| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25799 | κοπρώνας | κο-πρώ-νας ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): υπαίθριος χώρος αφόδευσης ή εναπόθεσης κοπριάς και ακαθαρσιών: (μτφ.) ~ διαφθοράς. Βλ. -ώνας. [< αρχ. κοπρών ‘αφοδευτήριο’] | |
| 25800 | κοπτήρας | κο-πτή-ρας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΑΝΑΤ. (στον άνθρωπο και τα άλλα θηλαστικά) καθένα από τα πεπλατυσμένα μπροστινά δόντια, τα οποία βρίσκονται ανά δύο στην άνω και κάτω γνάθο. Βλ. γομφίος, κυνόδοντας, τραπεζ-, φρονιμ-ίτης. ΣΥΝ. τομέας2 2. εργαλείο ή εξάρτημα κοπής: ανταλλακτικοί ~ες. Πβ. κοπτικό, κόφτης. Βλ. -τήρας. [< 1: γαλλ. incisive, γερμ. Schneidezahn] | |
| 25801 | κοπτήριο | κο-πτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. εργαστήριο ή τμήμα εργοστασίου, όπου γίνεται κοπή υλικών, συνήθ. υφασμάτων: είδη/πάγκοι ~ίου. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό μηχάνημα κοπής: αυτόματο ~ δερμάτων. Βλ. -τήριο. [< μτγν. κοπτήριον 'τόπος στον οποίο λίχνιζαν το σιτάρι'] | |
| 25802 | Κόπτης1 | Κό-πτης ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. μονοφυσίτης χριστιανός της Αιγύπτου ή της Αιθιοπίας, μέλος της Κοπτικής Εκκλησίας. [< μεσν. κόπται 'Μωαμεθανοί', γαλλ. Copte] | |
| 25803 | κόπτης2 | βλ. κόφτης | |
| 25804 | κοπτικός1 | , ή, ό κο-πτι-κός επίθ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τους Κόπτες: Η ~ή Εκκλησία της Αιγύπτου.|| ~ή: γλώσσα. | |
| 25805 | κοπτικός2 | , ή, ό κο-πτι-κός επίθ.: που κόβει, που χρησιμοποιείται για την κοπή διαφόρων υλικών: ~ός: δίσκος/τροχός. ~οί: βραχίονες. ~ές: ακμές/κεφαλές/μηχανές (= κουρευτικές). ~ά: εργαλεία. Βλ. θαμνο~, ξυλο~, χαρτο~, χλοο~, χορτο~. ● Ουσ.: κοπτική (η): ενν. τέχνη: κοπή κυρ. υφασμάτων για κατασκευή ενδυμάτων: μαθαίνει ~ και ραπτική. [< γαλλ. coupe] , κοπτικό (το): ενν. μηχάνημα: ηλεκτρικό/χειροκίνητο ~. ~ χαρτιών (τύπου γκιλοτίνα). Πβ. κοπτήρας, κόφτης. [< μτγν. κοπτικός] | |
| 25806 | κόπτομαι | κό-πτο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. σπανιότ. παρατ.} (ειρων.): επιδεικνύω μεγάλο, αλλά συνήθ. προσποιητό ενδιαφέρον για κάτι: Εσύ γιατί ~εσαι (τόσο πολύ) για όλα αυτά (= τι σε κόφτει); ~ονται τάχα για το περιβάλλον!|| Δεν ~ ιδιαίτερα για το τι θα γίνει (= δεν με νοιάζει)! ~εται να αναλάβει συντονιστικό ρόλο. Πβ. κόβομαι, χτυπιέμαι. [< αρχ. κόπτομαι ‘χτυπιέμαι, θρηνώ’] | |
| 25807 | κοπτοράπτης | κο-πτο-ρά-πτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος ραπτομηχανής που γαζώνει και καθαρίζει τις άκρες των υφασμάτων και περνά ρέλια, μανίκια και λάστιχα: τρίκλωνος ~. ~ οικιακής χρήσης. ~ και γαζωτική μηχανή. Βλ. τιγκέλι. | |
| 25808 | κοπτοραπτού | κο-πτο-ρα-πτού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) & (επίσ.) κοπτοράπτρια: γυναίκα που χειρίζεται τον κοπτοράπτη: γαζώτριες, μοδίστρες και ~ούδες. Βλ. -ού1. | |
| 25809 | κόπτσα | βλ. κόπιτσα | |
| 25810 | κόπτω | βλ. κόβω | |
| 25812 | κόπωση | κό-πω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. κούραση: πνευματική/σωματική/φυσική/ψυχική ~. ~ και ατονία/εξάντληση. Επήλθε/προκλήθηκε ~. Αισθάνομαι/νιώθω (έντονη/μεγάλη/υπερβολική) ~. ~ που οφείλεται σε … Πβ. κάματος. Βλ. υπερ~.|| (ΙΑΤΡ.) Μυϊκή ~. Σύνδρομο χρόνιας ~ης. Κατάγματα ~ης/(εκ) ~ώσεως (: κυρ. σε αθλητές και αθλούμενους). Ανοχή στην ~.|| Ψηφιακή ~ (ματιών). || (μτφ.) ~ της αγοράς/της οικονομίας. Το κόμμα παρουσιάζει σημάδια/συμπτώματα ~ης. Πβ. κάμψη. 2. καταπόνηση (υλικού): ~ του μετάλλου. Αστοχία λόγω ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: τεστ/δοκιμασία κοπώσεως: ΙΑΤΡ. για τη διάγνωση στεφανιαίας νόσου, κατά την οποία ο ασθενής υποβάλλεται σε κοπιαστική άσκηση (σε κυλιόμενο διάδρομο ή στατικό ποδήλατο), συνδεδεμένος με ηλεκτρόδια για την ταυτόχρονη λήψη ηλεκτροκαρδιογραφήματος, ώστε να διαπιστωθεί αν η καρδιά τροφοδοτείται επαρκώς με αίμα κατά τη διάρκειά της: Κάνω ~ ~.|| Καρδιοαναπνευστική δοκιμασία ~. Πβ. τεστ αντοχής. [< αγγλ. stress test, 1955] [< μτγν. κόπωσις, αγγλ. chronic fatigue syndrome, 1947] | |
| 25813 | κορ ντε μπαλέ | κορ ντε μπα-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στο μπαλέτο) το κύριο σώμα των χορευτών, χωρίς τους σολίστ. Βλ. πρώτος χορευτής. [< γαλλ. corps de ballet] | |
| 25814 | κόρα1 | κό-ρα ουσ. (θηλ.) 1. το εξωτερικό σκληρό μέρος του ψωμιού: ψωμί για τοστ χωρίς ~. Βλ. ψίχα. 2. (κατ' επέκτ.) σκληρό περίβλημα, κρούστα: τυριά με ~ (= επιδερμίδα· βλ. γκούντα, γραβιέρα). Πβ. πέτσα. [< σλαβ. kora] | |
| 25815 | κόρα2 | κό-ρα ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. αφρικανική άρπα με εικοσιμία συνήθ. χορδές. Βλ. κιθάρα, λαούτο, ούτι, σάζι. [< γαλλ. kora] | |
| 25816 | κόρακας | κό-ρα-κας ουσ. (αρσ.) {-α (προφ.) -άκου}: ΟΡΝΙΘ. κοράκι: αυτοκρατορικός/μαύρος ~. Η κραυγή/φωλιά του ~α. Βλ. θαλασσο~, νυχτο~, φαλακρο~. ● ΦΡ.: άι/άντε στον κόρακα! & (σπάν.) άι στον λύκο! (υβριστ.): εξαφανίσου, χάσου. Πβ. άι/α/άντε στο διά(β)ολο!, κακού κόρακος, κακόν ωόν (λόγ. παροιμ.): ο κακός δάσκαλος βγάζει κακούς μαθητές., κόρακας κοράκου μάτι δε(ν) βγάζει (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι υπάρχει αλληλεγγύη μεταξύ ανθρώπων διεφθαρμένων ή/και με κοινά συμφέροντα., κοράκου χρώμα: για κάτι κατάμαυρο: μαλλιά ~ ~., όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι (παροιμ.): για κάτι αδύνατο, ανέφικτο. [< μεσν. κόρακας] | |
| 25817 | κορακάτος | , η, ο [κορακᾶτος] κο-ρα-κά-τος επίθ. (λαϊκό): που έχει έντονο και γυαλιστερό μαύρο χρώμα, όπως ο κόρακας: ~α: μαλλιά. Βλ. -άτος. ΣΥΝ. κορακίσιος | |
| 25818 | κοράκι | κο-ρά-κι ουσ. (ουδ.) {κορακ-ιού} 1. ΟΡΝΙΘ. αρπακτικό, πτωματοφάγο πτηνό (επιστ. ονομασ. Corvus corax) με μαύρο φτέρωμα, ισχυρό ράμφος και τραχιά φωνή: η λεία/τα νύχια του ~ιού. Βλ. γύπας, κίσσα, κουρούνα, όρνιο, στρουθιόμορφα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.-μειωτ.) άνθρωπος που καιροφυλακτεί, αποβλέποντας στο κέρδος: τα ~ια του χρηματιστηρίου. Έπεσαν σαν τα ~ια πάνω στην περιουσία του. Πβ. άρπαγας, κερδοσκόπος. ΣΥΝ. γεράκι (2) 3. (μτφ.-μειωτ.) νεκροθάφτης. Πβ. εργολάβος κηδειών. 4. (αργκό-μειωτ., στο ποδόσφαιρο) διαιτητής ή βοηθός διαιτητή. 5. ΝΑΥΤ. το ακραίο τμήμα της πλώρης ή της πρύμνης. 6. (παλαιότ.-αργκό) πολύ έξυπνος, άριστος μαθητής. Βλ. φυτό. [< μτγν. κοράκιον] | |
| 25819 | κορακιάζω | κο-ρα-κιά-ζω ρ. (αμτβ.) {κοράκια-σα, κορακιά-σει, σπάν. -σμένος, συνήθ. στο θ. του αορίστου} (λαϊκό): διψώ πολύ: ~σα/έχω ~σει απ' τη δίψα! |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ