| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25820 | κορακίσιος | , ια, ιο κο-ρα-κί-σιος επίθ.: που έχει λαμπερό μαύρο χρώμα ή γενικότ. που σχετίζεται με το κοράκι: ~ια: μαλλιά. ΣΥΝ. κορακάτος.|| (μτφ.) ~ιο: βλέμμα (= αρπακτικό). | |
| 25821 | κορακίστικα | κο-ρα-κί-στι-κα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.) 1. συνθηματική γλώσσα κυρ. των παιδιών, η οποία βασίζεται συνήθ. στην προσθήκη συγκεκριμένης συλλαβής (κυρ. του -κα- ή του -κε-) ανάμεσα στις συλλαβές των χρησιμοποιούμενων λέξεων (π.χ. κα-θέ-κα-λω κα-να κα-πά-κα-ω = θέλω να πάω): Μιλάνε ~. 2. (ειρων.) δυσνόητα λόγια: Τι ~ είναι αυτά που λες (= ακαταλαβίστικα, αλαμπουρνέζικα, ασυναρτησίες, κινέζικα); [< μτγν. κορακιστί] | |
| 25823 | κορακοζώητος | , η, ο κο-ρα-κο-ζώ-η-τος επίθ. (λαϊκό): (για πρόσ.) που φτάνει ή έχει φτάσει σε μεγάλη ηλικία: (ευχετ.) Να είσαι γερός και ~! Πβ. αειθαλής, μαθουσάλας, αιωνό-, μακρό-βιος. | |
| 25824 | κοράλ | κο-ράλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. προτεσταντικός θρησκευτικός ύμνος που ψάλλεται από χορωδία. Βλ. ορατόριο. [< γερμ. Choral] | |
| 25825 | κοραλλένιος | , ια, ιο κο-ραλ-λέ-νιος επίθ. & κοραλένιος & κοράλλινος, η, ο 1. που έχει δημιουργηθεί, έχει σχηματιστεί ή αποτελείται από κοράλλια: ~ιο: κολιέ/κόσμημα.|| ~ιο: νησί. Πβ. κοραλλιογενής.|| ~ιες: παραλίες. 2. (κατ΄επέκτ.) που έχει κοραλλί χρώμα: ~ιες: αποχρώσεις.|| (λογοτ.) ~ια: χείλη (= κόκκινα). Βλ. -ένιος. [< μεσν. κοραλλένιος 1: γαλλ. corallien, de corail] | |
| 25826 | κοραλλί | κο-ραλ-λί επίθ./ουσ. {άκλ.} & κοραλί (προφ.): που έχει το κόκκινο-πορτοκαλί ή ροζ-πορτοκαλί χρώμα των κοραλλιών: ~ κραγιόν/ρουζ. Ρόδινες και ~ αποχρώσεις.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). | |
| 25827 | κοράλλι | κο-ράλ-λι ουσ. (ουδ.) {κοραλλ-ιού} & κοράλι 1. ΖΩΟΛ. θαλάσσιος οργανισμός, συνήθ. πολύποδας που σχηματίζει ασβεστολιθικό σκελετό και ζει σε αποικίες: απολιθωμένο/μεσογειακό ~. Ερυθρά/λευκά/μαλακά/σκληρά ~ια. Βλ. θαλάσσια ανεμώνη. 2. ο σκληρός σκελετός του ομώνυμου ζώου που χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή κοσμημάτων: μαύρο/ροζ ~. Σκουλαρίκια με ~. [< μεσν. κοράλλιν, γαλλ. corail, αγγλ. coral] | |
| 25828 | κοραλλιογενής | , ής, ές κο-ραλ-λι-ο-γε-νής επίθ. & (σπάν.) κοραλιογενής: ΓΕΩΛ. που έχει σχηματιστεί από σκελετούς κοραλλιών (και από φύκη): ~ής: βυθός/ύφαλος (= ατόλη). ~ές: οικοσύστημα. ~είς: παραλίες. ~ή: νησιά. Το Μεγάλο ~ές Φράγμα της Αυστραλίας. Βλ. -γενής. [< γαλλ. corallien, αγγλ. coralligenous] | |
| 25829 | Κοράνι | Κο-ρά-νι ουσ. (ουδ.) {Κορανίου} & Κοράνιο: ΘΡΗΣΚ. το ιερό βιβλίο των Μουσουλμάνων, το οποίο αποτελείται από 114 κεφάλαια (σούρες) και περιέχει τον Λόγο του Θεού, όπως μεταδόθηκε στον Μωάμεθ από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ. Βλ. Αγία Γραφή, Βέδες. [< μεσν. κοράνι(ν)] | |
| 25830 | κορανικός | , ή, ό κο-ρα-νι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το Κοράνι: ~ός: νόμος. ~ή: διδασκαλία. ~ά: εδάφια/χωρία. Βλ. βιβλ-, ευαγγελ-ικός. | |
| 25831 | κορασάνι | βλ. κουρασάνι | |
| 25832 | κοράσι | κο-ρά-σι ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.): κορίτσι. Πβ. τσούπρα. [< μεσν. κοράσι] | |
| 25833 | κορασιά | κο-ρα-σιά ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): κορίτσι, κοπέλα. [< μεσν. κορασία] | |
| 25834 | κορασίδα | κο-ρα-σί-δα ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ, ως ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλητριών) (λόγ.): κορίτσι: (ΑΘΛ.) Πρωτάθλημα/τουρνουά (Παίδων-) ~ων. Τμήματα: ~ων, Νεανίδων, Γυναικών. Εθνική ~ων. Βλ. παγκορασίδες.|| (ειρων.) Νεαρά (και όμορφη) ~. Πβ. κοπέλα, νέα. Βλ. κόρη. [< μεσν. κορασίς] | |
| 25835 | κορβανάς | κορ-βα-νάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-συχνά ειρων.): ταμείο, προϋπολογισμός: δημόσιος/κρατικός/οικογενειακός ~. Όλοι πρέπει να συνεισφέρουν στον κοινό ~ά. Πβ. πουγκί. [< μτγν. κορβανᾶς] | |
| 25836 | κορβέτα | κορ-βέ-τα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μικρό πολεμικό πλοίο: ~ες του Πολεμικού Ναυτικού. Βλ. πυραυλ-, τορπιλ-άκατος, φρεγάτα.|| (παλαιότ., ιστιοφόρο με τρία κατάρτια:) Μπρίκια, μπρατσέρες, γολέτες και ~ες. Πβ. δρόμωνας. Βλ. -έτα. [< ιταλ. corvetta < γαλλ. corvette] | |
| 25837 | κόρδα | κόρ-δα ουσ. (θηλ.) (ιδιωμ.) 1. χορδή. ΣΥΝ. τέλι (1) 2. πτέρυγα αγιορείτικης κυρ. Μονής, με διαδρόμους που στεγάζονται από τοξοστοιχίες, στην οποία βρίσκονται τα κελιά των μοναχών. 3. δοκάρι: οι ξύλινες ~ες της στέγης. [< μεσν. κόρδα < ιταλ. corda < λατ. c(h)orda < αρχ. χορδή] | |
| 25838 | κορδέλα | κορ-δέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. λεπτή λωρίδα με την οποία δένεται ή διακοσμείται κάτι και κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοιο σχήμα: αποκριάτικη/δαντελένια/δερμάτινη/μεταξωτή/πλαστική/υφασμάτινη/χάρτινη/χρωματιστή ~. ~ περιτυλίγματος. ~ για τα μαλλιά (βλ. στέκα). Δένω την ~ φιόγκο. Φοράει ~. Την ~ των εγκαινίων έκοψε ο δήμαρχος. Πβ. ταινία.|| (προφ.) Οι ~ες του δρόμου. Πβ. ζιγκ-ζαγκ, φουρκέτα. 2. ΑΘΛ. όργανο της ρυθμικής γυμναστικής, που αποτελείται από μπαγκέτα στην άκρη της οποίας είναι στερεωμένη μακρόστενη ταινία· συνεκδ. το αντίστοιχο αγώνισμα. Βλ. ανσάμπλ, κορύνα, μπάλα, στεφάνι, σχοινάκι. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (προφ.) πριονοκορδέλα. ΣΥΝ. πριονοταινία 4. (προφ.) (κυρ. ως όργανο τοπογραφίας) μετροταινία. ● Υποκ.: κορδελίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: και τράβα κορδέλα/κορδόνι (λαϊκό): και ούτω καθεξής. ΣΥΝ. και πάει λέγοντας, πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες βλ. φύκια [< μεσν. κορδέλα 2: αγγλ. ribbon] | |
| 25839 | κορδελάκι | κορ-δε-λά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.): μικρή κορδέλα. ● κορδελάκια (τα) (μτφ.-λαϊκό): νάζια, τσαλιμάκια: Του κάνει ~. Άσε τα ~! Πβ. καμώματα, κόλπα, πείσματα, σκέρτσα, τζιριτζάντζουλες. | |
| 25840 | κορδελιάστρα | κορ-δε-λιά-στρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-συνήθ. παλαιότ.): εργάτρια σε υποδηματοποιείο που ράβει τα κομμάτια του δέρματος από τα οποία αποτελούνται τα παπούτσια. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ