| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25861 | κορίτσι | κο-ρί-τσι ουσ. (ουδ.) {κοριτσ-ιού | -ιών} 1. άτομο θηλυκού γένους από τη γέννησή του ως την ενηλικίωση· κόρη: ανήλικο/μικρό/νεαρό/όμορφο (= ομορφοκόριτσο) ~.|| Γέννησε/έκανε ~. Έχει ένα ~ και ένα αγόρι. Πβ. θυγατέρα. Βλ. παλιο-, πλουσιο-, τρελο-, φτωχο-κόριτσο. 2. ανύπαντρη, συνήθ. νεαρή γυναίκα: άβγαλτο/εργαζόμενο/χαριτωμένο ~. ~ της παντρειάς. ~ της διπλανής πόρτας (: συνηθισμένο ~). Πβ. νέα, τσούπρα. ΣΥΝ. κοπέλα (1), κοπελιά 3. (οικ., συνήθ. + γεν. ονόματος ή κτητικής αντωνυμίας) νεαρή με την οποία κάποιος έχει σχέση. Πβ. γκόμενα, φιλενάδα, φίλη. ΣΥΝ. κοπέλα (2), κοπελιά ● Υποκ.: κοριτσάκι (το), κοριτσόπουλο (το): στη σημ. 2. ● Μεγεθ.: κοριτσάρα (η): συνήθ. σε οικ. προσφών. για αγαπημένο κορίτσι: Μπράβο, ~ μου!, κορίτσαρος (ο): εντυπωσιακά ωραία και ψηλή κοπέλα. ΣΥΝ. κοπελάρα ● ΦΡ.: είναι κορίτσι από σπίτι: με αρχές και καλή ανατροφή., κορίτσι μου/κοπέλα μου!: ως προσφώνηση, χαϊδευτικά ή υποτιμητικά, ανάλογα με τον επιτονισμό ή τα συμφραζόμενα: Να 'σαι καλά, ~ ~! Καλώς τα ~ια/τις κοπέλες!|| Άσε μας, ~ ~!, κορίτσι/παιδί πράμα βλ. πράγμα, το χρυσό παιδί/κορίτσι/αγόρι βλ. χρυσός [< μεσν. κορίτσι(ν) < αρχ. κόρη] | |
| 25862 | κοριτσίστικος | , η, ο κο-ρι-τσί-στι-κος επίθ. (προφ.): που αναφέρεται σε κορίτσι: ~η: αθωότητα/ανεμελιά/αφέλεια/διάθεση/φιλία/φωνή. ~ο: δωμάτιο/ημερολόγιο/παιχνίδι/χαμόγελο. ~ες: παρέες. ~α: όνειρα. Εφηβικά/νεανικά ή ~α ρούχα. Βλ. αγορίστικος, -ίστικος. ● επίρρ.: κοριτσίστικα | |
| 25863 | κοριτσομάνα | κο-ρι-τσο-μά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα που έχει γεννήσει μόνο κορίτσια. Βλ. αγορομάνα, -μάνα. | |
| 25864 | κοριτσομάνι | κο-ρι-τσο-μά-νι ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ., περιληπτ.} (προφ.-μειωτ.): πλήθος από κορίτσια, συνήθ. για να δηλωθεί απουσία αγοριών: Πολύ ~ μαζεύτηκε! Βλ. -μάνι. | |
| 25865 | κορκόδιλος | βλ. κροκόδειλος | |
| 25866 | κορμάκι | κορ-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) κορμί, συνήθ. γυναίκας ή παιδιού: λεπτό ~. Το ~ του μωρού.|| (συνεκδ.) Ξάπλωσα να ξεκουραστεί το ~ μου (: εγώ)! 2. ελαστικό, εφαρμοστό ρούχο ή εσώρουχο που καλύπτει τον γυναικείο ή παιδικό συνήθ. κορμό και ενίοτε τα χέρια ή/και τα πόδια: δαντελωτό/ολόσωμο ~. ~ γυμναστικής/μπαλέτου. ~ με τιράντες. Βλ. κολάν.|| Βρεφικά/μπεμπέ ~ια (πβ. φορμάκι). [< 1: μεσν. κορμάκι(ν) 2: αγγλ. body, 1986] | |
| 25867 | κορμί | κορ-μί ουσ. (ουδ.) {κορμ-ιού} 1. το σώμα του ανθρώπου χωρίς το κεφάλι: ανδρικό/γυναικείο/νεανικό/παιδικό ~. (Έχει) αγαλματένιο/γυμνασμένο/καλλίγραμμο/λυγερό/όμορφο/σφιχτό/σφριγηλό/τέλειο/φιδίσιο ~. (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) ~-λαμπάδα (= ίσιο, στητό)/-λάστιχο (= ευλύγιστο).|| Ίσιωσε/τέντωσε το ~ σου (= τον κορμό)! 2. (συνεκδ.) ο άνθρωπος, κυρ. ως σωματική υπόσταση, σε αντιδιαστολή προς την ψυχή: βασανισμένο ~. Σήκωσε το γέρικο ~ του (: σηκώθηκε). Πού να ξεκουράσει το κουρασμένο του ~; Βλ. κορμάκι. ● Μεγεθ.: κορμάρα (η) (προφ.): πολύ ωραίο, εντυπωσιακό σώμα: Έχει κάνει ~!|| (συνεκδ.) Τι ~ είναι αυτή (πβ. γκομεν-, γυναικ-, κουκλ-άρα, παίδαρος)! (ειρων.) Ας απλώσουμε/βγάλουμε τις ~ες μας στον ήλιο! ● ΦΡ.: θα πέσουν κορμιά: η αναμέτρηση θα είναι σκληρή ή θα γίνει μεγάλος τσακωμός: ~ ~ στον αγώνα! Πέφτουν ~ για την πρωτιά.|| Έπεσαν ~ στη συνεδρίαση. Πβ. θα κλάψουν(ε) μανούλες., χαμένο κορμί (μτφ.-υβριστ.): άχρηστος, τιποτένιος. [< μεσν. κορμί(ν)] | |
| 25868 | κορμοδέματα | κορ-μο-δέ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΙΚΟΛ. κατασκευές από κορμούς και κλαδιά που τοποθετούνται σε καμένη επικλινή έκταση κατά υψομετρικές ζώνες και περιορίζουν τη διάβρωση από τις βροχοπτώσεις. Βλ. κλαδο-, κορμο-πλέγματα, κορμοφράγματα. | |
| 25869 | κορμοπλέγματα | κορ-μο-πλέγ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΙΚΟΛ. κατασκευές από κορμούς και κλαδιά νεκρών δέντρων που δένονται μεταξύ τους και στερεώνονται σε πασσάλους, με στόχο την αντιπλημμυρική και αντιδιαβρωτική προστασία καμένης περιοχής. Βλ. κλαδοπλέγματα, κορμο-δέματα, -φράγματα. | |
| 25870 | κορμοράνος | κορ-μο-ρά-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. υδρόβιο πτηνό (επιστ. ονομασ. Phalacrocorax carbo) με γυαλιστερό σκούρο σώμα, μακρύ λαιμό, μεγάλο, γαμψό και λευκό ράμφος, το οποίο τρέφεται με ψάρια. Βλ. θαλασσο-, νυχτο-, φαλακρο-κόρακας, ερωδιός, λαγγόνα, πελεκάνος, φλαμίνγκο, χουλιαρομύτα. [< ιταλ. cormorano < γαλλ. cormoran] | |
| 25871 | κορμός | κορ-μός ουσ. (αρσ.) 1. το τμήμα του δέντρου από τις ρίζες έως εκεί που αρχίζουν οι διακλαδώσεις: απολιθωμένος/καμένος/κομμένος/μακρύς/πεσμένος/χοντρός ~. Κουφάλα/ύψος/φλοιός ~ού. Ξεριζώθηκε ο ~ του δέντρου. Κόβω με τσεκούρι τον ~ό. Βλ. βλαστός, κούτσουρο. 2. ΑΝΑΤ. το μέρος του σώματος του ανθρώπου και ορισμένων σπονδυλωτών ζώων, χωρίς τα άκρα και το κεφάλι: άνω ~ (βλ. θώρακας, στήθος)/κάτω ~ (βλ. λεκάνη). Κάμψη του ~ού. Γέρνω/λυγίζω τον ~ό. Πβ. κορμί.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Μαρμάρινος ~ κούρου. 3. (μτφ.) το κύριο, ουσιαστικό κομμάτι: ο βασικός/κύριος ~ ενός βιβλίου/μιας εργασίας/των μαθημάτων/μιας ομάδας/ενός προγράμματος (πβ. όγκος). (Συγκοινωνιακή) γραμμή ~ού (: κεντρικός άξονας σε αντιδιαστολή με το τοπικό δίκτυο).|| (ΑΡΧΙΤ.) ~ κίονα (: χωρίς το κιονόκρανο).|| (ΑΝΑΤ.) Αρτηριακός ~. 4. ΖΑΧΑΡ. γλυκό με κυλινδρικό σχήμα: ~ σοκολάτας (πβ. μωσαϊκό, ρολό, σαλάμι ψυγείου). ● ΣΥΜΠΛ.: δίκτυο κορμού: ΠΛΗΡΟΦ. βασικό μονοπάτι δικτύου για τη μετάδοση δεδομένων: ασύρματο/εθνικό/ενσύρματο/ολοκληρωμένο/πανευρωπαϊκό ~ ~., μαθήματα κορμού: (κυρ. στην τριτοβάθμια εκπαίδευση) που είναι κοινά για όλες τις ειδικότητες ή κατευθύνσεις. [< 1: αρχ. κορμός 2: ιταλ. torso 3: γαλλ. corps] | |
| 25872 | κορμοστασιά | κορ-μο-στα-σιά ουσ. (θηλ.): το ωραίο παράστημα: αθλητική/λεβέντικη/λεπτή/λυγερή/περήφανη/ψηλή ~. Μπόι και ~. Βλ. θωριά, παρουσιαστικό. | |
| 25873 | κορμοφράγματα | κορ-μο-φράγ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΙΚΟΛ. φράγματα από καμένους κορμούς που τοποθετούνται κάθετα ή παράλληλα προς τη διατομή ρέματος για τη συγκράτηση φερτών υλών: ~ της Δασικής Υπηρεσίας. Βλ. κλαδοπλέγματα, κορμο-δέματα, -πλέγματα. | |
| 25874 | κορν μπιφ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. άπαχο παστό βοδινό κρέας (κονσερβοποιημένο): ~ με πατάτες. Βλ. ζαμπόν, μπέικον, σύγκλινο. [< αγγλ. corned beef] | |
| 25875 | κορν φλάουρ | κορν φλά-ουρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κορν φλάουερ: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκή σκόνη από άμυλο (άνθος) αραβοσίτου, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική για το δέσιμο σάλτσας ή κρέμας: (σε συνταγές:) μία κουταλιά ~. Διαλύετε το ~ στο γάλα. Προσθέτω/ρίχνω ~. Πβ. άμυλο καλαμποκιού. Βλ. μπέικιν πάουντερ. [< αγγλ. corn flour] | |
| 25876 | κορν φλέικς | κορν φλέ-ικς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κορνφλέικς: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. καβουρδισμένες νιφάδες δημητριακών, ιδ. καλαμποκιού, αλλά και ρυζιού ή σιταριού, οι οποίες τρώγονται συνήθ. με γάλα κυρ. ως πρόγευμα: ~ με γιαούρτι/μέλι/σοκολάτα. ~ με/χωρίς ζάχαρη. Πακέτο ~. Βλ κουάκερ, μούσλι. [< αμερικ. cornflakes, 1907, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 25877 | κόρνα | κόρ-να ουσ. (θηλ.) 1. εξάρτημα οχήματος ή συσκευή που παράγει δυνατό και οξύ προειδοποιητικό ήχο: ~ αυτοκινήτου/ποδηλάτου/τρένου. ~ ομίχλης (σε σκάφος). Το κουμπί της ~ας. ~ες-τενόροι (: σε φορτηγά). Πατώ/χτυπώ την ~ (: για αποφυγή ατυχήματος, πανηγυρισμό). Κόλλησε/χάλασε η ~. Πβ. κλάξον. Βλ. σφυρίχτρα.|| ~ χειρός. ~ες ανακοινώσεων. 2. (συνεκδ.) ο αντίστοιχος ήχος: (ΑΘΛ., κυρ. στο μπάσκετ και το πόλο, για να σημάνει κυρ. το τέλος του αγώνα ή του ημιχρόνου) Ακούστηκε/ήχησε η ~ της γραμματείας.|| (στον πληθ., κορναρίσματα) Πανηγύρια και ~ες στους δρόμους. [< γαλλ. corne, ιταλ. corna] | |
| 25878 | κορνάρισμα | κορ-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {κορναρίσμ-ατος | -ατα, συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): πάτημα κόρνας και κυρ. ο παραγόμενος ήχος: δυνατό/επίμονο/παρατεταμένο ~. Εκνευριστικά ~ατα. Μποτιλιάρισμα και ~ατα. Βλ. -ισμα. | |
| 25879 | κορνάρω | κορ-νά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κόρναρ-α κ. κορνάρ-ισα, -οντας} (προφ.): (για οδηγό) πατώ την κόρνα (οχήματος): ~αν νευριασμένοι/πανηγυρικά. Αυτοκίνητα περνούσαν ~οντας.|| Κόρναρέ μου (για) να κατέβω. | |
| 25880 | κορνέ | κορ-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ. 1. εργαλείο με τη μορφή κωνικής σακούλας ή σύριγγας, η οποία γεμίζεται με σαντιγί, μαρέγκα, κρέμα, ζύμη, πουρέ και πιέζεται, ώστε να βγει το μείγμα από την άκρη της ως διακοσμητικό σχέδιο: ~ μπισκότων. Έκανα ροζέτες (στην τούρτα) με το ~. 2. {κ. αρσ. κορνές, -έδες} χωνάκι από ζύμη το οποίο γεμίζεται συνήθ. με κρέμα ή σαντιγί· κυρ. το αντίστοιχο γλυκό ή ορεκτικό. ● Υποκ.: κορνεδάκι (το): στη σημ. 2. Βλ. σουδάκι. [< γαλλ. cornet] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ