| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25920 | κορυδαλλός | κο-ρυ-δαλ-λός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό εντομοφάγο πτηνό (επιστ. ονομασ. Alauda arvensis), με καστανό ή γκρίζο φτέρωμα και χαρακτηριστικό λοφίο, το οποίο φτιάχνει τη φωλιά του στο έδαφος. Βλ. γαλιάντρα. ΣΥΝ. σιταρήθρα [< μτγν. κορυδαλλός] | |
| 25921 | Κορυδαλλός | Κο-ρυ-δαλ-λός (ο): δικαστικές φυλακές, οι οποίες βρίσκονται στον ομώνυμο δήμο της Αττικής: Μπήκε στον ~ό. | |
| 25922 | κόρυζα | κό-ρυ-ζα ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. μολυσματική και μεταδοτική ασθένεια των πουλερικών και των βοοειδών: γαγγραινώδης ~ (= καταρροϊκός πυρετός). 2. έντονη ρινική καταρροή. ΣΥΝ. συνάχι [< 2: αρχ. κόρυζα] | |
| 25923 | κόρυμβος | κό-ρυμ-βος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. είδος ταξιανθίας, τα άνθη της οποίας αναπτύσσονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τελικά να βρίσκονται όλα στο ίδιο επίπεδο. [< αρχ. κόρυμβος, γαλλ. corymbe, αγγλ. corymb] | |
| 25924 | κορύνα | κο-ρύ-να ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & κορίνα 1. ΑΘΛ. ξύλινο ή πλαστικό όργανο με μακρόστενη λαβή και κυλινδρική απόληξη, το οποίο οι αθλήτριες της ρυθμικής γυμναστικής ή οι ζογκλέρ πετούν ψηλά και πρέπει στη συνέχεια να το πιάσουν, χωρίς να τους πέσει κάτω· (συνεκδ.-στον πληθ.) το αντίστοιχο αγώνισμα ρυθμικής γυμναστικής: ~ες, μπάλα, σχοινάκι, στεφάνι και κορδέλα. Πρόγραμμα με ~ες.|| Ακροβατικά με ~ες.|| Αγωνίζεται στις ~ες. Πρώτη στις ~ες. Βλ. ανσάμπλ. || (σε παραολυμπιακούς αγώνες) Ρίψη της ~ας. Χρυσό μετάλλιο στην ~. 2. (στο μπόουλινγκ) καθένα από τα δέκα λευκά πλαστικά ή ξύλινα αντικείμενα σε σχήμα μπουκαλιού, που καλείται να ρίξει με ειδική μπάλα ο παίκτης. 3. πλαστικό κόκκινο ή πορτοκαλί κολονάκι που τοποθετείται μαζί με άλλα κατά μήκος του δρόμου κυρ. ως προειδοποιητικό σήμα: ~ες κυκλοφορίας/στάθμευσης. Πβ. κώνος. [< αρχ. κορύνα, κορύνη 1: αγγλ. club 2: αγγλ. pin] | |
| 25925 | κορυφαίος | , α, ο [κορυφαῖος] κο-ρυ-φαί-ος επίθ.: που βρίσκεται αξιολογικά στο ανώτερο σημείο, εξαιτίας των εξαιρετικών προσόντων του, της επίδοσης ή της πολύ μεγάλης προσφοράς του: ~ος: ερευνητής/συγγραφέας. ~α: εταιρεία/προσωπικότητα. ~ο: στέλεχος (επιχείρησης, κόμματος). ~οι: κατασκευαστές. Αναδείχθηκε/ανακηρύχθηκε ~ αθλητής της χρονιάς που πέρασε. Ανήκει/συγκαταλέγεται/συμπεριλαμβάνεται στη λίστα με τους ~ους ηθοποιούς.|| (ως ουσ.) Θεωρείται ο ~ στο είδος του/του είδους/του κλάδου (= κορυφή). Βράβευση των ~ων. Τιμήθηκαν οι ~οι της επιστήμης.|| (κατ' επέκτ.) ~α: διάκριση/επιλογή/στιγμή/τεχνολογία. ~ο: γεγονός/επίτευγμα/μοντέλο (αυτοκινήτου). ~ες: ανακαλύψεις/επιδόσεις/εφευρέσεις/μάρκες/προδιαγραφές. ~α: αποτελέσματα (ασφαλείας)/πανεπιστήμια. Προϊόντα ~ας ποιότητας. (προφ.) ~α: ατάκα. Πβ. ανεπανάληπτος, δεσπόζων, διακεκριμένος, εξαίρετος/ εξέχων, λαμπρός, ξεχωριστός, τοπ. ● Ουσ.: κορυφαίος (ο), κορυφαία (η): ΦΙΛΟΛ. ο επικεφαλής, ο προεξάρχων του χορού σε παράσταση αρχαίου δράματος. ● ΣΥΜΠΛ.: το πιο ψηλό/το κορυφαίο σκαλί βλ. σκαλί [< αρχ. κορυφαῖος] | |
| 25926 | κορυφή | κο-ρυ-φή ουσ. (θηλ.) & (προφ.) κορφή 1. το πιο ψηλό σημείο· ειδικότ. βουνοκορφή: ~ δέντρου/κεφαλιού/κτιρίου/κύματος/σελίδας. (ΒΟΤ.) ~ βλαστού (: η τρυφερή άκρη του). ΑΝΤ. βάση.|| Απότομη/γυμνή/επιβλητική/χιονισμένη/η ψηλότερη ~. ~ λόφου. Κατάκτηση μιας ~ής. Ανάβαση στην ~. Πβ. κορφοβούνι. Βλ. πλαγιά. 2. (μτφ.) το ανώτερο σημείο κλίμακας, ιεραρχίας: η μοναξιά της ~ής. Μάχη για την/πτώση από την ~. Ανεβαίνω/επιστρέφω/στοχεύω/συνεχίζω/φτάνω στην ~. Αμετάβλητη παρέμεινε η ~ της βαθμολογίας. Κατακτώ/πιάνω την ~ της επιτυχίας. Σταθερά στην ~. Πβ. Έβερεστ, ρετιρέ.|| (συνεκδ.-προφ., για πρόσ.) Είναι/θεωρείται ~ στον τομέα του (: ο καλύτερος, κορυφαίος· πβ. διάνοια, ιδιο-, μεγαλο-φυΐα). 3. ΓΕΩΜ. (σε πολύγωνο ή πολύεδρο) το σημείο όπου τέμνονται πλευρές ή ακμές και το οποίο βρίσκεται απέναντι από την πλευρά ή έδρα που θεωρείται βάση του: ~ κώνου/πυραμίδας/τριγώνου. ● κορυφής: που γίνεται σε επίπεδο αρχηγών ή γενικότ. υψηλά ιστάμενων προσώπων: συμφωνία/συνάντηση/συνδιάσκεψη/συνεργασία/σύνοδος ~ (: ηγεσίας κρατών). ● Υποκ.: κορυφούλα & κορφούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: κορυφή γωνίας: ΓΕΩΜ. το σημείο όπου ενώνονται οι δύο πλευρές της., Ευρωπαϊκό Συμβούλιο & (Ευρωπαϊκό) Συμβούλιο Κορυφής βλ. συμβούλιο, η κορυφή του παγόβουνου βλ. παγόβουνο, κατά κορυφήν γωνίες βλ. γωνία ● ΦΡ.: από την κορυφή ως τα νύχια & (προφ.) απ' την κορφή ως τα νύχια & (σπάν.-λόγ.) από κορυφής έως/μέχρις ονύχων: σε όλο το σώμα, παντού: Με κοιτούσε ~ ~ (: από πάνω μέχρι κάτω). Ακτινοβολούσε/έγινε μούσκεμα/έσταζε ~ ~. Πβ. πατόκορφα.|| Αλλαγές ~ ~., από την κορυφή ως τον πάτο βλ. πάτος, από την Πόλη έρχομαι και στην κορ(υ)φή κανέλα βλ. κανέλα [< 1: αρχ. κορυφή 2,3: γαλλ. sommet, αγγλ. summit] | |
| 25927 | κορυφογραμμή | κο-ρυ-φο-γραμ-μή ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΓΡ. η γραμμή που φαίνεται ότι σχηματίζουν οι κορυφές βουνού: απότομη/ομαλή ~. Διάσχιση ~ής. Πβ. ράχη, φρύδι.|| (ΟΙΚΟΔ.) ~ της στέγης (: διαμορφώνεται από δυο σειρές πλακών που στερεώνονται με κονίαμα). [< γαλλ. ligne de crête] | |
| 25928 | κορυφολόγος | κο-ρυ-φο-λό-γος ουσ. (αρσ.) & κορφολόγος: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα αποκορύφωσης γάλακτος. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. cream separator] | |
| 25929 | κορύφωμα | κο-ρύ-φω-μα ουσ. (ουδ.): αποκορύφωμα, κορύφωση. [< μτγν. κορύφωμα] | |
| 5526 | κορυφώνομαι | [ἀπογειώνω] α-πο-γει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {απογείω-σα, απογειώ-θηκα, -μένος, απογειών-οντας, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. (για πιλότο) κάνω τους κατάλληλους χειρισμούς σε αεροσκάφος, ώστε να εγκαταλείψει το έδαφος και να πετάξει: Το αεροπλάνο είχε ~θεί από το αεροδρόμιο, όταν ... Βλ. τροχοδρομώ.|| Προσδεθείτε, ~όμαστε! ΑΝΤ. προσγειώνω (1), προσεδαφίζω 2. (μτφ.) ανεβάζω σε υψηλά επίπεδα, αυξάνω: ~θηκαν οι πωλήσεις/οι τιμές (πβ. εκτινάσσεται/εκτοξεύεται στα ύψη). Η στρατηγική της εταιρείας ~σε τα κέρδη.|| Η δημοτικότητά του έχει ~θεί (πβ. κορυφώνομαι, ΑΝΤ. κατρακυλώ). Η καριέρα της έχει ~θεί (πβ. βρίσκομαι στο ζενίθ, βλ. σκίζω). Eικόνες που ~ουν τη φαντασία (βλ. κεντρίζω). Το κέφι ~θηκε. 3. (μτφ.-προφ.) συγκινώ, ενθουσιάζω, συναρπάζω: Γεύσεις που σε ~ουν! Μας ~σε με τα τραγούδια της! ~μένη: διάθεση (= ανεβασμένη). Είμαι/νιώθω ~μένος (: είμαι στα πάνω μου/στα χάι μου, πετώ στον έβδομο ουρανό)! Πβ. μαγεύω. [< γαλλ. décoller, 1907, αγγλ. take off] | |
| 25930 | κορυφώνω | κο-ρυ-φώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κορύφω-σα, κορυφώ-θηκε, -μένος, κορυφών-οντας} 1. {συνήθ. μεσοπαθ., στο γ' πρόσ.} οδηγώ κάτι (θετικό ή αρνητικό) στο ύψιστο σημείο: ~σε τους τόνους της αντιπαράθεσης. Τους κατηγόρησε για επεκτατισμό, ~οντας την ένταση. ΣΥΝ. κλιμακώνω.|| ~εται η αγανάκτηση/ο αγώνας/η διαμάχη/η ένταση/η έξοδος των εκδρομέων/η κόντρα/η κρίση/ο πόλεμος/ο (απεργιακός) πυρετός/το σασπένς (: φτάνει στο ζενίθ). ~ονται οι διαβουλεύσεις/οι προετοιμασίες. ~θηκε το ενδιαφέρον/το πρόβλημα. Οι κινητοποιήσεις θα ~θούν με πανελλαδικό συλλαλητήριο. Με ~μένη την αγωνία/περιέργεια ... ΣΥΝ. αποκορυφώνω 2. φτάνω σε οργασμό. Πβ. εκσπερματώνω. [< αρχ. κορυφοῦμαι, μτγν. κορυφῶ] | |
| 25931 | κορύφωση | κο-ρύ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. το ύψιστο σημείο, ο ανώτατος βαθμός ή το σημαντικότερο γεγονός: ~ του καύσωνα/των κινητοποιήσεων (= κλιμάκωση)/των τιμών. (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ του Θείου Δράματος (= η Σταύρωση). Συνεχίζονται οι αποκριάτικες εκδηλώσεις με ~ την παρέλαση του καρνάβαλου. Η αγωνιστική περίοδος βρίσκεται/έφτασε/πλησιάζει στην ~ή της. Πβ. απόγειο, αποθέωση, αποκορύφωμα, ζενίθ, κολοφώνας, το άκρον άωτον.|| (συνεκδ., ό,τι αποτελεί αποκορύφωση:) Ταινία χωρίς δραματικές ~ώσεις (ενν. της δράσης). Βραδιά με μουσικές και συναισθηματικές ~ώσεις (πβ. ένταση, έξαρση, κρεσέντο). 2. οργασμός: ερωτική/σεξουαλική ~. Διέγερση και ~. Η στιγμή της ~ης. Πβ. εκσπερμάτωση. [< 1: μτγν. κορύφωσις ‘κορυφή, έπαρση’] | |
| 25932 | κορφάδες | κορ-φά-δες ουσ. (θηλ.) (οι) (λαϊκό) 1. οι τρυφερές άκρες των βλαστών εδώδιμων φυτών· ειδικότ. κολοκυθοκορφάδες: ~ ρίγανης. (σε συνταγή:) Τσιγαρίζετε τις ~. 2. (λογοτ.) κορυφές: ~ των βουνών/των δέντρων. [< αρχ. κορυφάς] | |
| 25933 | κορφή | βλ. κορυφή | |
| 25934 | κορφιάς | κορ-φιάς ουσ. (αρσ.) {κορφιάδες} (λαϊκό): (στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική) κεντρικό μακρύ οριζόντιο δοκάρι κατά μήκος της κορυφής της στέγης. | |
| 25935 | κορφιάτικος | , η, ο κορ-φιά-τι-κος επίθ. (ιδιωμ.): κερκυραϊκός. Βλ. -ιάτικος. [< μεσν. κορφιάτικος] | |
| 25936 | κορφοβούνι | κορ-φο-βού-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): βουνοκορφή. | |
| 25937 | κορφολόγημα | κορ-φο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κορφολογώ: (μτφ.) ~ κειμένων/από ποιήματα (: συλλογή από τα καλύτερα). | |
| 25938 | κορφολόγος | βλ. κορυφολόγος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ