Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26620-26640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25901κορόνακο-ρό-να ουσ. (θηλ.) 1. στέμμα ή γενικότ. κάθε παρόμοιο κόσμημα κεφαλής: βασιλική/χρυσή ~. Εθνόσημο/θυρεός με ~. Πβ. διάδημα. Βλ. τιάρα. 2. ΙΑΤΡ. (κοινό) στεφάνη: μεταλλική/πορσελάνινη ~. ΣΥΝ. θήκη (2) 3. ΜΟΥΣ. σημάδι που δηλώνει ότι πρέπει να παραταθεί η διάρκεια της νότας ή της παύσης πάνω από την οποία σημειώνεται· συνεκδ. παρατεταμένη διάρκεια της φωνής σε ένα σημείο της μελωδίας: Έβγαλε μια ~. ΣΥΝ. κορωνίδα (5) 4. ΤΕΧΝΟΛ. οδοντωτός τροχός: βιδωτή ~ ρολογιού (πβ. κουρδιστήρι). ~ στο διαφορικό αυτοκινήτου. Βλ. κοχλίας, πηνίο. 5. βασική νομισματική μονάδα ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών: ~ Δανίας/Ισλανδίας/Νορβηγίας/Σλοβακίας/Σουηδίας/Τσεχίας.κορόνες (οι) (μτφ.): μεγαλοστομίες, πομπώδη λόγια: ανέξοδες/αντιπολεμικές/δημαγωγικές/εθνικιστικές/προεκλογικές ~. Εκτόξευσε/πέταξε πατριωτικές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακό στέμμα βλ. ηλιακός ● ΦΡ.: (βάζω/έχω κάποιον) κορόνα στο κεφάλι μου: (συχνά ειρων. για τον/την σύζυγο) τον εκτιμώ και τον φροντίζω πολύ., κορόνα (ή) γράμματα βλ. γράμμα, παίζω κάτι κορόνα (ή) γράμματα βλ. γράμμα [< μεσν. κορόνα < αρχ. κορώνη ‘κυρτό αντικείμενο’, ιταλ. corona 2,4: αγγλ. crown – παλαιότ. ορθογρ. κορώνα]
58689κορονοϊός& κορωνοϊός & (σπανιότ.) κοροναϊός: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κάθε είδος μεταδοτικού ιού της οικογένειας Coronaviridae, με φωτεινό στέμμα στην περιφέρειά του, το γονιδίωμα του οποίου αποτελείται από ένα μονοκλωνικό ριβονουκλεϊκό οξύ (RNA) και προκαλεί κυρίως λοιμώξεις του αναπνευστικού στον άνθρωπο, γρίπη σε πτηνά, γαστρεντερίτιδα σε χοίρους και ηπατίτιδα σε ποντίκια.|| Νόσος του κορονοϊού COVID-19: σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο coronavirus 2 του γένους betacoronavirus: νέα μετάλλαξη/υποπαραλλαγή της Όμικρον. [< αγγλ. coronavirus, 1968, γαλλ. ~, περ. 1970, ιταλ. ~, 1990, COVID-19, 2020]
25902κοροπλαστικήκο-ρο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (στην αρχαιότητα) η τέχνη της κατασκευής πήλινων αγαλματιδίων, ειδωλίων: ελληνιστική ~. Έργα/εργαστήρια ~ής. Βλ. τερακότα, -πλαστική.
25903κόρος1κό-ρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κορεσμός. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κατά κόρον: σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό: Ουσίες που χρησιμοποιούνται ~ ~ από ... [< αρχ. κόρος]
25904κόρος2κό-ρος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του όγκου ενός πλοίου, ίση με 2,83 κυβικά μέτρα: ~οι ολικής χωρητικότητας. Βλ. τόνος. [< μτγν. κόρος]
25905κορούνδιοκο-ρούν-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΟΡΥΚΤ. ορυκτό οξείδιο του αλουμινίου, πολύ σκληρό και κρυσταλλικό, κάποιες ποικιλίες του οποίου είναι πολύτιμοι λίθοι (όπως το ζαφείρι και το ρουμπίνι), ενώ στη συνθετική μορφή του χρησιμοποιείται ως λειαντικό: φυσικό ~.|| Τεχνητό ~. Σφουγγάρι ~ίου. Πβ. αλουμίνα. [< αγγλ. corundum]
25906κορπορατισμόςκορ-πο-ρα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία σύμφωνα με την οποία οι επαγγελματικές ενώσεις (συντεχνίες) θεωρούνται βασική δομή της οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης: κρατικός ~. Βλ. λόμπι, συνδικάτο, συντεχνιασμός, -ισμός. ΣΥΝ. συντεχνιοκρατία [< γαλλ. corporatisme, 1911]
25907κόρπουςκόρ-πους ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. κόρπορα}: ΓΛΩΣΣ. σώμα κειμένων. [< αγγλ. corpus, 1956, γαλλ. ~, 1961]
25908κορσάζκορ-σάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. γυναικείο ένδυμα που καλύπτει το στήθος και την κοιλιά: βελούδινο/δαντελωτό/εφαρμοστό/στενό ~. Πβ. μπούστο. 2. μικρή σύνθεση λουλουδιών που στολίζει γυναικείο ένδυμα στο ύψος περ. του ώμου ή φοριέται στον καρπό του χεριού σε επίσημη τελετή, κυρ. γαμήλια. Βλ. κουάφ, μπουτονιέρα. [< γαλλ. corsage]
25909κορσέςκορ-σές ουσ. (αρσ.) 1. εφαρμοστό, σφιχτό γυναικείο εσώρουχο που καλύπτει τον κορμό και φοριέται με σκοπό να τον δείχνει πιο αδύνατο και στητό ή για λόγους υγείας: δερμάτινος/ελαστικός/στράπλες ~. ~ από δαντέλα/μετάξι. ~ με κορδόνια/φερμουάρ. ~ και ζαρτιέρες. ~ αδυνατίσματος/λιποαναρρόφησης. Ολόσωμοι ~έδες. ~έδες χωρίς ελάσματα. Βλ. λαστέξ.|| (ΙΑΤΡ.) Ειδικός ~ (: σε περιπτώσεις πλαστικής χειρουργικής). 2. (μτφ.) οτιδήποτε ασκεί πίεση σε κάποιον, εμποδίζοντάς τον να δράσει ελεύθερα: οικονομικός ~. Βλ. -ές. ● Υποκ.: κορσεδάκι (το): ατη σημ. 1. ● ΦΡ.: στενός κορσές (μτφ.): φορτικό άτομο ή πιεστικό ζήτημα από το οποίο δύσκολα μπορεί κάποιος να απαλλαγεί: Μου έχει γίνει ~ ~ (= βεντούζα, κολλιτσίδα).|| Εγκλωβισμένοι στον ~ό ~έ των αγορών. [< γαλλ. corset]
25910κορτάκιαςκορ-τά-κιας ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-προφ.): άνδρας που συνηθίζει να φλερτάρει, να ερωτοτροπεί. Πβ. γκομενάκιας, γυναικάς, δον Ζουάν, ερωτιάρης, ερωτύλος, καζανόβας. Βλ. -άκιας.
25911κορτάρωκορ-τά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κόρταρε κ. κορτάριζε, συνήθ. στο ενεστ. θ.} (παλαιότ.-προφ.): φλερτάρω, ερωτοτροπώ.
25912κόρτεκόρ-τε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.-προφ.): φλερτ, φλερτάρισμα: επίμονο ~. Της κάνει ~. Πβ. ερωτοτροπία. [< ιταλ. (fare la) corte]
25913κορτιζόληκορ-τι-ζό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. στεροειδής ορμόνη (σύμβ. C21H30O5) που παράγεται από τον επινεφριδικό φλοιό και επιδρά στη ρύθμιση της γλυκόζης, των πρωτεϊνών και των λιπιδίων: ελεύθερη ~. Απελευθέρωση/έκκριση ~ης. Συγκέντρωση ~ης στα ούρα/στο πλάσμα. Η γλυκαγόνη, η επινεφρίνη και η ~ είναι αντιρροπιστικές ορμόνες. Το στρες αυξάνει τα επίπεδα ~ης στο αίμα. Πβ. υδροκορτιζόνη. Βλ. -όλη. [< αγγλ. cortisol < cortis(one) + -ol, 1951, γαλλ. ~, 1961]
25914κορτιζόνηκορ-τι-ζό-νη ουσ. (θηλ.) : ΒΙΟΧ. στεροειδής ορμόνη (σύμβ. C21H28O5) που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική για την αντιφλεγμονώδη δράση της: (στον οργανισμό:) υψηλά/χαμηλά επίπεδα ~ης. Έκκριση ~ης (στα επινεφρίδια).|| (ως φάρμακο:) Εισπνεόμενη/ενέσιμη ~. Χάπια ~ης. Παίρνω/χορηγείται ~. Βλ. γλυκοκορτικοειδή, υδρο~, -όνη. [< αγγλ. cortisone, 1949, γαλλ. ~, 1950]
25915κορτιζονούχος, ος/α, ο [κορτιζονοῦχος] κορ-τι-ζο-νού-χος επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που περιέχει κορτιζόνη: ~ος/~α: ένεση/κρέμα. ~ο: κολλύριο. ~ες: αλοιφές. ~α: σκευάσματα/φάρμακα. Βλ. -ούχος2.
25916κορτικοειδή[κορτικοειδῆ] κορ-τι-κο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κορτικοειδές}: ΒΙΟΧ. κορτικοστεροειδή. Βλ. αλατο~, γλυκο~. ΣΥΝ. στεροειδή [< αγγλ. corticoids, 1941, γαλλ. corticoïdes, 1946]
25917κορτικοστεροειδή[κορτικοστεροειδῆ] κορ-τι-κο-στε-ρο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κορτικοστεροειδές}: ΒΙΟΧ. φυσικές στεροειδείς ορμόνες παραγόμενες από τα επινεφρίδια, οι οποίες με τη μορφή φαρμάκου χρησιμοποιούνται ως αντιφλεγμονώδη, ανοσοκατασταλτικά και για τη θεραπεία ορμονικών παθήσεων: εισπνεόμενα/ενέσιμα/συστηματικά/τοπικά ~. Ήπιας ισχύος/ισχυρά ~. Δόσεις/εγχύσεις/παρενέργειες ~ών. Έλαβε ~ από το στόμα/σε δισκία. Αγωγή/θεραπεία με ~.|| (ως επίθ. στο θηλ.) ~είς: κρέμες. ΣΥΝ. κορτικοειδή [< αγγλ. corticosteroids, 1944, γαλλ. corticostéroïdes, 1951]
25918κορτικοστερόνηκορ-τι-κο-στε-ρό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κορτικοστεροειδές (σύμβ. C21H30O4) που δρα κυρ. ως γλυκοκορτικοειδές, συμμετέχοντας στον μεταβολισμό υδατανθράκων, καλίου και νατρίου· ορμόνη του στρες. Βλ. -όνη. [< γερμ. Corticosteron, 1936, αγγλ. corticosterone, 1937]
25919κορυβαντιώ[κορυβαντιῶ] κο-ρυ-βα-ντι-ώ ρ. (αμτβ.) {κορυβαντι-ά ...· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.-ειρων.): διακατέχομαι από παράφορο ενθουσιασμό. [< αρχ. κορυβαντιῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.