| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25959 | κοσμετολόγος | κο-σμε-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & κοσμητολόγος: ειδικός στην κοσμετολογία: αισθητικός-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. cosmétologue, 1896, αγγλ. cosmetologist, 1926] | |
| 25960 | κόσμημα | κό-σμη-μα ουσ. (ουδ.) {κοσμήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. μικρό αντικείμενο από πολύτιμα μέταλλα και λίθους, φτιαγμένο με τέχνη, το οποίο φοριέται ως στολίδι: καλλιτεχνικό ~. Ανδρικά/γυναικεία/παιδικά ~ατα. Ακριβά/αρχαία/ασημένια/βαριά/κρεμαστά/μοντέρνα/παραδοσιακά/χειροποίητα/χρυσά/ψεύτικα (= φο-μπιζού) ~ατα. Οικογενειακά ~ατα ανεκτίμητης αξίας. Απομιμήσεις/έκθεση/εργαστήριο ~άτων.|| (κατ' επέκτ.) Ρολόι-~. Πβ. μπιζού. Βλ. βραχιόλι, δαχτυλίδι, κολιέ, σκουλαρίκι. 2. (μτφ.) οτιδήποτε εξαιρετικά όμορφο, υψηλής ποιότητας και αισθητικής: ~ της αρχιτεκτονικής/της τεχνολογίας. (ως παραθετικό σύνθ.) Κτίριο/πλατεία-~ (= κομψοτέχνημα). Κάστρο/λίμνη που αποτελεί/θεωρείται το ~ της περιοχής. Πβ. αριστούργημα, στολίδι.|| (σπάν., για πολύ αξιόλογο πρόσ.) Ήταν πραγματικό ~ για την ελληνική δημοσιογραφία. Πβ. καμάρι, καύχημα. 3. διακοσμητικό μοτίβο: αρχιτεκτονικά/τυπογραφικά ~ατα. [< αρχ. κόσμημα ‘στολίδι’] | |
| 25961 | κοσμηματοθήκη | κο-σμη-μα-το-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη για τη φύλαξη κοσμημάτων. Πβ. κασετίνα. Βλ. -θήκη. ΣΥΝ. μπιζουτιέρα | |
| 25962 | κοσμηματοποιία | κο-σμη-μα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η τέχνη της δημιουργίας κοσμημάτων· συνεκδ. η αντίστοιχη βιοτεχνία: είδη/εργαστήριο ~ας. Βλ. αργυρο-, χρυσο-χοΐα, -ποιία. [< γαλλ. joaillerie] | |
| 25963 | κοσμηματοποιός | κο-σμη-μα-το-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): κατασκευαστής κοσμημάτων. Βλ. αργυρο-, χρυσο-χόος, -ποιός. | |
| 25964 | κοσμηματοπωλείο | [κοσμηματοπωλεῖο] κο-σμη-μα-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης κυρ. κοσμημάτων αλλά και ρολογιών και ειδών δώρων-διακόσμησης, συνήθ. από πολύτιμο μέταλλο. Πβ. χρυσοχοείο. Βλ. -πωλείο. [< γαλλ. bijouterie] | |
| 25965 | κοσμηματοπώλης | κο-σμη-μα-το-πώ-λης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης κοσμηματοπωλείου. Πβ. χρυσοχόος. Βλ. -πώλης. [< γαλλ. bijoutier] | |
| 25966 | κόσμηση | κό-σμη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διακόσμηση, στολισμός. [< αρχ. κόσμησις] | |
| 25967 | κοσμητεία | κο-σμη-τεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ) 1. διοικητικό όργανο Πανεπιστημιακής Σχολής, το οποίο απαρτίζεται από τον Κοσμήτορα, τους Προέδρους των Τμημάτων και έναν εκπρόσωπο των φοιτητών κάθε Τμήματος· συνεκδ. ο χώρος όπου εδρεύει το αντίστοιχο όργανο: ανακοίνωση/συνεδρίαση της ~ας. Τα μέλη/το συμβούλιο της ~ας. Με απόφαση/εισήγηση της ~ας ...|| Η γραμματεία της ~ας. Βλ. πρυτανεία, σύγκλητος. 2. το αξίωμα του κοσμήτορα· συνεκδ. το χρονικό διάστημα της θητείας του ή το γραφείο του: εκλογές για την ~.|| Επί ~ας του ... [< πβ. μτγν. κοσμητεία ‘το αξίωμα του κοσμήτορα’, γερμ. Dekanat, γαλλ. décanat] | |
| 25968 | κοσμητική | κο-σμη-τι-κή ουσ. (θηλ.) & κοσμετική: κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τις μεθόδους που αποσκοπούν στη διατήρηση ή/και βελτίωση της ομορφιάς του προσώπου και του σώματος. Πβ. αισθητική. Βλ. κοσμετολογία, αισθητική/κοσμητική ιατρική. [< αρχ. κοσμητική (τέχνη) ‘η τέχνη της τακτοποίησης’, αγγλ. cosmetic] | |
| 25969 | κοσμητικός | , ή, ό κο-σμη-τι-κός επίθ. 1. & (σπάν.) κοσμετικός: που σχετίζεται με την κοσμητική: ~ός: χειρουργός. ~ή: δερματολογία/οδοντιατρική. ~οί: φακοί επαφής (= έγχρωμοι). ~ές: επεμβάσεις (στον μαστό· πβ. πλαστική)/θεραπείες/ουσίες. Μέθοδος που προσφέρει άριστο ~ό αποτέλεσμα. Τεχνικές λέιζερ που χρησιμοποιούνται για ~ούς λόγους/σκοπούς. Πβ. αισθητ-, επανορθωτ-ικός. 2. (λόγ.) διακοσμητικός: κατασκευαστικές και ~ές αλλαγές. ● Ουσ.: κοσμητικά (τα): προϊόντα ομορφιάς, καλλυντικά: βιομηχανία φαρμάκων και ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: κοσμητικά επίθετα 1. ΓΡΑΜΜ. (κυρ. παλαιότ.) με τα οποία αποδίδεται σε ουσιαστικό μια χαρακτηριστική ιδιότητα: π.χ. φουρτουνιασμένη θάλασσα. Βλ. καλολογικά στοιχεία. 2. (μτφ.-ειρων.) υβριστικός, μειωτικός χαρακτηρισμός: ανταλλαγή ~ών ~ων. Με έλουσε/στόλισε με όλων των ειδών τα ~ ~. Πβ. βρισιά., αισθητική/κοσμητική ιατρική βλ. αισθητικός [< αρχ. κοσμητικός ‘σχετικός με την τακτοποίηση ή τη διακόσμηση’ 1: γαλλ. cosmétique, αγγλ. cosmetic] | |
| 25970 | κοσμητολογία | βλ. κοσμετολογία | |
| 25971 | κοσμήτορας | κο-σμή-το-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ., σπανιότ. κοσμητόρισσα) {(θηλ. κοσμήτ-ορος) | -όρων} & (λόγ.) κοσμήτωρ (κ. με κεφαλ. Κ): καθηγητής/καθηγήτρια ή αναπληρωτής καθηγητής/αναπληρώτρια καθηγήτρια, διοικητικά υπεύθυνος/υπεύθυνη πανεπιστημιακής ή πολυτεχνικής σχολής, που εκλέγεται για μία τετραετία. Βλ. πρύτανης.|| Οι ~ες της Βουλής (: επικουρούν τον Πρόεδρο σε οργανωτικά και λειτουργικά ζητήματα του Κοινοβουλίου). [< αρχ. κοσμήτωρ ‘διοργανωτής, καθοδηγητής’, γερμ. Dekan, γαλλ. doyen] | |
| 25972 | κοσμητορικός | , ή, ό κο-σμη-το-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον κοσμήτορα ή την κοσμητεία: ~ές: εκλογές. | |
| 25973 | κοσμικογράφος | κο-σμι-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συντάκτης της κοσμικής στήλης σε εφημερίδα ή περιοδικό. Βλ. -γράφος. | |
| 25974 | κοσμικός | , ή, ό κο-σμι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον κόσμο ως σύνολο ανθρώπων και κυρ. με τη ζωή της υψηλής κοινωνίας: ~ός: γάμος/τρόπος ζωής (= κοσμικότητα)/τύπος. ~ή: κίνηση/κυρία/παραλία/ταβέρνα. ~ό: γεγονός/θέρετρο/κέντρο/μέρος/νησί/ρεπορτάζ. ~οί: κύκλοι. ~ές: εκδηλώσεις (π.χ. δεξιώσεις, χοροεσπερίδες)/στήλες (εφημερίδας/περιοδικού)/συγκεντρώσεις. ~ά: νέα/σαλόνια. Πβ. κοινωνικός. 2. που αναφέρεται στην επίγεια κοινωνική ζωή σε αντίθεση με την εκκλησιαστική: ~ός: άρχοντας/ηγέτης/συγγραφέας/χαρακτήρας (της εκπαίδευσης/του κράτους). ~ή: ιστορία/μουσική/τέχνη. ~ά: αγαθά. Πβ. εγκόσμιος.|| ~ός: κλήρος (: σε αντιδιαστολή προς τους μοναχούς). Πβ. λαϊκός. ΑΝΤ. θρησκευτικός 3. που έχει σχέση με το Σύμπαν ή ειδικότ. το διάστημα σε αντιδιαστολή προς τη Γη: ~ός: θόρυβος/νόμος/χρόνος. ~ή: έκρηξη/ταχύτητα. ~ό: κενό/νέφος/φαινόμενο/χάος. ~οί: άνεμοι. ~ές: δομές (π.χ. σμήνη γαλαξιών). Πβ. διαστημ-, συμπαντ-ικός. Βλ. μακρο~, μικρο~. ΑΝΤ. γήινος (1) ● Ουσ.: κοσμικά (τα) 1. θέματα που αφορούν τις εκδηλώσεις της υψηλής κυρ. κοινωνίας. 2. τα εγκόσμια., κοσμικός (ο) 1. ο λαϊκός σε αντίθεση με τον κληρικό ή τον μοναχό. 2. πρόσωπο που του αρέσουν οι κοινωνικές εκδηλώσεις ή συχνάζει σε αυτές. ΑΝΤ. απόκοσμος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κοσμική ακτινοβολία/κοσμικές ακτίνες: ΑΣΤΡΟΝ. ακτινοβολία που αποτελείται από σωματίδια τα οποία κινούνται πολύ γρήγορα (αδρόνια, λεπτόνια, φωτόνια), διασχίζουν την ατμόσφαιρα και φτάνουν στην επιφάνεια της Γης από το Σύμπαν. [< γαλλ. rayonnement cosmique/rayons cosmiques, αγγλ. cosmic ray, 1925] , κοσμική/(σπανιότ.) εγκόσμια εξουσία: η κρατική, πολιτική εξουσία σε αντίθεση προς τη θρησκευτική., κοσμικό/γαλαξιακό έτος: ΑΣΤΡΟΝ. το απαιτούμενο χρονικό διάστημα (περ. 245 εκατομμύρια χρόνια) για μια πλήρη περιστροφή του ηλιακού μας συστήματος γύρω από το κέντρο του γαλαξία., κοσμικό/λαϊκό κράτος: στο οποίο η εξουσία ασκείται από πολιτικά πρόσωπα χωρίς την παρέμβαση θρησκευτικών παραγόντων σε αντιδιαστολή προς το θεοκρατικό κράτος., κοσμικός αιώνας: ΓΕΩΛ. το χρονικό διάστημα εξέλιξης της Γης από τη στιγμή που έγινε για πρώτη φορά αυτοτελές ουράνιο σώμα μέχρι τον πιθανό σχηματισμό του φλοιού της., αστρική/κοσμική/διαστημική σκόνη βλ. σκόνη, κοσμική/μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου βλ. ακτινοβολία [< 1: γαλλ. mondain 2: μεσν. κοσμικός 3: αρχ. ~, γαλλ. cosmique, αγγλ. cosmic] | |
| 25975 | κοσμικότητα | κο-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ο κοσμικός χαρακτήρας σε αντιδιαστολή προς τον θρησκευτικό ή τον εκκλησιαστικό: η ~ του κράτους. Αρχή της ~ας. Βλ. -ότητα. 2. κοσμικός τρόπος ζωής: Αρέσκονται στην ~.|| (στον πληθ., αρνητ. συνυποδ., οι αντίστοιχες δραστηριότητες:) Ήσυχο μέρος μακριά από τις ~ες. Αποφεύγει τις ~ες. Πβ. κοινωνικότητα. [< γαλλ. mondanité] | |
| 25976 | κόσμιος | , α, ο κό-σμι-ος επίθ. {(κ. θηλ. λόγ.) κοσμία | -ότερος, -ότατος (λόγ.) -ώτερος, -ώτατος}: που υπακούει στους κοινωνικά αποδεκτούς κανόνες ηθικής και συμπεριφέρεται σύμφωνα με αυτούς, που δεν είναι πρόστυχος ή υβριστικός: Να είσαι πιο ~/~ότερος στις εκφράσεις σου! Ευγενέστατος και ~ότατος.|| ~α: αμφίεση/εμφάνιση. ~ο: λεξιλόγιο. ~ες: απαντήσεις. ~α: σχόλια. Με όμορφο και ~ο τρόπο. (σε οπαδούς αθλητικής ομάδας:) Έκκληση για ~α συμπεριφορά. Σε ~ο επίπεδο/ύφος. Πβ. ευπρεπής, σεμνός. ΑΝΤ. άκοσμος, απρεπής ● επίρρ.: κόσμια & (λόγ.) -ίως ● ΣΥΜΠΛ.: διαγωγή κοσμία/κοσμιοτάτη βλ. διαγωγή [< αρχ. κόσμιος] | |
| 25977 | κοσμιότητα | κο-σμι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ευπρέπεια: ~ στην εμφάνιση/στη συμπεριφορά. Εκφράζουν τη γνώμη τους μέσα στα πλαίσια της ~ας. Πβ. ευγένεια, ευκοσμία, σεμνότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ακοσμία, απρέπεια [< αρχ. κοσμιότης] | |
| 25978 | κοσμο- | & κοσμό- & κοσμ-: το ουσιαστικό κόσμος ως α' συνθετικό λέξεων: (με τη σημ. του πλήθους:) κοσμο-πλημμύρα/~συρροή. Κοσμ-αγάπητος.|| (αναφορικά με τη Γη ή το Σύμπαν:) Κοσμο-γυρισμένος/~κράτορας/~πολίτης. Κοσμό-πολη (βλ. μητρό-). Κοσμο-γνωσία/~γονία/~λογία/~ναύτης.|| Κοσμ-ικός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ