| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25939 | κορφολογώ | [κορφολογῶ] κορ-φο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {κορφολογ-εί, -ώντας | κορφολόγ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος} 1. κόβω τις κορυφές βλαστών φυτού, κυρ. για να δυναμώσει: ~ούνται οι ανθοφόροι μίσχοι. 2. (μτφ.) επιλέγω το καλύτερο: ~ώντας στίχους/στοχασμούς. ~ στιγμές από τη ζωή και την καριέρα του. Βλ. -λογώ. [< μεσν. κορφολογώ] | |
| 25940 | κόρφος | κόρ-φος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): στήθος, αγκαλιά: Έσφιξε/νανούρισε το μωρό στον ~ο της. Έγειρε στον ~ο του (= στο στέρνο του). ΣΥΝ. κόλπος1 (4) ● ΦΡ.: φίδι στον κόρφο μου (προφ.): άτομο του στενού μου περιβάλλοντος που αποδεικνύεται ανάξιο εμπιστοσύνης: Πού να ξέρω ότι έτρεφα/ζέσταινα ~ ~;, φτύνω τον κόρφο μου & φτύνω/φτου στον κόρφο μου (προφ.): προκειμένου να εξορκιστεί η κακοτυχία ή (μτφ.-ειρων.) κάτι ανεπιθύμητο: Χτυπάει ξύλο και ~ει ~ του., ούτε ψύλλος στον κόρφο του βλ. ψύλλος [< μεσν. κόρφος] | |
| 25942 | κορωνέικη | κο-ρω-νέ-ι-κη επίθ./ουσ.: ΒΟΤ. ελληνική ποικιλία ελιάς με πολύ μικρούς καρπούς, δύσκολη στην καλλιέργεια, με άριστη προσαρμογή στο μικροκλίμα και υψηλή απόδοση, που δίνει αρωματικό, εξαιρετικής ποιότητας λάδι. | |
| 25943 | Κορώνη | Κο-ρώ-νη ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: έχει μπάρμπα στην Κορώνη βλ. μπάρμπας | |
| 25944 | κορωνίδα | κο-ρω-νί-δα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ος} 1. (μτφ.) το πιο σημαντικό μέρος, αποκορύφωμα: η ~ των επιστημών/ενός έργου/του πολιτισμού/των προσπαθειών κάποιου/μιας συλλογής. Η διαστημική εξερεύνηση θεωρείται από πολλούς η ~ της ανθρώπινης αναζήτησης. Πβ. επιστέγασμα. 2. κορυφή, άκρο οικοδομήματος. ΑΝΤ. βάση (1), θεμέλιο (1) 3. ΑΡΧΙΤ. γείσο: ~ στέγης. Επισκευή ~ας. 4. ΓΡΑΜΜ. (στα αρχαία Ελληνικά) το σημείο της κράσης, όμοιο με αυτό της ψιλής. 5. ΜΟΥΣ. κορόνα. [< αρχ. κορωνίς] | |
| 58771 | κορωνοϊός | βλ. κορονοϊός | |
| 25945 | κορώνω | κο-ρώ-νω ρ. (αμτβ.) {κόρω-σα} (λαϊκό) 1. εξαγριώνομαι, εξοργίζομαι: ~σε με την αναίδειά του/από θυμό. Πβ. εξάπτομαι. 2. διεγείρομαι σεξουαλικά, ερεθίζομαι. 3. ζεσταίνομαι πολύ: ~ει και ιδρώνει. ΣΥΝ. καψώνω (1) ● κορώνει: αυξάνει σε ένταση ή/και σε μέγεθος, δυναμώνει: ~σε η φωτιά. ● ΦΡ.: ανάβει και κορώνει (μτφ.): φουντώνει: ~ ~ το μίσος/η συζήτηση. Το γλέντι ~ ~.|| (για πρόσ.) Άναψε και ~σε (= νευρίασε). | |
| 25946 | κόσα | κό-σα ουσ. (θηλ.) & κοσιά (παλαιότ.-λαϊκό): δρεπάνι με μακριά ξύλινη λαβή. [< σλαβ. kos, βουλγ. kosa] | |
| 25947 | κοσάρι | βλ. εικοσάρικο | |
| 25948 | κοσάρικο | βλ. εικοσάρικο | |
| 25949 | κοσκινάς | κο-σκι-νάς ουσ. (αρσ.) , κοσκινού (η) (παλαιότ.): κατασκευαστής κόσκινων. Βλ. -άς. ● ΦΡ.: (βάζει) και η μυλωνού/η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες βλ. μυλωνού [< μεσν. κοσκινάς] | |
| 25950 | κοσκινίζω | κο-σκι-νί-ζω ρ. (μτβ.) {κοσκίνι-σα, κοσκινί-σει, -στηκε, -σμένος, κοσκινίζ-οντας} 1. τοποθετώ υλικό αποτελούμενο από μικρούς κόκκους σε κόσκινο και κουνώ το σκεύος αριστερά και δεξιά, ώστε να καθαριστεί από τα ξένα σώματα: (σε συνταγές:) ~ουμε το κακάο. ~σμένο: αλεύρι/σιτάρι. 2. (μτφ.) υποβάλλω κάτι σε λεπτομερή έλεγχο, το ερευνώ εξονυχιστικά: Είναι αποφασισμένος να ~σει την υπόθεση. Η περιοχή ~στηκε από τους αστυνομικούς. ~οντας τη διαδικασία/τις διατάξεις ... Πβ. λεπτολογώ, χτενίζω, ψιλο~. ΣΥΝ. περνώ από (ψιλό) κόσκινο ● κοσκινίζει (μτφ.-προφ.): έχει κραδασμούς, τρέμει: Το τιμόνι ~ στις μεγάλες ταχύτητες/σε χωματόδρομο. ● ΦΡ.: όποιος δεν θέλει/βαριέται να ζυμώσει, πέντε/δέκα μέρες κοσκινίζει βλ. ζυμώνω [< μτγν. κοσκινίζω] | |
| 25951 | κοσκίνισμα | κο-σκί-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {κοσκινίσμ-ατος} & κοσκίνιση (η) 1. πέρασμα υλικού από κόσκινο για απομάκρυνση των ξένων σωμάτων: ~ του αλευριού/των δημητριακών/του σταριού. (σε συνταγές:) ~ της ζάχαρης άχνης/του κακάο.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Ξηρό/υγρό ~ (ιζήματος). Εγκαταστάσεις ~ατος. Μηχανήματα διαλογής και ~ατος. 2. (μτφ.) εξονυχιστική έρευνα: ~ πληροφοριών. Θα γίνει ~ όλων των στοιχείων. 3. (μτφ.-προφ.) αστάθεια, τρέμουλο: ~ του τιμονιού. Πβ. κραδασμός. [< 1: μεσν. κοσκίνισις] | |
| 25952 | κόσκινο | κό-σκι-νο ουσ. (ουδ.): σκεύος με στρογγυλό πλαίσιο και διάτρητη βάση ή πλέγμα, όπου ρίχνονται συνήθ. κοκκώδη υλικά, για να διαχωριστούν από ξένα σώματα: λεπτό/ξύλινο/χοντρό/ψιλό ~. ~ αλευριού. Η διάμετρος/οι οπές του ~ου. Πβ. κρησάρα, σήτα. Βλ. σουρωτήρι.|| (ΤΕΧΝΟΛ., αντίστοιχο μηχάνημα:) Βιομηχανικά/δονούμενα/εργαστηριακά/μηχανικά/περιστρεφόμενα ~α. ~α για καθαρισμό και διαλογή αδρανών υλικών. Φίλτρα-~α. Κοκκομετρική ανάλυση με ~α. ● Υποκ.: κοσκινάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μοριακό κόσκινο: ΧΗΜ. πορώδης κρυσταλλική ουσία, ικανή να απορροφήσει μικρά μόρια αερίων και υγρών: Οι ζεόλιθοι είναι ~ά ~α. [< αγγλ. molecular sieve, 1926] , το κόσκινο του Ερατοσθένη: ΜΑΘ. αλγόριθμος για την εύρεση όλων των πρώτων αριθμών από το ένα μέχρι κάποιον δεδομένο φυσικό αριθμό ν. ● ΦΡ.: βάλε κόσκινο (προφ.-ειρων.): για ντροπαλό, συνεσταλμένο άτομο: Αν ντρέπεσαι, να βάλεις ~., καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω/καινούργιο είναι το κόσκινο, ψηλά είναι κρεμασμένο (παροιμ.): για την υπερβολική φροντίδα, αδυναμία που δείχνουμε σε πρόσφατο απόκτημα και κατ' επέκτ. σε νέα γνωριμία, σχέση., κάνω κάποιον/κάτι κόσκινο (προφ.): το(ν) κατατρυπώ με σφαίρες. ΣΥΝ. γαζώνω (2), παλιά μου τέχνη κόσκινο (παροιμ.): για την εμπειρία ή επιδεξιότητα κάποιου σε ορισμένο τομέα., περνώ από (ψιλό) κόσκινο (μτφ.): υποβάλλω κάποιον ή κάτι σε εξονυχιστική εξέταση: Από ψιλό κόσκινο θα περάσουν οι εξεταζόμενοι/οι φορολογικές δηλώσεις. ΣΥΝ. κοσκινίζω (2) [< αρχ. κόσκινον] | |
| 25953 | κοσμαγάπητος | , η, ο κο-σμα-γά-πη-τος επίθ.: πολύ αγαπητός στον κόσμο: ~ος: ηθοποιός/συγγραφέας. ~οι: καλλιτέχνες.|| ~ο: βιβλίο. ~α: τραγούδια. Πβ. δημο-, λαο-φιλής. | |
| 25954 | κοσμάκης | κο-σμά-κης ουσ. (αρσ.) (προφ.): ο απλός κόσμος, κυρ. τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα: φτωχός ~. Τι φταίει ο αθώος ~; Πβ. λαός, λαουτζίκος, ο πολύς (ο) κόσμος. ● ΦΡ.: κόσμος και κοσμάκης (εμφατ.): πάρα πολλοί άνθρωποι ανεξαρτήτως προέλευσης: Μαζεύτηκε ~ ~. Έχει γνωρίσει ~ο και ~η. Πβ. κόσμος και ντουνιάς. | |
| 25955 | κοσμάρα | (η) βλ. κόσμος | |
| 25956 | κοσμετική | βλ. κοσμητική | |
| 25957 | κοσμετικός | , ή, ό βλ. κοσμητικός | |
| 25958 | κοσμετολογία | κο-σμε-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & κοσμητολογία: κλάδος που ασχολείται με την παρασκευή, παραγωγή και χρήση των καλλυντικών: Αιθέρια έλαια/βότανα/φρούτα που χρησιμοποιούνται στην ~. Βλ. αισθητική, αντιγήρανση, αρωματοποιία, κοσμητική, μακιγιάζ, -λογία. [< γαλλ. cosmétologie, αγγλ. cosmetology] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ