| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25841 | κορδιλιέρα | κορ-δι-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ΓΕΩΜΟΡΦ. σύστημα οροσειρών, κυρ. στην αμερικανική ήπειρο: η ~ των Άνδεων. [< ισπ. cordillera, γαλλ. ordillère] | |
| 25842 | κορδονέτο | κορ-δο-νέ-το ουσ. (ουδ.) 1. (στην αναρρίχηση) λεπτό σχοινί για την κατασκευή κόμπων που σφίγγουν αυτόματα, παρέχοντας ασφάλεια στον ορειβάτη: η αντοχή/η διάμετρος του ~ου. Ιμάντες και ~α. Βλ. συρματόσχοινο. 2. λεπτό κορδόνι: (ΛΑΟΓΡ., στην υφαντική:) Ζακέτα με χρυσά ~α. Πβ. γαϊτάνι, σιρίτι, τρέσα. [< ιταλ. cordonetto] | |
| 25843 | κορδόνι | κορ-δό-νι ουσ. (ουδ.) {κορδον-ιού}: μακρόστενο σχοινί ή ταινία που χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως: δερμάτινο/ελαστικό/πλαστικό/στριφτό ~. ~ ασφαλείας. Παντελόνι με λάστιχο και ~ στη μέση. Δένω/λύνω τα ~ια (των παπουτσιών). Γυαλιά με ~ για τον λαιμό (βλ. αλυσίδα). Τσάντα με περαστό ~. Χάντρες σε ~. Τα ~ια της κουκούλας (του μπουφάν)/της κουρτίνας. Οι άκρες των ~ιών.|| Στολή ευζώνων με μπλέ και άσπρα ~ια (πβ. γαϊτάνι, σιρίτι· βλ. κρόσσι). ● Υποκ.: κορδονάκι (το) ● ΦΡ.: η δουλειά πάει κορδόνι (προφ.): προχωρά χωρίς εμπόδια, πηγαίνει πολύ καλά., δένω/παίρνω κάτι σκοινί κορδόνι βλ. σχοινί, και τράβα κορδέλα/κορδόνι βλ. κορδέλα [< βεν. cordon] | |
| 25844 | κόρδωμα | κόρ-δω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): τέντωμα του κορμού ως ένδειξη έπαρσης, υπεροψίας: Περπατούσε όλο ~. Πβ. πόζα. | |
| 25845 | κορδωμένος | , η, ο κορ-δω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που στέκεται ή κινείται, τεντώνοντας το σώμα και υψώνοντας το κεφάλι, λόγω υπεροψίας: στητός και ~. Περπατά ~ (σαν γύφτικο σκεπάρνι).|| (κατ' επέκτ.) Με ~ο βήμα/το κορμί. Πβ. αγέρωχος, αλαζονικός, καμαρωτός, ποζάτος. ΣΥΝ. κορδωτός. | |
| 25846 | κορδώνομαι | κορ-δώ-νο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κορδώ-θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} & κορδώνω (προφ.) 1. παίρνω αγέρωχο και καμαρωτό ύφος, ορθώνοντας το κορμί και κρατώντας ψηλά το κεφάλι: ~θηκε μπροστά στον καθρέφτη.|| ~σε το σώμα του. Πβ. τεντώνω, φουσκώνω. 2. (μτφ.) καμαρώνω, επαίρομαι για κάτι: ~εται για την επιτυχία του/ότι γνωρίζει πολλά (= καυχιέται, κοκορεύεται, υπερηφανεύεται, κομπάζει). ● ΦΡ.: φουσκώνει/καμαρώνει/κορδώνεται σαν (το) παγόνι βλ. παγόνι [< μεσν. κορδώνω] | |
| 25847 | κορδωτός | , ή, ό κορ-δω-τός επίθ. (προφ.): κορδωμένος: Πηγαίνει/στέκεται ~ (~).|| (κατ' επέκτ.) Με βήμα ~ό. Πβ. καμαρωτός. ● επίρρ.: κορδωτά | |
| 25848 | κορεατικός | , ή, ό κο-ρε-α-τι-κός επίθ. & κορεάτικος: που σχετίζεται με τη Βόρεια ή τη Νότια Κορέα ή/και τους Κορεάτες: ~ή: χερσόνησος. ● Ουσ.: Κορεατικά & Κορεάτικα (τα) & (επίσ.) Κορεατική (η): η κορεατική γλώσσα. [< γαλλ. coréen] | |
| 25849 | κορεσμένος | , η, ο κο-ρε-σμέ-νος επίθ. & (λόγ.) κεκορεσμένος (συνήθ. στις σημ. 2 κ. 3) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που έχει γεμίσει από κάτι, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να χωρέσει περισσότερο: ~η πολεοδομικά περιοχή (= γεμάτη κτίρια). Επαγγέλματα που θεωρούνται ~α (: με περιορισμένες προοπτικές και θέσεις εργασίας). ~η: αγορά (: που έχει εξαντλήσει τα όριά της, λόγω υπερβολικής προσφοράς αγαθών). ~ες: τουριστικές περιοχές. Πβ. (υπερ)πλήρης.|| (για πρόσ.) ~ από χρήματα και δόξα (= μπουχτι-, χορτα-σμένος). 2. ΧΗΜ. που περιέχει τη μέγιστη δυνατή ποσότητα διαλυτής ουσίας: ~ο: διάλυμα. ~οι: ατμοί. Νερό ~ο (σε οξυγόνο). Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. ακόρεστος (2) 3. ΧΗΜ. που περιέχει άτομα άνθρακα με απλούς μόνο δεσμούς μεταξύ τους: ~ες: αλκοόλες. ~ες και ακόρεστες ενώσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: κορεσμένα λιπαρά οξέα & (λόγ.) κεκορεσμένα: ΧΗΜ. που έχουν απλούς μόνο δεσμούς στην ανθρακική αλυσίδα. Βλ. βουτυρικό, στεατικό οξύ. [< αγγλ. saturated fatty acids, 1935] , κορεσμένοι υδρογονάνθρακες & (λόγ.) κεκορεσμένοι: ΧΗΜ. οργανικές ενώσεις που αποτελούνται από άτομα άνθρακα και υδρογόνου και στις οποίες τα άτομα του άνθρακα συνδέονται με απλούς δεσμούς. Βλ. αλκάνια, μεθάνιο, παραφίνη., ζώνη κορεσμού βλ. κορεσμός, κορεσμένα λίπη βλ. λίπος, κορεσμένο χρώμα βλ. χρώμα ● βλ. κορέστηκε [< αρχ. κεκορεσμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κορέννυμι ‘χορταίνω’, γαλλ. saturé] | |
| 25850 | κορεσμός | κο-ρε-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κατάσταση κατά την οποία κάτι είναι υπερπλήρες: ~ της αγοράς (από ηλεκτρικές συσκευές)/των οδικών αξόνων. Καθεστώς ~ού για νέα ξενοδοχεία (: απαγόρευση επέκτασης τουριστικών μονάδων σε ορισμένες περιοχές). Επαγγέλματα στα οποία έχει επέλθει/παρατηρείται/υπάρχει ~ (: με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη η επαγγελματική αποκατάσταση). Οι χωματερές έχουν φτάσει σε ~ό/σημείο ~ού. (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ του δικτύου (= υπερφόρτωση). Πβ. υπερπλήρωση. Βλ. περίσσεια, υπερ~. 2. αίσθημα πληρότητας, χορτασμός: ~ της πείνας. Δείκτης ~ού. Τρώω μέχρι να νιώσω ~ό.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Σημάδια ~ού (: τελμάτωσης) στη σχέση τους. ~ από τις επιτυχίες (= μπούχτισμα)! ΣΥΝ. κόρος, πλησμονή. 3. ΧΗΜ. ύπαρξη της μέγιστης δυνατής ποσότητας ουσίας σε διάλυμα ή χημική ένωση: ~ του αέρα από/με υγρασία/υδρατμούς. Σημείο ~ού. || (ΙΑΤΡ.) ~ του οξυγόνου στο αίμα.|| (ΓΕΩΛ.) ~ του εδάφους (σε νερό). 4. ΟΠΤ. χαρακτηριστικό του χρώματος, το οποίο δηλώνει τον βαθμό καθαρότητάς του (δηλ. μη ανάμιξής του με το άσπρο) και κατ' επέκτ. την έντασή του: χρωματικός ~. Aπόχρωση, ~ και φωτεινότητα. Εικόνα με υψηλό/χαμηλό ~ό. ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη κορεσμού & κορεσμένη ζώνη: ΓΕΩΛ. που βρίσκεται κάτω από τη στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα και είναι γεμάτη νερό. ΑΝΤ. ακόρεστη ζώνη [< γαλλ.-αγγλ. saturation] | |
| 25851 | κορέστηκε | κο-ρέ-στη-κε ρ. (αμτβ.) {κορε-στεί, -σμένος} (λόγ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) βρίσκεται στο ανώτατο όριο πληρότητας: Η αγορά/το επάγγελμα του .../ο κλάδος έχει ~στεί. Η περιοχή δεν έχει ~στεί από την τουριστική κίνηση. 2. (μτφ.) ικανοποιήθηκε πλήρως: ~ το πάθος/η περιέργειά μου. ~ η δίψα τους για ... Έχει ~στεί η πείνα του (= χόρτασε). 3. ΧΗΜ. (για διάλυμα ή χημική ένωση) περιέχει τη μέγιστη δυνατή ποσότητα μιας ουσίας σε ορισμένη θερμοκρασία. ● βλ. κορεσμένος [< μτγν. κορέννυμι & κορεννύω ‘είμαι χορτάτος’, γαλλ. saturer] | |
| 25852 | κόρη | κό-ρη ουσ. (θηλ.) 1. θηλυκό παιδί, κυρ. σε σχέση με τους γονείς του: θετή (πβ. ψυχο~)/μονάκριβη/υιοθετημένη/φυσική ~. Η μεγαλύτερη/μικρότερη ~ τους. Η ~ του αδερφού (= ανιψιά)/της θείας (= ξαδέρφη)/του παιδιού (= εγγονή) μου. Την αγαπάει σαν ~ του. Σχέση μητέρας/πατέρα-~ης. Έχει δύο ~ες κι έναν γιο. Έχω ~ της παντρειάς. Ζήτησε το χέρι της ~ης τους. Πβ. θυγατέρα, κορίτσι. Βλ. κοπέλα, νέα, παρα~. 2. ΑΝΑΤ. το άνοιγμα στο κέντρο της ίριδας, από το οποίο εισέρχεται το φως στον οφθαλμό: διαστολή/συστολή της ~ης του ματιού. Πβ. μαυράδι. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. (στην αρχαϊκή πλαστική) νεανικό γυναικείο άγαλμα, ντυμένο, σε όρθια μετωπική στάση: αναθηματικές/μαρμάρινες ~ες. Επιτύμβιο ανάγλυφο ~ης. Βλ. κούρος. ● Υποκ.: κορούλα (η): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: κοράκλα (η) (λαϊκό): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: ως κόρη(ν) οφθαλμού (λόγ.): ως κάτι εξαιρετικά πολύτιμο: Προσέχει την υγεία του ~ ~. [< αρχ. κόρη 3: αγγλ. kore, γαλλ. korê, γερμ. Kore] | |
| 25853 | κόρημα | κό-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {κορήμ-ατος | -ατα, συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΛ. σχηματισμός από θραύσματα διαβρωμένων πετρωμάτων: πλευρικά ~ατα πλειστοκαινικής ηλικίας (κροκαλοπαγή, λατύπες). Κώνοι ~άτων. [< αρχ. κόρημα 'σκούπισμα, σκούπα'] | |
| 25854 | κόριαν | κό-ρι-αν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. συνθετικό οικοδομικό υλικό υψηλής ποιότητας και αντοχής που χρησιμοποιείται κυρ. για επένδυση επιφανειών στην κουζίνα και το μπάνιο: πάγκοι ~. Βλ. φορμάικα. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. corian, 1968] | |
| 25855 | κορίανδρο | βλ. κολίανδρος | |
| 25856 | κορίανδρος | βλ. κολίανδρος | |
| 25857 | κορίνα | βλ. κορύνα | |
| 25858 | κορινθιακός | , ή, ό κο-ριν-θι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την Κόρινθο ή/και τους Κορίνθιους: ~ές: σταφίδες. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που αναφέρεται στον κορινθιακό ρυθμό: ~ός: ναός. ~ό: κιονόκρανο (: που καλύπτεται από άβακα και έχει ως πυρήνα δύο επάλληλες σειρές φύλλων άκανθας και μία ανώτερη σειρά από έλικες στις τέσσερις γωνίες του.) ~οί: κίονες. ● Ουσ.: Κορινθιακός (ο): ενν. Κόλπος. ● ΣΥΜΠΛ.: κορινθιακός ρυθμός: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ο νεότερος και πιο διακοσμητικός από τους αρχαίους ελληνικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, με βασικό χαρακτηριστικό την άκανθα στο κιονόκρανό του. Βλ. δωρ-, ιων-ικός. [< αρχ. Κορινθιακός, γαλλ. corinthien] | |
| 25859 | Κορίνθιος, Κορίνθια | Κο-ρίν-θι-ος επίθ./ουσ. & (λόγ.) Κορινθία (η): πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κόρινθο. | |
| 25860 | κοριός | κο-ριός ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. άπτερο παρασιτικό έντομο (επιστ. ονομασ. Cimex lectularius) που έχει πλατύ σώμα, καφεκόκκινο χρώμα, δυσάρεστη οσμή και τρέφεται με αίμα: ~ιοί που ζουν στο νερό. Το στρώμα ήταν γεμάτο ~ιούς. Βλ. τσιμπούρι, ψύλλος. 2. (μτφ.) μικρός πομπός που χρησιμοποιείται για κρυφή παρακολούθηση ή/και ηχογράφηση συνομιλιών: ασύρματος/ηλεκτρονικός ~. ~ τηλεφώνου. Εμφύτευση/(αυτόματος) εντοπισμός ~ιού. Βάζω/εγκαθιστώ/τοποθετώ ~ιό. Παγιδεύω (διαμέρισμα/δωμάτιο) με ~ιό. Ανιχνευτής ~ιών. Υποκλοπές με ~ιούς.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Δικτυακός ~ (: κρυφό εικονίδιο που ελέγχει ποιος διαβάζει μια ιστοσελίδα ή ένα ηλεκτρονικό μήνυμα). ● ΣΥΜΠΛ.: σούπερ κοριός: ΤΕΧΝΟΛ. υπερκοριός. ● ΦΡ.: θα πιάσουμε κοριούς (μτφ.-προφ.): σε περίπτωση συνωστισμού ή στενής επαφής: Άντε να αραιώνουμε, γιατί ~ ~., κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό (προφ.): προσποιούμαι ότι δεν αντιλαμβάνομαι κάτι που με αφορά ή ότι είμαι κατάκοπος. Πβ. κάνει τον ανήξερο/το παίζει ανήξερος, κάνει την πάπια/το κορόιδο. [< 1: μεσν. κοριός 2: αγγλ. bug, 1946] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ