Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2660-2680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1704ακονιστικός, ή, ό [ἀκονιστικός] α-κο-νι-στι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται για ακόνισμα: ~ός: λίθος/τροχός. ~ά: μηχανήματα.
1705ακόντιο[ἀκόντιο] α-κό-ντι-ο ουσ. (ουδ.) {ακοντ-ίου} 1. ΑΘΛ. όργανο ρίψης από ειδικό υλικό, που έχει μήκος 2,6-2,7 μέτρα και βάρος 800 γραμμάρια για τους άντρες και 2,2-2,3 μέτρα και 600 γραμμάρια για τις γυναίκες˙ (συχνότ. συνεκδ.) το αντίστοιχο αγώνισμα: Βολή ~ίου. Εκσφενδονίζω/πετάω/ρίχνω το ~. Το ~ καρφώθηκε στα ... μέτρα.|| Αθλητής που αποτελεί μεγάλη ελπίδα για το ~ (= τον ακοντισμό). 2. ΑΡΧ. ξύλινο κοντάρι με μεταλλική αιχμή (ως όπλο ή αθλητικό όργανο). Πβ. δόρυ. [< αρχ. ἀκόντιον]
1706ακοντισμός[ἀκοντισμός] α-κο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου, κατά το οποίο ο αθλητής, παίρνοντας φόρα, ρίχνει με το ένα χέρι το ακόντιο όσο μπορεί πιο μακριά: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. Πρωταθλητής ~ού. Πβ. ακόντιο. Βλ. δισκοβολία, -ισμός. [< μτγν. ἀκοντισμός, αγγλ. javelin-(throwing), 1902]
1707ακοντιστής[ἀκοντιστής] α-κο-ντι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΑΘΛ. {θηλ. ακοντίστρια} αθλητής του ακοντισμού. 2. ΑΡΧ. πολεμιστής οπλισμένος με ακόντιο. Βλ. τοξότης. [< 2: αρχ. ἀκοντιστής]
1708ακοόγραμμα[ἀκοόγραμμα] α-κο-ό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) & ακουόγραμμα: ΙΑΤΡ. γραφική παράσταση που απεικονίζει την ακουστική ικανότητα· συνεκδ. η αντίστοιχη ιατρική εξέταση: τονικό ~. [< γαλλ. audiogramme, 1951, αγγλ. audiogram, 1927]
1709ακοολογίαβλ. ακουολογία
1710ακοολογικός, ή, ό βλ. ακουολογικός
1711ακοομετρία[ἀκοομετρία] α-κο-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) & ακουομετρία: ΙΑΤΡ. μέτρηση της ακουστικής οξύτητας με ακοόμετρο: ανιχνευτική/διαγνωστική/ομιλητική/τονική/φωνητική ~. ~ καθαρών τόνων. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. audiométrie, περ. 1950, αγγλ. audiometry]
1712ακοομετρικός, ή, ό [ἀκοομετρικός] α-κο-ο-με-τρι-κός επίθ. & ακουομετρικός: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην ακοομετρία ή στο ακοόμετρο: ~ή: εξέταση. ~ό: διάγραμμα. ~ά: τεστ. [< γαλλ. audiométrique, αγγλ. audiometric]
1713ακοόμετρο[ἀκοόμετρο] α-κο-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.) & ακουόμετρο: ΙΑΤΡ. ηλεκτρονική συσκευή μέτρησης της ακουστικής οξύτητας. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. audiomètre, αγγλ. audiometer]
1714ακόπιαστος, η, ο [ἀκόπιαστος] α-κό-πια-στος επίθ. (λαϊκό) & ακοπίαστος: που δεν απαιτεί κόπο, κούραση: ~η: λύση. ΣΥΝ. άκοπος2 ΑΝΤ. κοπιαστικός ● επίρρ.: ακόπιαστα & ακοπίαστα [< μεσν. ακόπιαστος]
1715άκοπος1, η, ο [ἄκοπος] ά-κο-πος επίθ. & (προφ.) άκοφτος 1. που δεν έχει κοπεί: ~η: πίτα. ~ες: επιταγές. ~α: διαμάντια (= ακατέργαστα)/νύχια/χαρτονομίσματα (: που δεν έχουν κυκλοφορήσει). Βιβλίο με ~α φύλλα. ΑΝΤ. κομμένος (1) 2. (σπάν.) που δεν έχει αλεστεί: ~ος: καφές. ~ο: πιπέρι. ΑΝΤ. αλεσμένος. [< αρχ. ἄκοπος]
1716άκοπος2, η, ο [ἄκοπος] ά-κο-πος επίθ. (λόγ.): που δεν απαιτεί κόπο, που αποκτάται χωρίς κούραση: ~ος: πλουτισμός. ~η: δουλειά/ζωή (= άνετη, εύκολη). ~ο: εισόδημα. ~α: κέρδη. ΣΥΝ. ακόπιαστος, ξεκούραστος (2) ΑΝΤ. κοπιαστικός, κοπιώδης ● επίρρ.: άκοπα & (λόγ.) ακόπως [< αρχ. ἄκοπος]
1717ακόρεστος, η, ο [ἀκόρεστος] α-κό-ρε-στος επίθ. 1. (λόγ.) που δεν έχει ή δεν μπορεί να κορεστεί ή να ικανοποιηθεί: ~ος: καταναλωτής. ~η: πείνα.|| (μτφ.) ~ος: εγωισμός/πόθος (= αδηφάγος). ~η: ανάγκη/απληστία/βουλιμία (για εξουσία)/διάθεση (για ζωή)/δίψα (για μάθηση)/επιθυμία/μανία (για εκδίκηση)/όρεξη (για δημιουργία)/περιέργεια/σεξουαλικότητα/φιλοδοξία. ~ο: πάθος (βλ. άσβεστος). 2. ΧΗΜ. (για διάλυμα) που περιέχει μικρότερη ποσότητα διαλυτής ουσίας από όση μπορεί να διαλυθεί σε αυτό. ΑΝΤ. κορεσμένος (2) ● επίρρ.: ακόρεστα ● ΣΥΜΠΛ.: ακόρεστα λιπαρά οξέα: ΧΗΜ. των οποίων η ανθρακική αλυσίδα έχει έναν ή περισσότερους ακόρεστους δεσμούς μεταξύ των ανθράκων. Βλ. μονοακόρεστα λιπαρά οξέα., ακόρεστα λίπη: ΧΗΜ. λιπαρά οξέα που περιέχουν στο μόριό τους τέσσερα ως είκοσι άτομα άνθρακα με έναν ή περισσότερους διπλούς δεσμούς: Διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και ~ ~. Τα ~ ~ περιέχονται σε ψάρια και φυτικά προϊόντα. Βλ. πολυακόρεστα λίπη., ακόρεστη ένωση: ΧΗΜ. οργανική ένωση, το μόριο της οποίας περιέχει άτομα άνθρακα με έναν τουλάχιστον πολλαπλό δεσμό., ακόρεστη ζώνη: ΓΕΩΛ. που βρίσκεται μεταξύ της επιφάνειας της Γης και του υδροφόρου ορίζοντα. ΑΝΤ. ζώνη κορεσμού, ακόρεστοι υδρογονάνθρακες: ΧΗΜ. οργανικές ενώσεις που αποτελούνται από άτομα άνθρακα και υδρογόνου με κύριο χαρακτηριστικό την παρουσία ενός ή περισσοτέρων ακόρεστων διπλών ή τριπλών δεσμών μεταξύ των ατόμων του άνθρακα. Βλ. αλκαδιένια, αλκένια, αλκίνια., ακόρεστος δεσμός: ΧΗΜ. που αποτελείται από δύο ή τρία κοινά ζεύγη ηλεκτρονίων, συνδέει δύο άτομα και αποκαλείται αντίστοιχα διπλός ή τριπλός. [< 1: αρχ. ἀκόρεστος 2: γαλλ. insaturé, αγγλ. unsaturated]
1718ακορντεόν[ἀκορντεόν] α-κορ-ντε-όν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. φορητό μουσικό όργανο που αποτελείται από πτυχωτό τμήμα (φυσερό), με πλήκτρα από τη μια και κουμπιά από την άλλη πλευρά, το οποίο, καθώς συμπιέζεται ή εκτείνεται, πάλλει μεταλλικές γλωττίδες: διατονικό/χρωματικό ~. Σολίστας του ~. [< γαλλ. accordéon]
1719ακορντεονίστας, ακορντεονίστρια[ἀκορντεονίστας] α-κορ-ντε-ο-νί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. θηλ. ακορντεονίστα}: μουσικός που παίζει ακορντεόν. [< γαλλ. accordéoniste]
1720ακόρντο[ἀκόρντο] α-κόρ-ντο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. συγχορδία: ανάποδο (: ο ήχος του ακούγεται από το τέλος προς την αρχή)/αρμονικό/εναρκτήριο ~. Νότες ~ου. Απότομα/έντονα ~α. ~α για κιθάρα/μπουζούκι. [< ιταλ. accordo]
1723ακόσμητος, η, ο [ἀκόσμητος] α-κό-σμη-τος επίθ.: που δεν έχει διακοσμηθεί: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~η: επιτύμβια στήλη/ζωφόρος/μετόπη (ναού). ~ο: αγγείο/σκεύος. Πβ. αδιακόσμητος. [< αρχ. ἀκόσμητος]
1724ακοσμία[ἀκοσμία] α-κο-σμί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): απρέπεια, αγένεια, ανάρμοστη συμπεριφορά: Η επιστολή του είναι δείγμα ~ας και εμπάθειας. Βλ. ακολασία, ασχημοσύνη, χυδαιότητα. ΑΝΤ. ευπρέπεια, κοσμιότητα [< αρχ. ἀκοσμία]
1725άκοσμος, η, ο [ἄκοσμος] ά-κο-σμος επίθ. (επίσ.): απρεπής, ανάρμοστος: ~ος: χαρακτηρισμός. ~η: έκφραση/εμφάνιση/συμπεριφορά (= αήθης)/χειρονομία. ~ο: ύφος. ΑΝΤ. ευπρεπής (1), κόσμιος ● επίρρ.: άκοσμα & (λόγ.) ακόσμως [< αρχ. ἄκοσμος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.