Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26720-26740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25999κοσμολογικός

, ή, ό κο-σμο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κοσμολογία: (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ή: αρχή/θεωρία/σταθερά. ~ό: μοντέλο/πρόβλημα/φαινόμενο. ~ά: γεγονότα (βλ. μεγάλη έκρηξη).|| ~ός: μύθος. [< μτγν. κοσμολογικός, γαλλ. cosmologique, αγγλ. cosmological]

26000κοσμοναύτηςκο-σμο-ναύ-της ουσ. (αρσ.): αστροναύτης. [< ρωσ. kosmonavt, αγγλ. cosmonaut, 1955, γαλλ. cosmonaute, 1961]
26001κοσμοναυτικήκο-σμο-ναυ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. αστροναυτική (κυρ. ρωσική ή παλαιότ. σοβιετική). [< αγγλ. cosmonautics, 1950]
26002κοσμοπλημμύρακο-σμο-πλημ-μύ-ρα ουσ. (θηλ.): μεγάλο πλήθος συγκεντρωμένων ανθρώπων: ~ στην εκδήλωση για ... ~ επισκεπτών/τουριστών. ΣΥΝ. ανθρωποθάλασσα, ανθρωποπλημμύρα, κοσμοσυρροή, λαοθάλασσα [< γερμ. Menschenmenge]
26003κοσμόποληκο-σμό-πο-λη ουσ. (θηλ.): μεγάλη πόλη με πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα: οικουμενική/παγκόσμια ~. Οι ελληνιστικές/σύγχρονες ~εις. Βλ. μητρο-, τεχνό-πολη, χοάνη, χωνευτήριο. [< αγγλ. cosmοpolis]
26004κοσμοπολίτης, κοσμοπολίτισσακο-σμο-πο-λί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. άτομο πολυταξιδεμένο με ευρύτητα γνώσεων και καλλιέργεια λόγω της επαφής του με διάφορους πολιτισμούς: (ως επίθ.) ~ ζωγράφος/συγγραφέας. Βλ. μπον-βιβέρ.|| (μτφ., για τόπο) Η ~ισσα του Αιγαίου. (ως επίθ.) ~ισσα: πόλη. 2. οπαδός του κοσμοπολιτισμού. Πβ. διεθνιστής. ΣΥΝ. πολίτης του κόσμου ΑΝΤ. εθνικιστής, τοπικιστής [< μτγν. κοσμοπολίτης ‘πολίτης του κόσμου’, γαλλ.-αγγλ. cosmopolite]
26005κοσμοπολίτικος, η, ο κο-σμο-πο-λί-τι-κος επίθ. & κοσμοπολιτικός, ή, ό 1. που σχετίζεται με τον κοσμοπολίτη· (ειδικότ., για τουριστικό μέρος) που δέχεται πλούσιους επισκέπτες από διάφορα μέρη του κόσμου και έχει έντονα κοσμικό χαρακτήρα: ~η: ζωή/κουλτούρα. Αστός με ~ο αέρα.|| ~η: αίγλη (πόλης)/ατμόσφαιρα/παραλία/πρωτεύουσα. ~ο: περιβάλλον. ~οι: (ταξιδιωτικοί) προορισμοί. ~ες: διακοπές. ~α: θέρετρα/λιμάνια/νησιά. 2. που έχει πολυεθνικό χαρακτήρα και ανεκτική διάθεση απέναντι στην πολυεθνικότητα: ~η: κοινωνία. ~ο: κράτος/πνεύμα. Πβ. πολυπολιτισμικός. ΑΝΤ. τοπικιστικός 3. ΠΟΛΙΤ. -ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον κοσμοπολιτισμό: ~η: Αριστερά. ~ες: αντιλήψεις. Πβ. διεθνιστικός. ΑΝΤ. εθνικιστικός, τοπικιστικός 4. ΒΙΟΛ. (για φυτό ή ζώο) που συναντάται σε πολλά μέρη του κόσμου: ~ο: είδος. Βλ. ενδημικός. ● επίρρ.: κοσμοπολίτικα (σπάν.) [< γαλλ. cosmopolite, αγγλ. cosmopolitan, cosmopolitical]
26006κοσμοπολιτισμόςκο-σμο-πο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΠΟΛΙΤ. -ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είναι πολίτες του κόσμου, της οικουμενικής κοινότητας, ίσοι μεταξύ τους και ελεύθεροι από εθνικές δεσμεύσεις: αντίθεση ~ού και εθνικισμού. Πβ. διεθνισμός. Βλ. κοσμοσύστημα, οικουμενισμός, παγκοσμιοποίηση. ΑΝΤ. τοπικισμός 2. ο τρόπος και η στάση ζωής του κοσμοπολίτη: Η πολύπλευρη μόρφωση και ο ~ του γοήτευσαν πολλούς. 3. (κυρ. για τόπο) πολυεθνικός χαρακτήρας: ο ~ της Αλεξάνδρειας/της Νέας Υόρκης. Πβ. πολυπολιτισμικ-, πολυεθνικ-ότητα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. cosmopolitisme, αγγλ. cosmopolitism]
26007κόσμοςκό-σμος ουσ. (αρσ.) 1. το Σύμπαν και γενικότ. κάθε πλανητικό σύστημα: η γέννηση/η γνώση/η δημιουργία/η καταστροφή/τα μυστήρια/η σύλληψη (= κοσμοθεωρία) του ~ου. Βασικές αρχές που διέπουν τον ~ο. Ο άνθρωπος/εμείς κι ο ~ (πβ. φύση). Φαινόμενο τόσο παλιό όσο και ο ~. Πβ. πλάση.|| Συμπαντικοί ~οι. ~οι και γαλαξίες. Αναζήτηση εξωγήινων ~ων. 2. (ειδικότ.) η Γη με τους κατοίκους της και καθετί πάνω σε αυτή, η υφήλιος: ο γύρος/τα διάφορα μέρη/η ιστορία/η πορεία/οι φυλές του ~ου. Ανακάλυψη/εξερεύνηση/κατάκτηση/χάρτης του ~ου. Ο ~ μέσα από τα μάτια των παιδιών. Του ~ου τα παράξενα/περίεργα! Ο πιο πλούσιος άνθρωπος του ~ου. Νέα από την Ελλάδα και όλο τον ~ο. Εκατομμύρια άνθρωποι στον ~ο ... Ταξίδια ανά τον ~ο. Γνωστός/μοναδικός σε όλο τον ~ο. Ο ~ του αύριο. Αγώνας/ελπίδες/όνειρα για έναν καλύτερο ~ο. Άλλαξε τη ροή του ~ου. Σε έναν ~ο που συνεχώς αλλάζει/προοδεύει. Ζήτημα που αφορά όλο τον ~ο (= παγκόσμιο). Σε τι ~ο ζούμε; Πού πάει ο ~ (: τι εξέλιξη θα έχει); Πβ. ανθρωπότητα, οικουμένη, υδρόγειος. 3. τα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου: Ο ~ λέει/νομίζει ότι ... Χιλιάδες κόσμος/κόσμου. Όλος ο ~ ξεσηκώθηκε/σας είδε/το ξέρει. Έχει βουίξει ο ~ (= ο τόπος). Πάει, τρελάθηκε ο ~! Αναστάτωσε/σήκωσε στο πόδι όλον τον ~ο. Η γνώμη του ~ου (πβ. κοινή γνώμη). Η νοοτροπία του ~ου. (ειρων.) Προβλήματα που έχει ο ~! Ο ~ του σχολείου. Πβ. γειτονιά, κοινωνία, περιβάλλον, περίγυρος.|| (πλήθος ατόμων:) Έχει έρθει/μαζευτεί/συγκεντρωθεί πολύς ~ έξω από ... (πβ. πολυκοσμία). Καλωσόρισε/χαιρέτησε τον ~ο (= τους παρευρισκόμενους). Βγήκε ο ~ στους δρόμους. Κοροϊδεύει τον ~ο. Ευχαρίστησε τον ~ο που ... Κανείς στον ~ο δεν θα με εμποδίσει. Δεν είχαν ~ο τα καταστήματα (: πολλούς πελάτες, μεγάλη κίνηση). Έχω ~ο στο σπίτι (= επισκέπτες/καλεσμένους). Διαλέγει τον ~ο (= τις παρέες) που συναναστρέφεται. Απηύθυνε πρόσκληση στον ~ο (= στους πολίτες) να ... 4. (αφηρ.) κοινωνική ζωή, οργάνωση: Δεν έχει βγει στον ~ο (: είναι άβγαλτος). Δεν έχει πείρα του ~ου. Ζει έξω/μακριά από τον ~ο (= αποκομμένος, απομονωμένος). Είναι μόνος του στον ~ο (: δεν έχει οικογένεια). Σ' έναν ζοφερό ~ο. Γκρεμίστηκε ο ~ της (: αναστατώθηκε η ζωή της). Άφησε τον ~ο (= τα επίγεια, τα εγκόσμια) και πήγε να μονάσει. Βλ. καθημερινότητα. 5. σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά, ως προς την ιστορική περίοδο που έζησαν, τη γεωγραφική περιοχή, το θρήσκευμα, την ιδεολογία, την επαγγελματική ιδιότητα, τα ενδιαφέροντα: ο αρχαίος (ελληνικός)/βυζαντινός/μεσαιωνικός/νεότερος/σύγχρονος ~. Η ακμή και παρακμή του ρωμαϊκού ~ου. Βλ. εποχή.|| Ο ~ της Ανατολής/Δύσης.|| Ο μουσουλμανικός/χριστιανικός ~ (= οι μουσουλμάνοι/χριστιανοί).|| Ο καπιταλιστικός/κομμουνιστικός/σοσιαλιστικός ~.|| Ο αγροτικός/εμπορικός/επιχειρηματικός/καλλιτεχνικός/πολιτικός/φίλαθλος ~. Ο ~ του αθλητισμού/των γραμμάτων και των τεχνών/της επιστήμης/του θεάματος/της μόδας/της μουσικής/της οικονομίας/της πολιτικής. Οι αγώνες/διεκδικήσεις του εργατικού ~ου. 6. σύνολο οργανωμένων στοιχείων, εννοιών, οντοτήτων: ορατός/πραγματικός ~. Ο φυσικός ~ (πβ. φυσικό περιβάλλον). Ο θαυμαστός ~ του βυθού/της θάλασσας (= υδάτινος, υποβρύχιος). Μικροσκοπικός ~ (πβ. μικρόκοσμος· βλ. μακρόκοσμος). Βλ. βιόκοσμος.|| Αόρατος/μαγικός/σκοτεινός ~. Ο ~ των ιδεών/των ονείρων/του παραμυθιού/των πνευμάτων/του υπερφυσικού (πβ. σφαίρα). Ο πνευματικός/συναισθηματικός/ψυχικός ~ του εφήβου/παιδιού. Βιβλία που ανοίγουν παράθυρα/πύλες στον ~ο της γνώσης. Διακριτοί/δυνητικοί/εξωτικοί/μυθικοί/παράλληλοι/πιθανοί/φανταστικοί ~οι. Ένας άλλος/καινούργιος ~ αποκαλύφθηκε/ξεδιπλώθηκε/ξετυλίχθηκε μπροστά στα μάτια τους. Γεφύρωση δύο διαφορετικών ~ων. Ταξίδια σε άγνωστους ~ους. Πλάθω νέους ~ους με τον νου/τη φαντασία.|| Ο εικονικός/τρισδιάστατος/ψηφιακός ~. Ο ~ του διαδικτύου/των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Βλ. κυβερνο~. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος του κόσμου: που είναι πολύ κοινωνικός και έχει πείρα της ζωής. Πβ. κοσμικός, περπατημένος., εσωτερικός κόσμος: το σύνολο των πνευματικών και ηθικών χαρακτηριστικών κάποιου προσώπου: μοναδικός/πλούσιος/φτωχός ~ ~. Ο ~ ~ του παιδιού/του συγγραφέα. Το διάβασμα/οι τέχνες καλλιεργούν τον ~ό ~ο., ο καλός κόσμος: τα υψηλά κοινωνικά στρώματα· η καλή κοινωνία: Οι κυρίες του ~ού ~ου. Κατάφερε να μπει στα σαλόνια του ~ού ~ου. Πβ. αριστοκρατία.|| (ειρων.) Μαζεύτηκε όλος ~ ~! Πβ. η σάρα και η μάρα., Παλαιός Κόσμος: η Ασία, η Αφρική και κυρ. η Ευρώπη., αναπτυσσόμενες χώρες βλ. αναπτύσσω, Νέος Κόσμος βλ. νέος, ο μάταιος κόσμος βλ. μάταιος, πολίτης του κόσμου βλ. πολίτης, Τέταρτος Κόσμος βλ. τέταρτος, Τρίτος Κόσμος βλ. τρίτος, ψυχή του κόσμου βλ. ψυχή ● ΦΡ.: δεν ανήκει σ' αυτόν τον κόσμο/δεν είναι του κόσμου τούτου/είναι από άλλο κόσμο: για κάποιον που είναι ξεχωριστός, μοναδικός ή για κάτι που δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση τις τρέχουσες αντιλήψεις., είναι/ζει στον κόσμο του/στον δικό του κόσμο/σε άλλο κόσμο/στην κοσμάρα του & στον κόσμο του/στην κοσμάρα του (ειρων.): για πρόσωπο που βρίσκεται εκτός πραγματικότητας: Εγώ του μιλάω, κι αυτός στον κόσμο του! Πβ. τον χαβά του., έτσι/αυτός είναι ο κόσμος! (προφ.): ως έκφραση συγκατάβασης, αποδοχής μιας δυσάρεστης συνήθ. κατάστασης: Τι να κάνουμε; ~ ~! Σήμερα σου μιλούν, αύριο δεν θέλουν να σε ξέρουν! ~ ~! Πβ. αυτά έχει/έχουν..., και τι στον κόσμο! (προφ.): για να δηλωθεί επιθυμία να συμβεί κάτι που θεωρείται αδύνατο, απίθανο: Αυτό να δω ~ ~!, κατά κόσμον: προς δήλωση του βαφτιστικού ονόματος και του επιθέτου, συνήθ. ιερέα ή μοναχού: (όταν προηγείται το ιερατικό όνομα:) Αρχιμανδρίτης/ιερομόναχος/μητροπολίτης/πατριάρχης ..., ~ ~ ...|| (κατ' επέκτ., όταν προηγείται το ψευδώνυμο:) Οδυσσέας Ελύτης, ~ ~ Οδυσσέας Αλεπουδέλης.|| (χιουμορ.) Μπίλι ή ~ ~ Βασίλης., κόσμε!: ως κλητική προσφώνηση: Εμπρός/ξύπνα ~! Α, ρε, ~ άκαρδε/ψεύτη! Βοήθεια, ~ (/χριστιανοί)!|| (από μικροπωλητή) Πάρε/περάστε/τρέξε, ~!|| (ειρων.-χιουμορ.) Πέρασε, ~ να δεις τα χαΐρια τους! Τρέμε, ~! Έρχεται ο ..., κόσμος και ντουνιάς (προφ.-εμφατ.): πολύς και κάθε λογής κόσμος: ~ ~ περνάει από εκεί. Ήρθε/μαζεύτηκε ~ ~ Πβ. κόσμος και κοσμάκης., με/για τίποτα στον κόσμο: (με άρνηση-εμφατ.) σε καμία περίπτωση, για κανένα λόγο: Δεν φεύγω/δεν το χάνω ~ ~! ~ ~ μη σταματήσεις/μην τα παρατήσεις! ΣΥΝ. για όλο το χρυσάφι του κόσμου, επ' ουδενί (λόγω), με κανέναν τρόπο, με τίποτα (1), μπροστά σε/στον κόσμο: για πράξεις που γίνονται παρουσία και άλλων ατόμων, δημοσίως: Μη μαλώνετε ~ ~! Δεν αισθάνομαι άνετα, όταν βρίσκομαι/τραγουδάω ~ ~. Πβ. σε κοινή/σε δημόσια θέα., ο έξω κόσμος: το εξωτερικό περιβάλλον: Δεν έχει καμία επαφή με τον ~ ~ο (: ζει απομονωμένος). Είχα ξεχάσει πώς είναι ~ ~ (: είχα καιρό να βγω έξω)., ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω & (σπάν.) αναποδογύρισε ο κόσμος: προκλήθηκαν συνταρακτικές αλλαγές, έγιναν μεγάλες ανακατατάξεις., ο κόσμος το 'χει τούμπανο/βούκινο κι εμείς κρυφό καμάρι (παροιμ.): για κάτι που οι άμεσα ενδιαφερόμενοι αποκρύπτουν, ενώ στην ουσία το γνωρίζουν όλοι., ο πολύς (ο) κόσμος: οι περισσότεροι άνθρωποι: ~ ~ νομίζει/πιστεύει ότι ... Βιβλίο άγνωστο στον ~ύ ~ο. Στη συνείδηση του ~ύ ~ου ... Τον περισσότερο ~ο δεν τον απασχολούν τέτοια θέματα. Πβ. ευρύ κοινό, μάζα, όχλος. ΣΥΝ. πολλοί (1), όμορφος κόσμος (ηθικός), αγγελικά πλασμένος (συνήθ. ειρων.): για να δηλωθεί ότι μία άσχημη κατάσταση παρουσιάζεται ως ωραία., στην άκρη/στα/ως τα πέρατα του κόσμου/της γης (μτφ.): πάρα πολύ μακριά: ταξίδι ~ ~. Έφτασε ~ ~., στον άλλο κόσμο: στον κάτω κόσμο· γενικότ. για αναφορά στη μεταθανάτια ζωή: Πήγε ~ ~ (= πέθανε). Τον έστειλε ~ ~ (= τον σκότωσε)., τι σου είναι ο κόσμος!: προς δήλωση αποδοκιμασίας, δυσαρέσκειας ή έκπληξης, θαυμασμού. Βλ. τι σου είναι ο άνθρωπος!, το κέντρο του κόσμου: το επίκεντρο: Πόλη που έγινε ~ ~. Νομίζει ότι είναι ~ ~ (βλ. εγωκεντρικός). Πβ. ο ομφαλός της Γης., του κόσμου (εμφατ.) 1. για μεγάλη ποσότητα: Ξόδεψε ~ ~ τα λεφτά! Μας είπε ~ ~ τις αηδίες/τα ψέματα! Έχει ~ ~ τα καλά και παραπονιέται κι από πάνω. 2. της καλής κοινωνίας: Κυρία ~ ~ με εκλεπτυσμένους τρόπους., (τι) μικρός που είναι ο κόσμος/πόσο μικρός είναι ο κόσμος! βλ. μικρός, απαρνούμαι τα εγκόσμια/τον κόσμο βλ. εγκόσμιος, από καταβολής κόσμου βλ. καταβολή, από κτίσεως κόσμου/Ρώμης βλ. κτίση, για όλο το χρυσάφι του κόσμου βλ. χρυσάφι, για τα μάτια του κόσμου βλ. μάτι, δεν χάθηκε/δεν χάλασε/δεν θα χαλάσει (κι) ο κόσμος βλ. χαλώ, εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, έκανε (και) η μύγα κώλο και/κι έχεσε τον κόσμο όλο βλ. κώλος, έρχεται στον κόσμο/στη ζωή βλ. έρχομαι, έφαγα τον κόσμο βλ. τρώω, έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο βλ. φεύγω, ζει και βασιλεύει (και τον κόσμο κυριεύει) βλ. βασιλεύω, ήρθε/έφτασε το τέλος (κάποιου/του κόσμου) βλ. τέλος, κάνω το(ν) γύρο του κόσμου βλ. γύρος, κόσμος και κοσμάκης βλ. κοσμάκης, ο κάτω κόσμος βλ. κάτω, ο κόσμος να χαλάσει βλ. χαλώ, ο κόσμος της νύχτας βλ. νύχτα, ο ομφαλός της Γης βλ. ομφαλός, ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος βλ. πάνω & επάνω, όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος βλ. νοικοκύρης, συντέλεια του κόσμου βλ. συντέλεια, τα επτά θαύματα του κόσμου/της αρχαιότητας βλ. θαύμα, τα ύστερα του κόσμου βλ. ύστερος, τρελαίνει κόσμο βλ. τρελαίνω, φέρνω στη ζωή/στον κόσμο βλ. φέρνω, χαλάει κόσμο βλ. χαλώ, χαλάει ο κόσμος βλ. χαλώ, χαλάει τον κόσμο βλ. χαλώ, χάλασε ο κόσμος βλ. χαλώ, χαλασμός Κυρίου/κόσμου βλ. χαλασμός [< 1,2,3,4: αρχ., μτγν. κόσμος, αγγλ.-γαλλ. cosmos 5,6: γαλλ. monde]
26009κοσμοσυρροήκο-σμο-συρ-ρο-ή ουσ. (θηλ.): συρροή πλήθους ανθρώπων σε κάποιο μέρος: απίστευτη/πρωτοφανής ~ στη γιορτή/στην εκδήλωση/στη συναυλία. Ουρές και ~ για ένα εισιτήριο. Παρατηρείται/σημειώθηκε ~ στα λιμάνια και τα αεροδρόμια της χώρας. Πβ. ανθρωπο-, λαο-θάλασσα. ΣΥΝ. κοσμοπλημμύρα
26010κοσμοσύστημακο-σμο-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. οικονομική και πολιτική ενοποίηση κοινωνικών συστημάτων που ξεπερνά τα όρια του έθνους και εκτείνεται, λειτουργεί σε παγκόσμια κλίμακα: ανθρωποκεντρικό/δεσποτικό ~. Βλ. κοσμοπολιτ-, οικουμεν-ισμός. [< αγγλ. world-system, cosmosystem, γαλλ. cosmosystème]
26011κοσμοσωτήριος, α, ο κο-σμο-σω-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τη σωτηρία της ανθρωπότητας: (σε εκκλησιαστικά κείμενα) το ~ο γεγονός της Γεννήσεως/έργο του Χριστού/μήνυμα των Χριστουγέννων.|| (ειρων.) ~ες: ιδεολογίες. Πβ. λυτρωτικός, σωτήριος. [< μτγν. κοσμοσωτήριος]
26012κοσμοχαλασιάκο-σμο-χα-λα-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) & (σπάν.) κοσμοχαλασμός (ο) (επιτατ.): μεγάλη καταστροφή, που προκαλείται κυρ. από φυσικά αίτια· κατ' επέκτ. υπερβολική φασαρία και αναταραχή: μπουμπουνητά, πλημμύρες, ~! Πβ. θεομηνία.|| Έγινε ~. Σταμάτησε η ~. Πβ. χαλασμός Κυρίου/κόσμου.
26013κοσμώ

[κοσμῶ] κο-σμώ ρ. (μτβ.) {κοσμ-είς ..., -ώντας | κόσμ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος (λόγ.) κεκοσμημένος} (λόγ.) 1. στολίζω, διακοσμώ: Μουσείο που ~είται από μοναδικά έργα τέχνης. Ναός που ~ήθηκε με τοιχογραφίες. Οικοδόμημα πλούσια ~ημένο. 2. (μτφ.) ομορφαίνω ή τιμώ κάτι: Η φωτογραφία της ~εί το εξώφυλλο του περιοδικού. ~ησε με την παρουσία της την εκδήλωση.|| Φυσιογνωμίες που ~ούν την επιστήμη/την ιστορία της πόλης/την πολιτική. Πβ. δοξάζω. [< αρχ. κοσμῶ]

26014κόστακό-στα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ακτή. ● ΦΡ.: κόστα-κόστα: γιαλό-γιαλό. [< ιταλ. costa]
26015κοστίζεικο-στί-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κόστι-σε, κοστί-σει, κοστίζ-οντας} ΣΥΝ. στοιχίζει 1. έχει συγκεκριμένο κόστος και ειδικότ. υψηλό: (Κάτι) ~ ακριβά/φθηνά/χρυσάφι. ~ αρκετά/ελάχιστα/πολλά χρήματα. Πόσο ~ (= αξίζει, κάνει) αυτό το αυτοκίνητο; Δεν ~ τίποτα (= είναι δωρεάν). Το εισιτήριο ~ ... ευρώ. Η εγχείρηση τους ~σε μια περιουσία.|| Τα ταξίδια στο εξωτερικό ~ουν (= είναι ακριβά). 2. (μτφ.) έχει ως τίμημα, ζημία: Αρκετά μου ~σε σε χρόνο όλη αυτή η περιπέτεια. Το σκάνδαλο του ~σε τη δημαρχία (= δεν εξελέγη δήμαρχος). Ο πόλεμος ~σε τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων (= σκοτώθηκαν). Τα αμυντικά λάθη θα ~σουν στην ομάδα. ● ΦΡ.: δεν (μου) κοστίζει τίποτα να (προφ.): δεν (μου) είναι καθόλου δύσκολο: Δεν μου ~ φύγω και να σε αφήσω μόνο σου. Δεν κοστίζει ~ προσπαθήσουμε (= δεν χάνουμε κάτι). ΣΥΝ. δεν το έχω σε πολύ/σε τίποτα, μου κόστισε (μτφ.): με στενοχώρησε, με συντάραξε: Ο θάνατός της ~ ~ πολύ. ~ ~ που έφυγα από την εταιρεία., μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι βλ. αηδόνι [< μεσν. κοστίζω]
26016κοστοβόρος, α/ος, ο κο-στο-βό-ρος επίθ. (λόγ.): που χρειάζεται, απαιτεί πολλά χρήματα, για να εφαρμοστεί ή να ολοκληρωθεί: ~α: ανάπτυξη/γραφειοκρατία/χρήση (υπηρεσιών). ~ες: επενδύσεις/λύσεις. Βλ. ζημιογόνος, χρονοβόρος. [< αγγλ. money-consuming]
26017κοστολόγησηκο-στο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΙΣΤ. προσδιορισμός του κόστους παραγωγής προϊόντος, παροχής υπηρεσίας ή ανάπτυξης δραστηριότητας: άμεση ή οριακή/πλήρης ή απολογιστική/βιομηχανική/πρότυπη ~. ~ έργου/κατασκευής. ~ αγορών/διαδικασιών/εισαγωγών/υλικών. ~ των ιατρικών πράξεων. Λογισμικό/μέθοδος/μοντέλο/πίνακας/σύστημα ~ης. Τμήμα ~ης (: σε εταιρεία, οργανισμό). Κατά φάση ~. Εκτιμήσεις/επιμετρήσεις και ~ήσεις. Έγινε ~. Πβ. τιμολόγηση. Βλ. ανα~, προ~, υπερ~, υπο~.|| (με κεφαλ. Κ, το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα) Αναλυτική/Διοικητική Λογιστική και ~. [< αγγλ. cost accounting, costing]
26018κοστολογικός, ή, ό κο-στο-λο-γι-κός επίθ.: ΛΟΓΙΣΤ. που σχετίζεται με το κοστολόγιο: ~ός: έλεγχος. ~ή: οργάνωση. ~ό: σύστημα. ~ά: στοιχεία.
26019κοστολόγιοκο-στο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {κοστολογί-ου}: ΛΟΓΙΣΤ. κατάσταση όπου καταχωρείται το κόστος παραγωγής προϊόντος, παροχής υπηρεσίας ή ανάπτυξης δραστηριότητας· το ίδιο το κόστος: αναλυτικό/ενδεικτικό/πλήρες ~. Βιβλίο ~ου. Σύνταξη ~ων.|| Μεγάλο/προσιτό/συνολικό/τελικό/φθηνό ~. Έλεγχος ~ου αγαθών/συσκευασίας. Κατασκευή με ακριβό/μικρό/υψηλό ~. Εταιρεία που παρέχει/προσφέρει στους πελάτες της ανταγωνιστικά/χαμηλά ~α. Πβ. τιμολόγιο. Βλ. -λόγιο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.