| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25979 | κοσμοαντίληψη | κο-σμο-α-ντί-λη-ψη ουσ. (θηλ.): κοσμοθεωρία. Πβ. βιοθεωρία, κοσμοείδωλο, στάση ζωής. [< γερμ. Weltansicht] | |
| 25980 | κοσμοβριθής | , ής, ές κο-σμο-βρι-θής επίθ. (λόγ.): που είναι γεμάτος από κόσμο, πολυπληθής: ~είς: δρόμοι. ~είς: αγορές/παραλίες/πόλεις. ~είς και πολυσύχναστες περιοχές. | |
| 25981 | κοσμογένεση | κο-σμο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): γένεση και εξέλιξη του Σύμπαντος. Πβ. κοσμογονία. Βλ. -γένεση. [< μεσν. κοσμογένεσις] | |
| 25983 | κοσμογενεση | κο-σμο-γο-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. η δημιουργία του κόσμου και (συνήθ. κατ' επέκτ.) οι μυθολογικές αντιλήψεις των διαφόρων λαών σχετικά με αυτή: Πβ. κοσμογένεση.|| Αρχαίες ~ες (= κοσμολογίες). Βλ. -γονία. 2. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) συνταρακτική, κοσμοϊστορική αλλαγή: πολιτική/τεχνολογική/ψηφιακή ~. Αναμένεται ~ στην οικονομία. 3. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Κ) κλάδος που μελετά τον σχηματισμό των ουράνιων σωμάτων και ειδικότ. του ηλιακού συστήματος. Πβ. κοσμολογία. [< 1: μτγν. κοσμογονία, γαλλ. cosmogonie, αγγλ. cosmogony] | |
| 25982 | κοσμογνωσία | κο-σμο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): γνώση του κόσμου που μας περιβάλλει. Βλ. -γνωσία. [< γερμ. Weltkenntnis] | |
| 25984 | κοσμογονικός | , ή, ό κο-σμο-γο-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κοσμογονία: ~οί: μύθοι. ~ά: ερωτήματα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ή: έκρηξη (πβ. μπιγκ μπανγκ). ~ές: θεωρίες. 2. (μτφ.) κοσμοϊστορικός: ~ή: καταστροφή. ~ό: γεγονός/φαινόμενο. ~ές: αλλαγές/ανακατατάξεις/εξελίξεις/συνέπειες. [< γαλλ. cosmogonique, αγγλ. cosmogonic(al)] | |
| 25985 | κοσμογραφία | κο-σμο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): βασικές αρχές της αστρονομίας· (συνεκδ.-παλαιότ.) το αντίστοιχο μάθημα. Πβ. κοσμολογία. Βλ. -γραφία. [< αρχ. κοσμογραφία, γαλλ. cosmographie, αγγλ. cosmography] | |
| 25986 | κοσμογράφος | κο-σμο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αυτός που ασχολείται με την κοσμογραφία. Βλ. -γράφος. [< μτγν. κοσμογράφος 'αυτός που περιγράφει τον κόσμο', γαλλ. cosmographe, αγγλ. cosmographer] | |
| 25987 | κοσμογυρισμένος | , η, ο κο-σμο-γυ-ρι-σμέ-νος επίθ.: που έχει ταξιδέψει σε πολλά μέρη και κατ' επέκτ. έχει ποικίλες εμπειρίες: ~ος: ναυτικός. ~οι: τουρίστες. Πβ. κοσμοπολίτης, πολυταξιδεμένος. Βλ. ταξιδιάρης. | |
| 25988 | κοσμοδρόμιο | κο-σμο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. χώρος ειδικά εξοπλισμένος για την εκτόξευση και την προσεδάφιση διαστημόπλοιων (στη Ρωσία και σε άλλες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ). Πβ. αεροδιαστημικό κέντρο, διαστημοδρόμιο. Βλ. -δρόμιο. [< ρωσ. kosmodrom < kosmo(navt) + -drom, αγγλ. cosmodrome, 1953, γαλλ. ~, 1961] | |
| 25989 | κοσμοείδωλο | κο-σμο-εί-δω-λο ουσ. (ουδ.): κυρίαρχη, συνήθ. επιστημονική, ιδεολογία, που διαμορφώνεται ανάλογα με τις επιταγές κάθε εποχής· ο τρόπος που το άτομο αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσω αυτής: ανθρωποκεντρικό/θρησκευτικό/μηχανιστικό/μυθικό ~. Το ~ της κοινωνίας. Πβ. κοσμο-αντίληψη, -θεωρία. [< γερμ. Weltbild] | |
| 25990 | κοσμοθεωρητικός | , ή, ό κο-σμο-θε-ω-ρη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κοσμοθεωρία: ~ός: προσανατολισμός (του ανθρώπου). ~ή: άποψη/στάση (βλ. στάση ζωής). ~ό: πλαίσιο (αναφοράς)/σύστημα. ~ές: αντιλήψεις. ~ά: προβλήματα. Επιστημονικό ~ό υπόβαθρο. ● επίρρ.: κοσμοθεωρητικά [< γερμ. weltanschaulich] | |
| 25991 | κοσμοθεωρία | κο-σμο-θε-ω-ρί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο προσωπικών ή ομαδικών συνήθ. απόψεων για τη ζωή, τον κόσμο και τη θέση του ανθρώπου σε αυτόν: επιστημονική/θρησκευτική/υλιστική/φιλοσοφική ~. Διαμόρφωση της ~ας (κάποιου). Αντίθετες/εθνικές ~ες. Πβ. βιοθεωρία, κοσμοείδωλο, στάση ζωής. ΣΥΝ. κοσμοαντίληψη [< γερμ. Weltanschauung] | |
| 25992 | κοσμοϊστορικός | , ή, ό κο-σμο-ϊ-στο-ρι-κός επίθ.: που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο για την πορεία του κόσμου: ~ή: ανακάλυψη/μάχη/νίκη. ~ές: αλλαγές (= μνημειώδεις)/ανατροπές/εξελίξεις/στιγμές. Γεγονός ~ής σημασίας. Πβ. σημαντικός. ΣΥΝ. κοσμογονικός (2), σημαντικός (1) [< γερμ. weltgeschichtlich, welthistorisch] | |
| 25993 | κοσμοκαλόγερος | κο-σμο-κα-λό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) & κοσμοκαλόγηρος: άνδρας που ζει ασκητικά, σαν καλόγερος. Πβ. ασκητής, ερημίτης. | |
| 25994 | κοσμοκράτειρα | κο-σμο-κρά-τει-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-προφ.) κοσμοκρατόρισσα: χώρα που κυριαρχεί σε ολόκληρο τον κόσμο: υπερατλαντική ~.|| (ως επίθ.) ~ δύναμη. Βλ. υπερδύναμη. [< μεσν. κοσμοκράτειρα] | |
| 25995 | κοσμοκράτορας | κο-σμο-κρά-το-ρας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) κοσμοκράτωρ: ηγέτης που κυριαρχεί ή κυριαρχούσε σε ολόκληρο τον κόσμο. Πβ. κυρίαρχος. Βλ. -κράτορας. [< μτγν. κοσμοκράτωρ, γαλλ. cosmocrator] | |
| 25996 | κοσμοκρατορία | κο-σμο-κρα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.): η κυριαρχία που ασκεί ή ασκούσε ένα κράτος σε ολόκληρο τον κόσμο ή σε μεγάλο τμήμα του: η αμερικανική ~. (ΙΣΤ.) Η ελληνική/ρωμαϊκή ~. Βλ. αυτο-, παντο-κρατορία. [< μεσν. κοσμοκρατορία] | |
| 25997 | κοσμοκρατορικός | , ή, ό κο-σμο-κρα-το-ρι-κός επίθ.: που έχει σχέση με την κοσμοκρατορία ή τον κοσμοκράτορα: ~ές: βλέψεις/φιλοδοξίες. ~ά: σχέδια. [< μτγν. κοσμοκρατορικός] | |
| 25998 | κοσμολογία | κο-σμο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Κ) κλάδος που μελετά την προέλευση, τη δομή, τη φύση και την εξέλιξη του Σύμπαντος: πληθωριστική ~ (: το Σύμπαν παρουσίασε κάποια χρονική περίοδο αύξηση του ρυθμού εξάπλωσής του και μετά επανήλθε σε σταθερό ρυθμό). Παρατηρησιακή ~. Αστροφυσική και ~. Πβ. κοσμο-γονία, -γραφία. Βλ. -λογία. 2. αντιλήψεις σχετικά με τη δημιουργία του σύμπαντος: αρχαίες/θρησκευτικές/μυθικές ~ες (= κοσμογονίες). [< γαλλ. cosmologie, αγγλ. cosmology] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ