο-προ-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. βρώση των κοπράνων ως φυσιολογική λειτουργία σε ορισμένα ζωικά είδη, κυρ. έντομα, ή ως ψυχοπαθολογική κατάσταση στον άνθρωπο. Βλ. -φαγία. ΣΥΝ. σκατοφαγία [< πβ. μτγν. κοπροφάγος, γαλλ. coprophagie, αγγλ. coprophagy] | |
| 25798 | κοπρόχωμα | κο-πρό-χω-μα ουσ. (ουδ.): μείγμα οργανικών καταλοίπων και χώματος, για λίπανση του εδάφους: ~ μανιταριών. Πβ. κοπριά. Βλ. κομπόστ, τύρφη, χούμος, -χωμα. ΣΥΝ. φουσκί |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ