| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26020 | κοστολόγος | κο-στο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): οικονομολόγος που ειδικεύεται στην κοστολόγηση: λογιστής-~. Βλ. φοροτεχνικός, -λόγος. [< αγγλ. cost accountant] | |
| 26021 | κοστολογώ | [κοστολογῶ] κο-στο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {κοστολογ-είς ..., -ώντας | κοστολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: κάνω κοστολόγηση: Το έργο/το προϊόν/η υπηρεσία ~είται στα ... ευρώ. Εκδίδουν λογαριασμούς, ~ώντας το σύνολο της κατανάλωσης. ~ημένες: εξετάσεις. Πβ. εκτιμώ, τιμολογώ. Βλ. υπερ~.|| (μτφ.) Η ανθρώπινη ζωή δεν ~είται (: είναι ανεκτίμητης αξίας). Βλ. -λογώ. | |
| 26022 | κόστος | κό-στος ουσ. (ουδ.) {κόστ-ους | σπάν. κόστη} 1. ΟΙΚΟΝ. το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την απόκτηση ή παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών, τη διεκπεραίωση ενός έργου: άμεσο/αρχικό/βιομηχανικό/ελάχιστο/έμμεσο/ετήσιο/καθαρό/λειτουργικό/μειωμένο/μηδενικό/μηνιαίο/μισθολογικό/οριακό/πραγματικό/πρόσθετο/σταθερό/συμπληρωματικό/συνολικό/τελικό/υψηλό/χαμηλό ~. ~ αγοράς/αποστολής (παραγγελίας)/διαμονής/διανομής/διατήρησης (αποθεμάτων)/εγγραφής/εγκατάστασης/εκτύπωσης/επεξεργασίας/εργασιών/κατασκευής/των καταστροφών/κεφαλαίου/(τηλεφωνικής) κλήσης/κτήσης (πληροφοριακών συστημάτων)/λειτουργίας/μεταφοράς (βλ. ναύλος)/μονάδας/παραγωγής/πρόσβασης/πωλήσεων/σπουδών/συμμετοχής/συντήρησης/σχεδιασμού/υγείας/φοίτησης/χρήσης (αυτοκινήτου). ~-απόδοση/ζημία/όφελος. Ανάλυση/αύξηση/εκτίμηση (πβ. κοστολόγηση)/κάλυψη/κατανομή/κέντρα/μείωση/παράγοντες/περικοπές/συνάρτηση/υπολογισμός ~ους. ~ σε ευρώ. Διαχειριστικά ~η. Πβ. αξία, τιμή. ΑΝΤ. κέρδος (1) 2. (μτφ.) οι δυσάρεστες συνέπειες απόφασης, επιλογής, πράξης: ανυπολόγιστο/κοινωνικό/οικολογικό ~. Ψυχικό και σωματικό ~. Πβ. τίμημα. ● ΣΥΜΠΛ.: εργατικό κόστος: ΟΙΚΟΝ. οι μισθοί (ημερομίσθια ή/και ωρομίσθια) και οι εισφορές των εργοδοτών στα διάφορα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης: φθηνό ~ ~., κόστος ζωής: οι συνολικές δαπάνες οι οποίες απαιτούνται για την αγορά βασικών ειδών ή υπηρεσιών (φαγητό, ενδυμασία, στέγη) που εξασφαλίζουν ικανοποιητικό επίπεδο ανθρώπινης διαβίωσης: δείκτης ~ους ~. Αυξημένο το ~ ~ στις τουριστικές περιοχές. Πβ. επίπεδο τιμών.[< αγγλ. cost of living, γαλλ. le coût de la vie] , μέσο κόστος: ΟΙΚΟΝ. το συνολικό ποσό που απαιτείται για την παραγωγή προϊόντων διαιρούμενο με την αντίστοιχη ποσότητα που παράχθηκε., πολιτικό κόστος: αρνητική επίπτωση στη δημοφιλία κομμάτων ή προσώπων που ασκούν εξουσία για αποφάσεις ή ενέργειές τους: Αναλαμβάνω/δεν με ενδιαφέρει το ~ ~. Το βαρύ ~ ~ των κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων. Πάταξη της διαφθοράς παρά το (όποιο) ~ ~., τιμή κόστους & κόστος: ΟΙΚΟΝ. η αξία ενός προϊόντος που συμπίπτει με τη δαπάνη παραγωγής του, χωρίς δηλ. να αφήνει κέρδος: Διατίθεται σε ~ ~. Πωλείται κάτω του ~ους., το κόστος του χρήματος: ΟΙΚΟΝ. το κέρδος που προκύπτει από το αρχικό κεφάλαιο δανεισμού και το τελικό πληρωτέο ποσό, όπως διαμορφώνεται από τα επιτόκια τη δεδομένη χρονική στιγμή, ο τόκος δανεισμού από χρηματοπιστωτκό οργανισμό., κόστος ανάπτυξης βλ. ανάπτυξη, κόστος ευκαιρίας βλ. ευκαιρία, πληθωρισμός κόστους βλ. πληθωρισμός ● ΦΡ.: μετράω το κόστος βλ. μετρώ [< ιταλ. costo, αγγλ. cost, γαλλ. coût] | |
| 26023 | κοστουμαρισμένος | , η, ο βλ. κουστουμαρισμένος | |
| 26024 | κοστούμι | βλ. κουστούμι | |
| 26025 | κοστουμιά | βλ. κουστουμιά | |
| 38793 | κότα | , ή, ό παρ-δα-λός επίθ. (προφ.) 1. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ., για ρούχο) με πολλά χρώματα. Πβ. ποικιλό-, πολύ-χρωμος. 2. (για ζώο ή πουλί) που έχει κηλίδες στο δέρμα ή στο φτέρωμά του αντίστοιχα. 3. (μτφ.) ανομοιογενής, ανομοιόμορφος: ~ό: πλήθος. 4. {στο θηλ.} γυναίκα που ντύνεται ή φέρεται έξαλλα. ● επίρρ.: παρδαλά ● ΦΡ.: θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι (μτφ.): για κάτι πολύ αστείο ή γελοίο, θα γελάσει πολύς κόσμος. Πβ. γελάνε και τα τσιμέντα, θα γελάσουν και οι κότες. ΣΥΝ. θα γελάσει (κι) ο κάθε πικραμένος [< μεσν. παρδαλός] | |
| 26027 | κότατζ | κό-τατζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κότατζ τσιζ: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. άπαχο, μαλακό, λευκό τυρί με ήπια γεύση, κρεμώδη υφή και κόκκους από αποβουτυρωμένο αγελαδινό γάλα. [< αμερικ. cottage (cheese), γαλλ. εμπορ. ονομασ. cottage, περ. 1980] | |
| 26028 | κοτάω | κο-τά-ω ρ. (μτβ.) {κοτ-άς ...} & κοτώ (λαϊκό): (συνήθ. με άρνηση) τολμώ, έχω τα κότσια να κάνω κάτι: Δεν ~ να του μιλήσω. Αν ~άς/σου ~άει, πλησίασε ξανά (= αν βαστάς/αν σου βαστάει)! ~άνε να έρθουν; Αμ, δεν ~άνε. [< μεσν. κοτώ] | |
| 26029 | κότερο | κό-τε-ρο ουσ. (ουδ.): μικρό, ελαφρύ ιστιοφόρο (με έναν ιστό) ή/και μηχανοκίνητο σκάφος αναψυχής· κατ΄επέκτ. κάθε ιδιωτικό, πολυτελές σκάφος αναψυχής: βόλτες/κρουαζιέρα/ταξίδια με το ~. Βλ. μαρίνα. ΣΥΝ. γιοτ, θαλαμηγός [< αγγλ. cutter, γαλλ. cotre] | |
| 26030 | κοτέτσι | κο-τέ-τσι ουσ. (ουδ.) {κοτετσ-ιού} 1. περιφραγμένος, ανοιχτός ή κλειστός, χώρος, όπου ζουν και εκτρέφονται κότες: ο κόκορας/η πόρτα του ~ιού. Βλ. μαντρί, στάνη. ΣΥΝ. ορνιθώνας 2. (μτφ.-προφ.) χώρος μικρός και ακατάστατος, βρόμικος: Αυτό δεν είναι σπίτι, είναι (σωστό) ~! Πβ. αχούρι, στάβλος. ● Υποκ.: κοτετσάκι (το) [< σλαβ. kotets] | |
| 26031 | κοτετσόσυρμα | κο-τε-τσό-συρ-μα ουσ. (ουδ.): λεπτό συρμάτινο εξάγωνο πλέγμα που χρησιμοποιείται για περίφραξη χώρου ή ενίσχυση υλικού: κλουβιά από ~.|| Πάπλωμα με ~. [< αγγλ. chicken wire] | |
| 26032 | κοτζάμ | κο-τζάμ επίθ. & κοτζαμάν & κοτζάμου {άκλ.} (λαϊκό-εμφατ.): ολόκληρος (για να δηλωθεί αναντιστοιχία ανάμεσα σε ιδιότητα και ενέργεια ή κατάσταση): Δεν ντρέπεσαι ~ άνδρας/μαντράχαλος να κάνεις τέτοια πράγματα; ~ επιστήμονας και δεν ξέρει να ...|| ~ αφίσα, δεν τη βλέπεις; ΑΝΤ. τόσος δα [< τουρκ. kocam] | |
| 26033 | κοτζαμπάσης | κο-τζα-μπά-σης ουσ. (αρσ.) & κοτζάμπασης 1. (μτφ.) καταπιεστής, δυνάστης: σύγχρονοι ~ηδες. Πβ. δερβέναγας, μπέης, σατράπης. 2. ΙΣΤ. (την περίοδο της Τουρκοκρατίας) πρόκριτος με διοικητικές αρμοδιότητες, επιφορτισμένος κυρ. με την είσπραξη φόρων. Πβ. δημογέροντας, προεστός, προύχοντας. [< τουρκ. kocabaşι] | |
| 26034 | κοτζαμπασισμός | κο-τζα-μπα-σι-σμός ουσ. (αρσ.): άσκηση εξουσίας με αυταρχικό και αυθαίρετο τρόπο: πολιτικός ~. Βλ. -ισμός. | |
| 26035 | κότινος | κό-τι-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧ. στεφάνι αγριελιάς που αποτελούσε το έπαθλο των νικητών των Ολυμπιακών Αγώνων: λιτός ~. Κέρδισε τον ~ο. Στεφανώθηκε με ~ο. 2. (μτφ.) ηθική ανταμοιβή: ο ~ της δόξας. [< 1: αρχ. κότινος] | |
| 26036 | κοτίσιος | , ια, ιο κο-τί-σιος επίθ.: που προέρχεται από κότα ή αναφέρεται σε αυτή: ~ια: κοπριά. ~ια: αβγά.|| (σπάν.-μτφ.) ~ια: συμπεριφορά (= δειλή). | |
| 26037 | κοτλέ | κοτ-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βελούδινο ύφασμα με ανάγλυφες κάθετες ραβδώσεις· συνεκδ. ρούχο από αυτό το ύφασμα: (ως επίθ.) ~ παντελόνι/σακάκι/φούστα. [< γαλλ. côtelé] | |
| 26038 | κοτολέτα | κο-το-λέ-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ψητό κομμάτι κρέας χωρίς κόκαλο που κόβεται κυρ. από τα πλευρά του σφάγιου και συνήθ. πανάρεται, πριν μαγειρευτεί: αρνίσιες (= παϊδάκια)/μοσχαρίσιες (= σνίτσελ)/χοιρινές ~ες.|| (κατ' επέκτ.) ~ες ψαριού. Βλ. -έτα. [< ιταλ. cotoletta, γαλλ. côtelette] | |
| 26039 | κοτομπέικον | κο-το-μπέ-ι-κον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κρέας κοτόπουλου τυλιγμένο με μπέικον: καλαμάκι/πίτα ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ