| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25881 | κόρνερ | κόρ-νερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) 1. διώξιμο της μπάλας από αμυνόμενο παίκτη πίσω από τη γραμμή του άουτ, εκτός αγωνιστικού χώρου: Έδιωξε/έστειλε την μπάλα (σε) ~. Η μπάλα βγήκε/κατέληξε/πέρασε ~. Ο τερματοφύλακας αποκρούει σε/παραχώρησε ~. 2. ελεύθερο λάκτισμα παίκτη της επιτιθέμενης ομάδας από τη γωνία του γηπέδου που βρίσκεται αριστερά ή δεξιά της εστίας της αμυνόμενης ομάδας: Εκτελώ/κερδίζω ~. Ο διαιτητής έδωσε/σφύριξε/υπέδειξε ~. Σημείωσε γκολ με απευθείας χτύπημα ~. Βλ. πέναλτι. 3. καθεμιά από τις τέσσερις γωνίες γηπέδου που σχηματίζονται στο σημείο τομής των γραμμών του άουτ και του πλάγιου άουτ: το σημαιάκι/το σημείο του ~. [< αγγλ. corner] | |
| 25882 | κορνέτα | κορ-νέ-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. χάλκινο πνευστό όργανο με τρεις βαλβίδες, που μοιάζει με τρομπέτα, αλλά είναι πιο κοντό και έχει μεγαλύτερο το κωνικό τμήμα του ηχητικού του σωλήνα: επιστόμιο ~ας. Βλ. -έτα, μπάντα. ΣΥΝ. κορνέτο (1) [< ιταλ. cornetta, γαλλ. cornet] | |
| 25883 | κορνετίστας | κορ-νε-τί-στας ουσ. (αρσ.): μουσικός που παίζει κορνέτα. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. cornettista, γαλλ. cornettiste] | |
| 25884 | κορνέτο | κορ-νέ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. κορνέτα. 2. (προφ.) κρουασάν: ~ και καπουτσίνο. [< ιταλ. cornetto] | |
| 25885 | κορνιαχτός | βλ. κουρνιαχτός | |
| 25886 | κορνίζα | κορ-νί-ζα ουσ. (θηλ.) 1. πλαίσιο γύρω από πίνακα ζωγραφικής ή καθρέφτη· ειδικότ. διακοσμητική θήκη με τζάμι για φωτογραφίες: ασημένια/μεταλλική/ξύλινη/ορθογώνια/πλαστική/σκαλιστή/στρογγυλή/χειροποίητη ~. ~ αλουμινίου. Παιδικές ~ες. Πβ. κάδρο.|| Βάζω το δίπλωμα/πτυχίο σε ~ (= το κορνιζάρω). Έσπασε η ~ (= το γυαλί της). 2. διακοσμητικό ή προστατευτικό περίβλημα κατασκευής: γύψινη/μαρμάρινη ~. ~ στέγης. Η ~ του παραθύρου/του τζακιού. Βλ. κάσα, σοβατεπί, φάσα. ● Υποκ.: κορνιζούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακή/ηλεκτρονική κορνίζα : ΤΕΧΝΟΛ. οθόνη προβολής ψηφιακών εικόνων και φωτογραφιών. [< αγγλ. digital photo frame] [< βεν. cornise] | |
| 25887 | κορνιζάδικο | κορ-νι-ζά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): εργαστήριο-κατάστημα όπου φτιάχνονται κορνίζες και κορνιζάρονται ή/και πωλούνται συνήθ. πίνακες ζωγραφικής. Βλ. -άδικο. | |
| 25888 | κορνιζάρισμα | κορ-νι-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πλαισίωση με κορνίζα: ~ αφισών/φωτογραφιών. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. κορνίζωμα (1) | |
| 25889 | κορνιζάρω | κορ-νι-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {κορνίζαρα κ. κορνιζάρι-σα, -σμένος}: βάζω σε κορνίζα πίνακα ζωγραφικής, φωτογραφία ή δίπλωμα: ~σμένο: πόστερ. (ειρων.) Πτυχία ~σμένα στους τοίχους. ΣΥΝ. καδράρω (1), κορνιζώνω | |
| 25890 | κορνίζωμα | κορ-νί-ζω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. κορνιζάρισμα. 2. {κυρ. στον πληθ.} διακοσμητικό πλαίσιο οικοδομικής κατασκευής: πέτρινα ~ατα. Πβ. κορνίζα. Βλ. γείσο. | |
| 25891 | κορνιζώνω | κορ-νι-ζώ-νω ρ. (μτβ.) {κορνίζωσα}: κορνιζάρω. | |
| 25892 | κόρνο | κόρ-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο με σπειροειδή σωλήνα, που έχει κωνική απόληξη και τρεις βαλβίδες: γαλλικό/φυσικό ~. Κυνηγετικό ~ (= κυνηγετικό κέρας). ● ΣΥΜΠΛ.: αγγλικό κόρνο: πνευστό μουσικό όργανο που μοιάζει με όμποε, αλλά έχει μεγαλύτερο σωλήνα και διπλή γλωττίδα. [< ιταλ.-αγγλ. corno, γαλλ. cor] | |
| 25893 | κορόιδεμα | κο-ρόι-δε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κοροϊδία: Έχουν φάει πολύ ~ για ... Πβ. δούλεμα, καζούρα. | |
| 25894 | κοροϊδευτικός | , ή, ό κο-ροϊ-δευ-τι-κός επίθ.: που δηλώνει, εκφράζει κοροϊδία: ~ή: γκριμάτσα/διάθεση/φωνή. ~ό: βλέμμα/γέλιο/ύφος/χαμόγελο. ~ά: συνθήματα. Με/σε ~ό τόνο. ~ά και ειρωνικά σχόλια. Πβ. περιγελαστ-, περιπαικτ-, σατιρ-, σκωπτ-ικός. ● επίρρ.: κοροϊδευτικά | |
| 25895 | κοροϊδεύω | κο-ροϊ-δεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κορόιδευ-α, κορόιδε-ψα, κοροϊδεύ-οντας} 1. αποδοκιμάζω κάποιον με λόγια, κινήσεις ή μορφασμούς που έχουν χαρακτήρα εμπαιγμού, διακωμώδησης και γελοιοποίησης: Τον ~αν οι συμμαθητές του/στο σχολείο επειδή ... Την ~αν για το βάρος/την εμφάνισή της. Πβ. εμπαίζω, περι-γελώ, -παίζω.|| Σταμάτα να ~εις! Πβ. μυκτηρίζω, χλευάζω. 2. εξαπατώ: (επιτατ.) Δεν έχεις καταλάβει ότι σε ~ει κανονικά τόσο καιρό; Τους ~αν με ψεύτικες υποσχέσεις. Με ~ψε και μου έφαγε τα λεφτά. Ποιον πας να ~ψεις; Μέχρι πότε θα ~εις τον κόσμο; ΣΥΝ. δουλεύω (3), ξεγελώ, πιάνω κάποιον κορόιδο ● ΦΡ.: όποιος κοροϊδεύει τους άλλους, κοροϊδεύει τα μούτρα του (προφ.): παιδική φράση ως απάντηση σε κοροϊδία., τον κοροϊδεύει μες στα μούτρα του/μπροστά στα μάτια του/κατάμουτρα βλ. μούτρο | |
| 25896 | κοροϊδία | κο-ροϊ-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. αποδοκιμασία προσώπου με σκοπό τη διακωμώδηση και γελοιοποίησή του: Έγινε αντικείμενο/στόχος λοιδορίας και ~ας. Άρχισαν τις ~ες σε βάρος του. Πβ. δούλεμα, εμπαιγμός, καζούρα, κράξιμο, μυκτηρισμός, περίπαιγμα, χλευασμός, χλεύη. 2. εξαπάτηση: το αποκορύφωμα/μέγεθος της ~ας. Ψέματα και ~ες. Τέρμα/φτάνει πια η ~! Το πράγμα έχει καταντήσει ~! Πβ. ξεγέλασμα. | |
| 25897 | κοροϊδίστικος | , η, ο κο-ροϊ-δί-στι-κος επίθ. (προφ.): που χάνεται, δίνεται ή γίνεται άσκοπα: ~ο: γκολ (: που δέχτηκε ένας τερματοφύλακας, ενώ μπορούσε να αποκρούσει την μπάλα). Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: κοροϊδίστικα ● ΣΥΜΠΛ.: πεταμένα/τζάμπα/κοροϊδίστικα λεφτά βλ. λεφτά | |
| 25898 | κορόιδο | κο-ρόι-δο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) αφελές, ευκολόπιστο άτομο, θύμα εξαπάτησης ή εμπαιγμού: Είσαι μεγάλο ~. Πλήρωνε ~! Μα για τόσο ~ με περνάς; Για ~α ψάχνεις; Πβ. χάπατο. ΣΥΝ. μυγοχάφτης (2) 2. παιχνίδι κατά το οποίο δύο τουλάχιστον παίκτες πετούν μεταξύ τους μια μπάλα, ενώ ένας τρίτος προσπαθεί να την πιάσει, για να αλλάξει θέση με τον παίκτη από τον οποίο την έκλεψε. Βλ. κρυφτό, κυνηγητό. ● Υποκ.: κοροϊδάκι (το): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: κοροϊδάρα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: εις υγείαν/στην υγεία των κορόιδων/του κορόιδου (ειρων.): σε βάρος κάποιων αφελών ατόμων, που γίνονται θύματα εκμετάλλευσης: Τρώνε και πίνουν ~ ~. Μια χαρά περνάει αυτός, ~ ~ που του στέλνουν χρήματα!, πιάνω κάποιον κορόιδο (προφ.): τον εκμεταλλεύομαι, τον εξαπατώ: Μ' έπιασε ~ και μου πούλησε ψεύτικα κοσμήματα (πβ. με πιάνουν κότσο). Πιάστηκε ~. ΣΥΝ. κοροϊδεύω (2), κάνει την πάπια/το κορόιδο βλ. πάπια [< *κουρόγιδο] | |
| 25899 | κορομηλιά | κο-ρο-μη-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο, οπωροφόρο δέντρο (επιστ. ονομασ. Prunus insititia) με τριχωτά κλαδιά, μεγάλα οδοντωτά φύλλα, λευκά άνθη και εδώδιμους καρπούς (κορόμηλα). ΣΥΝ. τζανεριά | |
| 25900 | κορόμηλο | κο-ρό-μη-λο ουσ. (ουδ.): ο εδώδιμος σφαιρικός καρπός της κορομηλιάς με κόκκινο, κιτρινωπό ή πράσινο χρώμα και γλυκιά ή γλυκόξινη αρωματική γεύση. ΣΥΝ. μπουρνέλα (2), τζάνερο ● ΦΡ.: (πάει/πέφτει/τρέχει) το δάκρυ κορόμηλο/κορόμηλο το δάκρυ (προφ.-συνήθ. ειρων.): για ατελείωτα δάκρυα, ως ένδειξη μεγάλης συγκίνησης ή στενοχώριας: Βλέπει μια ταινία μελό και πέφτει ~ ~! Και να το δάκρυ ~ ... [< μεσν. κορόμηλον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ