| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26040 | κοτομπουκιές | κο-το-μπου-κιές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. κοτομπουκιά}: ΜΑΓΕΙΡ. μικρά κομματάκια στήθους κοτόπουλου, που βουτιούνται σε αβγό και γαλέτα, τηγανίζονται και προσφέρονται συνήθ. ως ορεκτικό: ~ πανέ. Βλ. τυρομπουκιές. ● Υποκ.: κοτομπουκίτσες (οι) [< αμερικ. chicken nuggets, περ. 1950] | |
| 26041 | κοτόν | κο-τόν επίθ./ουσ. {άκλ.}: που είναι από βαμβάκι· συνεκδ. βαμβακερό ύφασμα: κλωστή ~ περλέ.|| Φορέματα από ~. Βλ. κασμίρι, σατέν. [< γαλλ. coton] | |
| 26042 | κοτόπιτα | κο-τό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με γέμιση από βρασμένο κοτόπουλο, κομμένο σε κομματάκια: βλάχικη/γιαννιώτικη ~. ~ με μπεσαμέλ. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: κοτοπιτάκι (το) | |
| 26043 | κοτοπουλιέρα | κο-το-που-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ψησταριά κοτόπουλου (και άλλων ψητών σούβλας): επιτραπέζια/ηλεκτρική/περιστροφική ~. ~ (υγρ)αερίου. Βλ. -ιέρα. 2. πυρίμαχο σκεύος για ψήσιμο κοτόπουλου: πήλινη ~. Βλ. γάστρα. | |
| 26044 | κοτόπουλο | κο-τό-που-λο ουσ. (ουδ.): κότα (ή κόκορας) μικρής ηλικίας, που εκτρέφεται κυρ. για το κρέας του· συνεκδ. το ίδιο το κρέας ως προϊόν διατροφής ή φαγητό: (ΟΡΝΙΘ.) βιολογικά ~α (= που τρέφονται με βιολογικές τροφές). ~α ελευθέρας βοσκής. Παραγωγή ~ων. Βλ. πουλερικό, πτηνοτροφία.|| ~α νωπά ή κατεψυγμένα. Μαύρο ~. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ με λαχανικά/πατάτες/ρύζι/χυλοπίτες. ~ βραστό/γεμιστό/γλυκόξινο/κοκκινιστό/λεμονάτο/μεθυσμένο/πανέ/σχάρας/τηγανητό/φούρνου/ψητό. ~ γιουβέτσι/σουβλάκι. Μπιφτέκι ~. Στήθος/φιλέτο ~. Ζωμός/μπουτάκια/φτερούγες ~ου. Πβ. ορνίθι. Βλ. πετεινάρι, -όπουλο. ● Υποκ.: κοτοπουλάκι (το): ΣΥΝ. κλωσόπουλο ● ΦΡ.: σαν κοτόπουλο (προφ.): ζαλισμένος: Ήμουν ~ ~ από την κούραση/τη νύστα/το ξενύχτι. | |
| 26045 | κοτοσαλάτα | κο-το-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με βασικό συστατικό κοτόπουλο κομμένο σε κομματάκια ή λωρίδες: δροσερή/ζεστή ~. ~ με μανιτάρια. Βλ. -σαλάτα. | |
| 26046 | κοτόσουπα | κο-τό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα από ζωμό βραστού κοτόπουλου, κότας ή κόκορα: ~ αβγολέμονο/με σπανάκι. Βλ. -σουπα. | |
| 26047 | κοτρόνα | κο-τρό-να ουσ. (θηλ.) & κοτρόνι (το) 1. μεγάλη πέτρα: τεράστιες ~ες. Βλ. βράχος. 2. (μτφ.) πολύ ανόητα λόγια: Πετάει κάτι ~ες! Πβ. κοτσάνα, κουταμάρα. [< *κροτόνι ‘χαλίκι’< κρότος. – παλαιότ. ορθογρ. κοτρώνα, κοτρώνι] | |
| 26048 | κοτσαδόρος | κο-τσα-δό-ρος ουσ. (αρσ.): εξάρτημα προσαρμοσμένο στο σασί του αυτοκινήτου, το οποίο χρησιμοποιείται για τη ρυμούλκηση τρέιλερ ή τροχόσπιτου: αποσπώμενος/διαιρούμενος ~. Η βάση/μπίλια του ~ου. Τοποθέτηση ~ου. Βλ. -αδόρος, μπαγκαζιέρα. | |
| 26049 | κοτσάκι | κο-τσά-κι ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ομοιοκατάληκτο δημώδες αυτοσχέδιο δίστιχο με οκτώ συλλαβές στον κάθε στίχο. Βλ. λιανοτράγουδο, μαντινάδα, ρίμα. 2. αντικριστός ζευγαρωτός ποντιακός χορός. Πβ. καρσιλαμάς. [< 1: μεσν. κοτσάκιν] | |
| 26050 | κότσαλο | κό-τσα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κοτσάνι που μένει, αφού βγάλουμε τους σπόρους από το καλαμπόκι. Βλ. κούκλα, σημ. 5, φρύγανο. [< βλάχικο cotsală] | |
| 26051 | κοτσάνα | κο-τσά-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): ανόητη κουβέντα ή σπανιότ. πράξη, μεγάλο λάθος: Αμόλησε/έριξε/πέταξε (χοντρή) ~! Όλο ~ες λέει!|| Έκανε ~. Είναι ~ να ...|| Γράφονται ~ες. Πβ. βλακεία, μπαρούφα, μπούρδα, χαζομάρα. | |
| 26052 | κοτσανάτος | , η, ο βλ. κοτσονάτος | |
| 26053 | κοτσάνι | κο-τσά-νι ουσ. (ουδ.) {κοτσαν-ιού} (προφ.): μίσχος άνθους, καρπού ή (εδώδιμου) χόρτου: λουλούδια με μακρύ ~. Αφαιρώ/βγάζω/κόβω τα ~ια από τις αγκινάρες/τα κεράσια/τις μελιτζάνες.|| Ξεχωρίζω τα φύλλα από τα ~ια. Δύο ~ια (= κλαράκια) άνηθο/σέλινο. Πβ. στέλεχος. ● Υποκ.: κοτσανάκι (το) ● ΦΡ.: την περνάω/την βγάζω κοτσάνι (αργκό): περνώ πάρα πολύ όμορφα. ΣΥΝ. (την) περνάω ζάχαρη [< τουρκ. koçan] | |
| 26054 | κότσαρι | κό-τσα-ρι ουσ. (ουδ.): είδος ποντιακού χορού. Βλ. πυρρίχιος. | |
| 26055 | κοτσάρω | κο-τσά-ρω ρ. (μτβ.) {κότσαρ-α κ. κοτσάρ-ισα, κοτσάρ-οντας} (προφ.) 1. προσθέτω κάτι το οποίο είναι συνήθ. περιττό, αταίριαστο ή εσφαλμένο, με διάθεση επίδειξης ή εντυπωσιασμού: ~ε ένα τεράστιο καπέλο στο κεφάλι της και βγήκε (πβ. βάζω, φορώ). Λανσάρουν το ίδιο προϊόν, ~οντας μπροστά τη λέξη "νέο". Πήγε και ~ε από πάνω τη σφραγίδα του (και δεν καταλαβαίνω τι γράφει). 2. επιβάλλω: Του ~αν ένα πρόστιμο ... ευρώ. 3. πασάρω: Μου ~ει ένα χαρτί να το πάω στην Εφορία. [< ιταλ. cozzare] | |
| 26056 | κότσι | κό-τσι ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) ανατομική ανωμαλία κατά την οποία το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού αποκτά κλίση, τείνοντας να ακουμπήσει πάνω στα υπόλοιπα δάχτυλα, με αποτέλεσμα την εξόγκωση της κεφαλής του πρώτου μεταταρσίου. Πβ. βλαισός μέγας δάκτυλος. 2. ΜΑΓΕΙΡ. κομμάτι κρέατος, από την κνήμη σφαγίου· κατ΄επέκτ. το αντίστοιχο φαγητό: αρνίσιο/μοσχαρίσιο (πβ. οσομπούκο)/χοιρινό ~.|| ~ στη γάστρα. 3. (προφ.) αστράγαλος (κυρ. δίχηλων ζώων)· (κατ' επέκτ.-παλαιότ.) παιδικό παιχνίδι που παιζόταν με αστραγάλους ζώων. Βλ. ζάρια, πεντόβολα. ● κότσια (τα) (μτφ.-προφ.): ψυχικό σθένος· τόλμη, θάρρος, κουράγιο: άντρας με/χωρίς ~. Θέλει γερά/μεγάλα/πολλά ~, για να καταφέρεις κάτι τέτοιο! Χρειάζεται ~ (για) να μιλήσεις ανοιχτά. Δεν έχει τα ~ να του αντιμιλήσει. Πβ. πυγμή. [< μεσν. κότσι(ν)] | |
| 26057 | κοτσίδα | κο-τσί-δα ουσ. (θηλ.): χτένισμα στο οποίο τα μακριά κυρ. γυναικεία μαλλιά χωρίζονται σε τρία συνήθ. μέρη και πλέκονται μεταξύ τους· κατ' επέκτ. οτιδήποτε έχει αυτό το σχήμα: σφιχτή/χαλαρή ~. Γαλλική ~ (: η οποία αρχίζει από το μπροστινό μέρος του κεφαλιού και καταλήγει πίσω). Δένω/μαζεύω/πιάνω τα μαλλιά (σε) ~. Την άρπαξε/τράβηξε από την ~. Πβ. αλογοουρά, πλεξούδα, πλόκαμος. Βλ. κότσος.|| Πλάθετε τα κουλουράκια/τα τσουρέκια σε ~ες. ● Υποκ.: κοτσιδάκι (το), κοτσιδούλα (η) ● ΦΡ.: τραβάω τα μαλλιά μου βλ. τραβώ | |
| 26058 | κοτσονάτος | , η [κοτσονᾶτος] κο-τσο-νά-τος επίθ. & (σπάν.) κοτσανάτος (προφ.): που έχει νεανική κορμοστασιά και ζωντάνια, παρά την προχωρημένη ηλικία του: ~ος: παππούς. ~η: γιαγιά. Λεβέντης και ~. Πβ. ακμαίος, θαλερός, καλοστεκούμενος. Βλ. -άτος. | |
| 26059 | κότσος | κό-τσος ουσ. (αρσ.): χτένισμα στο οποίο τα μακριά γυναικεία μαλλιά μαζεύονται και τυλίγονται στο πίσω μέρος του κεφαλιού με κοκαλάκια: σφιχτός/χαλαρός/ψηλός ~. Με σοβαρό ντύσιμο και αυστηρό ~ο. Είχε/έπιασε/μάζεψε τα μαλλιά της ~ο. Πβ. σινιόν. ● Υποκ.: κοτσάκι (το) ● ΦΡ.: με πιάνουν κότσο (μτφ.-προφ.): με πιάνουν κορόιδο, με εξαπατούν: Κοίτα μη σε πιάσουν ~ και σου πάρουν λεφτά (= μη σου τη φέρουν). [< μτγν. κόττος 'πετεινός'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ