| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1684 | ακολουθητέος | , α, ο [ἀκολουθητέος] α-κο-λου-θη-τέ-ος επίθ. (επίσ.): που πρέπει να ακολουθηθεί, εφαρμοστεί: ~α: διαδρομή/πορεία. ~ο: δρομολόγιο.|| (μτφ.) ~α: αγωγή/γραμμή/διαδικασία/μέθοδος/πολιτική/στρατηγική/τακτική. ~ο: μοντέλο ανάπτυξης. Βλ. -τέος. [< αρχ. ἀκολουθητέος] | |
| 1685 | ακολουθία | [ἀκολουθία] α-κο-λου-θί-α ουσ. (θηλ.) {ακολουθι-ών} 1. (επιστ.) συνεχής ή/και λογική διαδοχή εννοιών, σκέψεων, γεγονότων, στοιχείων, καταστάσεων, φαινομένων: γραμμική/σταθερή/συντακτική/χρονική ~. ~ γεγονότων/δραστηριοτήτων/κινήσεων/λέξεων/σκέψεων/συμβάντων/συμβόλων. Παρακολούθηση και καταγραφή της μετασεισμικής ~ας. Λογική ~ των επιχειρημάτων (πβ. αλληλουχία, ειρμός). Διασφάλιση της ~ας και συμπληρωματικότητας των δράσεων. Πβ. αλυσίδα, σειρά, συνέχεια. Βλ. συν~.|| (ΒΙΟΛ.) ~ αμινοξέων/γονιδίων. Γενετική/νουκλεϊκή/πεπτιδική/πρωτεϊνική ~. ~ες DNA. Ανάλυση/στοίχιση ~ών.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εντολών (πβ. αλγόριθμος)/τυχαίων αριθμών. Δομή/έλεγχος ~ας. Σύγκλιση ~ών. ΑΝΤ. ανακολουθία 2. ομάδα ανθρώπων που συνοδεύουν τιμητικά επίσημο πρόσωπο, συνοδεία: διπλωματική ~. Τον πρωθυπουργό συνόδευε πολυμελής ~. Πβ. κουστωδία. 3. ΕΚΚΛΗΣ. τακτική ή έκτακτη ιεροτελεστία με καθορισμένο τυπικό: εξόδιος/ιερή/νεκρώσιμη ~. Η ~ της Αναστάσεως/του Ακάθιστου Ύμνου/του Γάμου/του Επιταφίου/του Όρθρου. Τέλεση ~ας. Οι ~ες της Μεγάλης Εβδομάδας. Πβ. ιερουργία. 4. ΜΑΘ. η μονοσήμαντη απεικόνιση του συνόλου Ν των φυσικών αριθμών σε ένα μη κενό σύνολο: άπειρη/γραφική/κυκλική/πεπερασμένη/φθίνουσα/φραγμένη ~. ~ σημείων/τυχαίων μεταβλητών. Αύξουσα ~ ακεραίων. Όριο/όροι ~ας. ~ες πραγματικών αριθμών/συναρτήσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: ακολουθία των χρόνων: ΓΡΑΜΜ. συμφωνία στην εκφορά των ρημάτων (ως προς τον χρόνο ή/και την έγκλιση) κύριας και δευτερεύουσας πρότασης με βάση τους συντακτικούς κανόνες. [< λατ. consecutio temporum] , Ακολουθία/Τελετή του Νιπτήρος βλ. νιπτήρας, η Ακολουθία των Παθών βλ. πάθος ● ΦΡ.: κατ' ακολουθία(ν) (επίσ.): κατά συνέπεια, επομένως, συνεπώς: Η αίτηση είναι αόριστη και ~ ~ απαράδεκτη και απορριπτέα. ~ ~ των ανωτέρω (= με βάση τα ανωτέρω). [< 1: μτγν. ἀκολουθία 2: αρχ. ~ 3: μεσν. ακολουθία] | |
| 1686 | ακολουθιακός | , ή, ό [ἀκολουθιακός]α-κο-λου-θι-α-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. σειριακός: ~ός: έλεγχος. ~ή: δομή. ~ό: διάγραμμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ακολουθιακό κύκλωμα {συνήθ. στον πληθ.}: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. λογικό κύκλωμα του οποίου οι τιμές εξόδου σε μια δεδομένη χρονική στιγμή εξαρτώνται από τις τιμές εισόδου. [< αγγλ. sequential circuit, 1954] [< αγγλ. sequential, 1951] | |
| 1687 | ακόλουθος | , η/ος, ο [ἀκόλουθος] α-κό-λου-θος επίθ. 1. που αναφέρεται ή βρίσκεται αμέσως μετά ή που έπεται χρονικά: το ~ο: έγγραφο/ερώτημα/παράδειγμα/σημείο/σχήμα. Οι ~ες: ενέργειες/προϋποθέσεις/φάσεις. Δίνεται ο ~ πίνακας. Προστέθηκε ο ~ όρος. Ο υπουργός έκανε την ~η (= την παρακάτω) δήλωση: ... Έστω η ~η εξίσωση. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 4 προστίθεται η ~η διάταξη: ... Οι αρμοδιότητες του τμήματος είναι οι ~ες: α) ... β) ... γ) ... Τα σεμινάρια θα διεξαχθούν κατά τις ~ες ημέρες και ώρες: ... Η ακμή της πόλης συνεχίστηκε στα ~α (= επόμενα, κατοπινά) χρόνια. Βλ. επ~. ΑΝΤ. προηγούμενος, πρωτύτερος 2. (επίσ.-σπάν.) (+ γεν.) σύμφωνος, συνεπής: Οι πράξεις του δεν είναι ~ες των λόγων του. Η λήψη μέτρων είναι ~η (= ανάλογη) των συνθηκών. Πβ. συν~. ΑΝΤ. ανακόλουθος ● Ουσ.: ακόλουθα (τα): αυτά που αναφέρονται αμέσως μετά: Πρέπει να έχετε υπόψη σας τα ~: ... Ανέφερε/δήλωσε τα ~: ... (= εξής). ΣΥΝ. παρακάτω (3) ΑΝΤ. παραπάνω (3) [< αρχ. ἀκόλουθος, αγγλ. the following] | |
| 1688 | ακόλουθος | [ἀκόλουθος] α-κό-λου-θος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ούθου} 1. υπάλληλος που έχει τον εισαγωγικό βαθμό της ιεραρχίας στο Διπλωματικό Σώμα ή εκπρόσωπος σε πρεσβεία με ειδικά καθήκοντα: εμπορικός/οικονομικός/στρατιωτικός ~. ~ τύπου (: πρόσωπο υπεύθυνο για τις σχέσεις με τα ΜΜΕ ξένης χώρας). Διετέλεσε/υπηρέτησε ως (διπλωματικός) ~ στο Υπουργείο Εξωτερικών. Βλ. γραμματέας. 2. (λόγ.) πρόσωπο που ακολουθεί κάποιον ή κάτι: προσωπικός ~ (= συνοδός). Οι ~οι μιας θρησκείας/της μόδας/του προέδρου. ~ στην αυλή του βασιλιά. Ήταν πιστοί ~οι των διδαγμάτων του ηγέτη τους. Οι εγκληματίες και οι ~οί τους θα διωχθούν. || (στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) οπαδός, θαυμαστής: έχει λογαριασμό με χιλιάδες ακολούθους. ● ΣΥΜΠΛ.: μορφωτικός ακόλουθος/σύμβουλος: διπλωματικός υπάλληλος αρμόδιος για την προώθηση του πολιτισμού της χώρας του στο κράτος όπου εργάζεται καθώς και για πολιτιστικές ανταλλαγές. [< γαλλ.attaché culturel] [< 1: γαλλ. attaché 2: αρχ. ἀκόλουθος, αγγλ. follower, ιταλ. ~, 1965] | |
| 1689 | ακολουθώ | [ἀκολουθῶ] α-κο-λου-θώ ρ. (μτβ. κ. σπάν. αμτβ.) {ακολουθ-είς κ. -άς ...| ακολούθ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ώντας} & (προφ.) ακολουθάω 1. κινούμαι πίσω από κάποιον ή πηγαίνω μαζί του, τον συνοδεύω: ~ τον ξεναγό. Το σκυλί με ~ούσε (: με είχε πάρει από πίσω). Άρχισε να προχωρεί κι ο φίλος του τον ~ησε. Ακολουθήστε (εσφαλμ. ακολουθείστε) με (= ελάτε μαζί μου)! ~ήστε το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Βλ. παρ~.|| ~ από κοντά. Τον ~εί σε όλες του τις εκδηλώσεις. Η οικογένειά του τον ~ούσε παντού.|| Οι ενοχές/οι τύψεις τον ~ούσαν (πβ. κατα-διώκω, -τρύχει). Τα λάθη μας μάς ~ούν (: υφιστάμεθα τις συνέπειές τους). Βλ. προηγούμαι. 2. βρίσκομαι ή έρχομαι (χρονικά, τοπικά, σε σειρά) ύστερα από κάτι ή κάποιον, εμφανίζομαι ως συμπλήρωμα ή συνέπεια: ~εί πολιτική διαφήμιση. Στο διάγραμμα/κείμενο/στη σελίδα που ~εί, παρουσιάζεται ... Στο πρωτάθλημα κυριαρχεί ο ... και ~ούν οι ... Στους αιώνες/στα χρόνια που ~ησαν ... (Μετά τα εγκαίνια) θα ~ήσει δεξίωση/συζήτηση. Τις καταρρακτώδεις βροχές ~εί (= διαδέχεται) η διάβρωση του εδάφους. Τις εκρήξεις ~ησε πανικός. Μετά την οικονομική κρίση ~ησε (= επακολούθησε, επήλθε) ανάκαμψη. ~είται η ίδια διαδικασία. Η δήλωσή του ~ήθηκε (: συνοδεύτηκε) από κραυγές ενθουσιασμού. Πβ. συν~. ΣΥΝ. έπομαι 3. κινούμαι προς ορισμένη κατεύθυνση, ασχολούμαι με κάποιο επάγγελμα ή δραστηριότητα: ~ το μονοπάτι. ~ησε τα ίχνη του δραπέτη. Η πομπή ~ούσε τη διαδρομή ...|| (μτφ.) ~ησε τον δρόμο της προόδου. Οι δείκτες ~ησαν ανοδική/καλπάζουσα/φθίνουσα πορεία.|| ~ησε θεωρητικές/τεχνολογικές σπουδές. ~ησε πανεπιστημιακή καριέρα/το επάγγελμα του πατέρα του/τη νομική επιστήμη. 4. (μτφ.) σκέφτομαι ή ενεργώ σύμφωνα με κάτι, τηρώ, εφαρμόζω: ~ μια λύση/μια μέθοδο/τη μόδα/τον νόμο/τις οδηγίες (πβ. εκτελώ)/την παράδοση/την πεπατημένη/μια πολιτική/ένα πρόγραμμα/τις συστάσεις (πβ. συμμορφώνομαι, υπακούω)/μια τακτική. ~ τη γνώμη/τη γραμμή/το παράδειγμα/ένα πρότυπο (πβ. μιμούμαι)/τη συμβουλή κάποιου. ~ μια στάση/έναν τρόπο ζωής. ~εί το ένστικτό του/τη φωνή της καρδιάς/της συνείδησής του. ~ησε τα όνειρά σου! Ο κόσμος ~εί τους χαρισματικούς ηγέτες (: τους αποδέχεται ως αρχηγούς). ~ησε δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά/την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Ποιες διατροφικές συνήθειες ~είτε; ~ήθηκε εξατομικευμένη θεραπεία/η συνήθης διαδικασία. Βλ. εξ~. ● ΦΡ.: ακολουθεί τη μοίρα/την τύχη κάποιου: παθαίνει τα ίδια με κάποιον: Ο τόπος ~ησε ~ της υπόλοιπης περιοχής (: σε περιπτώσεις ξένης κατοχής)., ακολούθησε (κάποιον) στον τάφο/στον θάνατο: πέθανε και ο ίδιος ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα: Ένα μήνα αργότερα ~ τη γυναίκα του ~., ακολουθώ κάποιον/κάτι με το βλέμμα/με τα μάτια: παρατηρώ κάποιον, κάτι που μετακινείται: Τον ακολούθησε ~, ώσπου εκείνος χάθηκε στην ομίχλη. [< γερμ. jemandem mit den Augen folgen] , ακολουθώ κατά βήμα/βήμα προς βήμα βλ. βήμα, ακολουθώ κατά πόδας βλ. πους, ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα [< αρχ. ἀκολουθῶ, αγγλ. follow, γαλλ. suivre, γερμ. folgen] | |
| 1690 | ακολούθως | [ἀκολούθως] α-κο-λού-θως επίρρ. 1. στη συνέχεια: Οι γενικές οδηγίες παρατίθενται ~. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (+ προς) σύμφωνα με: ~ προς το καταστατικό/τις προδιαγραφές. ● ΦΡ.: ως ακολούθως (λόγ.): ως εξής: Η δομή του προγράμματος έχει ~ ~: ... [< αρχ. ἀκολούθως, γερμ. wie folgt] | |
| 1691 | ακόμα & ακόμη | [ἀκόμα] α-κό-μα επίρρ. 1. (χρονικό, δηλώνει ότι κάτι διαρκεί, εξακολουθεί να ισχύει) μέχρι τώρα, ως αυτή τη στιγμή: Δεν έφυγε/δεν ήρθε ~. Κοιμάται ~. Είναι ~ στην ίδια δουλειά. Η τιμή δεν έχει ~ γνωστοποιηθεί. Την αγαπάει ~. Προλάβετε, όσο είναι ~ καιρός (: πριν να είναι αργά). Το ερώτημα είναι παλιό, αλλά ~ επίκαιρο.|| (σε αρνητική απάντηση) -Έφαγες; -Όχι ~.|| (στην αρχή ερώτησης για έμφαση ή για να δηλωθεί δυσαρέσκεια, ανυπομονησία ή προτροπή ανάλογα με τον επιτονισμό) ~ εκεί είσαι; ~ δεν έφυγες;|| (μαζί με άλλο χρονικό επίρρημα ή σύνδεσμο για έμφαση) Είναι ~ νωρίς για οριστικές αποφάσεις. ~ χθες (= μόλις χθες) διαπιστώθηκε ότι ... Προχθές ~ (= μέχρι προχθές) δήλωνε αμετανόητος. Από την προηγούμενη δεκαετία ~, είχε φανεί ότι ...|| (σε ελλειπτική ερώτηση, για να δηλωθεί εμφατικά αντίθεση) Όλοι τέλειωσαν, κι εσύ ~; (ενν. δεν τέλειωσες;) 2. (ποσοτικό ή επιτατικό) επιπλέον, περισσότερο, παραπάνω: Κάναμε ένα ~ λάθος. Έχετε δρόμο ~. Καταζητείται ένα ~ άτομο. Για μία ~ φορά. Αποδείχτηκε και κάτι ~ ... Σε πειράζει να περιμένουμε λίγο ~; Θα διαθέσω λίγα ~ χρήματα. Θα κάνω ~ λίγη υπομονή. Μπορείτε να χρησιμοποιείτε κάθε στοιχείο και ~ να αυτοσχεδιάζετε (πβ. εκτός αυτού, επιπλέον, επίσης, συν τοις άλλοις). Ύστερα από δέκα χρόνια, ~ παραμένει στο προσκήνιο.|| (για κάτι απίθανο, παράξενο που προκαλεί συνήθ. δυσφορία) Τι άλλο ~ (= πια) θα δουν τα μάτια μας/θα σκαρφιστεί;|| (+ επίθ. ή επίρρ. συγκριτικού βαθμού) ~ πιο αποφασιστικά/πιο γρήγορη/πιο έξυπνο/πιο κοντά/πιο μακριά/πιο πέρα. Καθίσταται ~ πιεστικότερη η αναγκαιότητα συνεχούς επιμόρφωσης. Αν τα καταφέρεις και τα δύο, ~ καλύτερα. ● ΦΡ.: (και/κι) ακόμη/ακόμα να ...: (και) δεν: Περασμένες δύο κι ακόμη να (= δεν έχει) κοιμηθεί. Ακόμη να φτάσει (: δεν έχει έρθει μέχρι τώρα)., ακόμη δεν ... και ... (εμφατ.): για κάτι που γίνεται γρήγορα, πρώιμα: ~ ~ ξεκινήσατε, και αρχίσατε την γκρίνια., ακόμη και/κ(α)ι ... ακόμη: για έμφαση, υπερβολή: Ερωτήματα που ακόμη και (οι ίδιοι) οι επιστήμονες δυσκολεύονται να απαντήσουν. Διατρέχουν κίνδυνο απαγωγής, ακόμη και δολοφονίας., ακόμη και/κι (+ αν/να/όταν) & κι αν ακόμη: για εναντίωση ή παραχώρηση, και στην περίπτωση που: ~ ~ αν η συμφωνία εφαρμοστεί πλήρως, δεν θα επιτευχθεί ειρήνη. ~ ~ να σας προκαλέσει, μην αντιδράσετε. Δεν πρόκειται να δεχτώ την πρότασή του, κι αν ~ με παρακαλέσει. Πβ. και ας., και ακόμα παραπέρα (εμφατ.): για μεγάλη έκταση ή απόσταση: Ο κάμπος απλωνόταν όπου έφτανε το μάτι ~ ~.|| (υβριστ.) Στο διάβολο/στα τσακίδια ~ ~!, και πού 'σαι ακόμα/ακόμη (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για κατάσταση που δεν έχει φτάσει στα όριά της: ~ ~, το καλύτερο δεν σου το είπα. Όλα έχουν ακριβύνει, ~ ~ (: ακόμη δεν είδαμε τίποτα, θα ακολουθήσουν χειρότερα)!, κι ακόμα τρέχω (προφ.) 1. για βιαστική φυγή λόγω αποτυχίας ή ντροπής: Πήρε τους δρόμους ~ ~ει. 2. για προβλήματα, σκοτούρες: Έπαθα μεγάλη ζημιά ~ ~., ακόμη δε(ν) βγήκε απ' τ' αβγό (και) ... βλ. αβγό & αυγό, ακόμη δεν τον είδαμε (και) Γιάννη τον βαφτίσαμε/τον εβγάλαμε βλ. Γιάννης, κι ακόμα κάθεσαι/και κάθεσαι ακόμα; βλ. κάθομαι, λίγο έλειψε να .../λίγο ακόμα και θα .../λίγο ήθελε να (/και θα) ... βλ. λίγο [< μεσν. ακομή, ακόμα] | |
| 1692 | ακομμάτιστος | , η, ο [ἀκομμάτιστος] α-κομ-μά-τι-στος επίθ.: που δεν υποστηρίζει ή δεν υποστηρίζεται και κατ' επέκτ. δεν επηρεάζεται από κάποιο πολιτικό κόμμα: ~ος: σύλλογος/συνδικαλισμός/υποψήφιος/ψηφοφόρος. ~η: διοίκηση/εφημερίδα/οργάνωση/πολιτική/τοπική αυτοδιοίκηση. ~ο: κίνημα/σωματείο/ψηφοδέλτιο. ~α: κριτήρια/ΜΜΕ. Πβ. αχρωμάτιστος, ουδέτερος. Βλ. ανένταχτος, ανεξάρτητος. | |
| 1693 | ακομπανιαμέντο | [ἀκομπανιαμέντο] α-κο-μπα-νια-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΟΥΣ. παράλληλο οργανικό παίξιμο μελωδίας από μουσικό ή ορχήστρα, συνοδευτικό του κύριου θέματος που ερμηνεύει ο σολίστ, εκτελεστής ή τραγουδιστής: ρυθμικό ~. Με/χωρίς ~ κιθάρας. Αυτόματα/βασικά/ταιριαστά ~α. [< ιταλ. accompagnamento] | |
| 1694 | ακομπανιάρω | [ἀκομπανιάρω] α-κο-μπα-νιά-ρω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ., σπάν. ακομπανιάρι-σε}: ΜΟΥΣ. συνοδεύω με όργανο μια μελωδία (σολίστα ή τραγουδιστή): Τους ~ει ακορντεόν/κιθάρα/λαγούτο. [< ιταλ. accompagnare] | |
| 1695 | ακομπανιατέρ | [ἀκομπανιατέρ] α-κο-μπα-νια-τέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: πρόσωπο που ακομπανιάρει: πιανίστας και ~ τραγουδιστών. Πβ. συνοδός. [< γαλλ. accompagnateur] | |
| 1696 | ακομπλεξάριστος | , η, ο [ἀκομπλεξάριστος] α-κο-μπλε-ξά-ρι-στος επίθ.: που δεν έχει κόμπλεξ, φόβους και ταμπού, άνετος, απελευθερωμένος. Πβ. κουλ, χαλαρός. ΑΝΤ. κομπλεξικός, σφιγμένος (2) [< γαλλ. décomplexé, 1962] | |
| 1697 | άκομψος | , η, ο [ἄκομψος] ά-κομ-ψος επίθ. 1. που δεν έχει (καλό) γούστο, αισθητική ή χάρη: ~ος: άνθρωπος. ~η: εμφάνιση. ~ο: έπιπλο/κούρεμα (= ασουλούπωτο)/ντύσιμο/ρούχο/ύφος. ~ες: κινήσεις. ΣΥΝ. άχαρος (1), κακόγουστος, χοντροκομμένος (2) ΑΝΤ. κομψός (1), χαριτωμένος 2. που είναι αδέξιος ή ακατάλληλος για την περίσταση στην οποία χρησιμοποιείται: ~ος: χειρισμός. ~η: γλώσσα/δήλωση (ΑΝΤ. ευγενής)/έκφραση/ενέργεια/επίθεση/συμπεριφορά. Αντέδρασε με (εντελώς) ~ο τρόπο. Ξέρω ότι αυτό που έκανα ήταν (λιγάκι) ~ο. Είναι τουλάχιστον ~ο να ... Πβ. άγαρμπος, αγενής, αδιάκριτος, απότομος. ΑΝΤ. κομψός (2) ● επίρρ.: άκομψα [< 1: αρχ. ἄκομψος 2: γαλλ. inélégant] | |
| 1698 | ακονάκι | [ἀκονάκι] α-κο-νά-κι ουσ. (ουδ.) & κονάκι: ΖΩΟΛ. σαύρα χωρίς πόδια που μοιάζει με φίδι (επιστ. ονομασ. Angua fragilis, A. graeca). | |
| 1699 | ακόνι | [ἀκόνι] α-κό-νι ουσ. (ουδ.): εργαλείο για τρόχισμα: χαλύβδινο ~. ~ για μαχαίρια. Τροχίζω το ψαλίδι στο ~. Βλ. μύλη.|| (μτφ.-λογοτ.) Στο ~ της αλήθειας. Πβ. ακονιστήρι. [< μεσν. ακόνι(ν)] | |
| 1700 | ακονίζω | [ἀκονίζω] α-κο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ακόνι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, ακονίζ-οντας, ακονι-σμένος} 1. καθιστώ κάτι περισσότερο αιχμηρό ή κοφτερό από όσο είναι: ~ μαχαίρι/τσεκούρι. ~σμένη: μύτη (λεπίδας). ΣΥΝ. τροχίζω (1) 2. (μτφ.) βελτιώνω, (εξ)ασκώ, οξύνω, γυμνάζω: ~ τις αισθήσεις/τις δεξιότητές/τη σκέψη/τη φαντασία μου. ~σμένη: μνήμη. Τα σταυρόλεξα/τα παζλ ~ουν το μυαλό. ΑΝΤ. αμβλύνω (2) ● ΦΡ.: ακονίζουν τα μαχαίρια /τα νύχια τους (μτφ.): προετοιμάζονται για έντονη αντιπαράθεση ή σύγκρουση: ~ουν ~ τους εν όψει της κρίσιμης αναμέτρησης., ακονίζω τα δόντια μου (μτφ.): προετοιμάζομαι να επωφεληθώ από τις περιστάσεις: Οι μεγαλοκαρχαρίες/τα λαμόγια ~ουν ~ τους. [< μεσν. ακονίζω] | |
| 1701 | ακόνισμα | [ἀκόνισμα] α-κό-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {ακονίσμ-ατος | -ατα} 1. τρόχισμα: ~ σιδηρών εργαλείων. Πλάκα/τροχός ~ατος. 2. (μτφ.) όξυνση, άσκηση συνήθ. πνευματικής λειτουργίας: ~ της μνήμης. | |
| 1702 | ακονιστήρι | [ἀκονιστήρι] α-κο-νι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): όργανο κατάλληλο για ακόνισμα: (για ξυράφι, κυρ. κουρείου) δερμάτινο ~.|| (μτφ.) ~ του μυαλού. Πβ. ακόνι, τροχός. Βλ. -τήρι. | |
| 1703 | ακονιστής | [ἀκονιστής] α-κο-νι-στής ουσ. (αρσ.) 1. εργαλείο που ακονίζει, τροχίζει: αυτόματος/ηλεκτρικός ~. 2. (παλαιότ.) πρόσωπο που είχε ως επάγγελμα το ακόνισμα: πλανόδιος ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ