Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2660-2680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1698ακονάκι[ἀκονάκι] α-κο-νά-κι ουσ. (ουδ.) & κονάκι: ΖΩΟΛ. σαύρα χωρίς πόδια που μοιάζει με φίδι (επιστ. ονομασ. Angua fragilis, A. graeca).
1699ακόνι[ἀκόνι] α-κό-νι ουσ. (ουδ.): εργαλείο για τρόχισμα: χαλύβδινο ~. ~ για μαχαίρια. Τροχίζω το ψαλίδι στο ~. Βλ. μύλη.|| (μτφ.-λογοτ.) Στο ~ της αλήθειας. Πβ. ακονιστήρι. [< μεσν. ακόνι(ν)]
1700ακονίζω[ἀκονίζω] α-κο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ακόνι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, ακονίζ-οντας, ακονι-σμένος} 1. καθιστώ κάτι περισσότερο αιχμηρό ή κοφτερό από όσο είναι: ~ μαχαίρι/τσεκούρι. ~σμένη: μύτη (λεπίδας). ΣΥΝ. τροχίζω (1) 2. (μτφ.) βελτιώνω, (εξ)ασκώ, οξύνω, γυμνάζω: ~ τις αισθήσεις/τις δεξιότητές/τη σκέψη/τη φαντασία μου. ~σμένη: μνήμη. Τα σταυρόλεξα/τα παζλ ~ουν το μυαλό. ΑΝΤ. αμβλύνω (2) ● ΦΡ.: ακονίζουν τα μαχαίρια /τα νύχια τους (μτφ.): προετοιμάζονται για έντονη αντιπαράθεση ή σύγκρουση: ~ουν ~ τους εν όψει της κρίσιμης αναμέτρησης., ακονίζω τα δόντια μου (μτφ.): προετοιμάζομαι να επωφεληθώ από τις περιστάσεις: Οι μεγαλοκαρχαρίες/τα λαμόγια ~ουν ~ τους. [< μεσν. ακονίζω]
1701ακόνισμα[ἀκόνισμα] α-κό-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {ακονίσμ-ατος | -ατα} 1. τρόχισμα: ~ σιδηρών εργαλείων. Πλάκα/τροχός ~ατος. 2. (μτφ.) όξυνση, άσκηση συνήθ. πνευματικής λειτουργίας: ~ της μνήμης.
1702ακονιστήρι[ἀκονιστήρι] α-κο-νι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): όργανο κατάλληλο για ακόνισμα: (για ξυράφι, κυρ. κουρείου) δερμάτινο ~.|| (μτφ.) ~ του μυαλού. Πβ. ακόνι, τροχός. Βλ. -τήρι.
1703ακονιστής[ἀκονιστής] α-κο-νι-στής ουσ. (αρσ.) 1. εργαλείο που ακονίζει, τροχίζει: αυτόματος/ηλεκτρικός ~. 2. (παλαιότ.) πρόσωπο που είχε ως επάγγελμα το ακόνισμα: πλανόδιος ~.
1704ακονιστικός, ή, ό [ἀκονιστικός] α-κο-νι-στι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται για ακόνισμα: ~ός: λίθος/τροχός. ~ά: μηχανήματα.
1705ακόντιο[ἀκόντιο] α-κό-ντι-ο ουσ. (ουδ.) {ακοντ-ίου} 1. ΑΘΛ. όργανο ρίψης από ειδικό υλικό, που έχει μήκος 2,6-2,7 μέτρα και βάρος 800 γραμμάρια για τους άντρες και 2,2-2,3 μέτρα και 600 γραμμάρια για τις γυναίκες˙ (συχνότ. συνεκδ.) το αντίστοιχο αγώνισμα: Βολή ~ίου. Εκσφενδονίζω/πετάω/ρίχνω το ~. Το ~ καρφώθηκε στα ... μέτρα.|| Αθλητής που αποτελεί μεγάλη ελπίδα για το ~ (= τον ακοντισμό). 2. ΑΡΧ. ξύλινο κοντάρι με μεταλλική αιχμή (ως όπλο ή αθλητικό όργανο). Πβ. δόρυ. [< αρχ. ἀκόντιον]
1706ακοντισμός[ἀκοντισμός] α-κο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου, κατά το οποίο ο αθλητής, παίρνοντας φόρα, ρίχνει με το ένα χέρι το ακόντιο όσο μπορεί πιο μακριά: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. Πρωταθλητής ~ού. Πβ. ακόντιο. Βλ. δισκοβολία, -ισμός. [< μτγν. ἀκοντισμός, αγγλ. javelin-(throwing), 1902]
1707ακοντιστής[ἀκοντιστής] α-κο-ντι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΑΘΛ. {θηλ. ακοντίστρια} αθλητής του ακοντισμού. 2. ΑΡΧ. πολεμιστής οπλισμένος με ακόντιο. Βλ. τοξότης. [< 2: αρχ. ἀκοντιστής]
1708ακοόγραμμα[ἀκοόγραμμα] α-κο-ό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) & ακουόγραμμα: ΙΑΤΡ. γραφική παράσταση που απεικονίζει την ακουστική ικανότητα· συνεκδ. η αντίστοιχη ιατρική εξέταση: τονικό ~. [< γαλλ. audiogramme, 1951, αγγλ. audiogram, 1927]
1709ακοολογίαβλ. ακουολογία
1710ακοολογικός, ή, ό βλ. ακουολογικός
1711ακοομετρία[ἀκοομετρία] α-κο-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) & ακουομετρία: ΙΑΤΡ. μέτρηση της ακουστικής οξύτητας με ακοόμετρο: ανιχνευτική/διαγνωστική/ομιλητική/τονική/φωνητική ~. ~ καθαρών τόνων. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. audiométrie, περ. 1950, αγγλ. audiometry]
1712ακοομετρικός, ή, ό [ἀκοομετρικός] α-κο-ο-με-τρι-κός επίθ. & ακουομετρικός: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην ακοομετρία ή στο ακοόμετρο: ~ή: εξέταση. ~ό: διάγραμμα. ~ά: τεστ. [< γαλλ. audiométrique, αγγλ. audiometric]
1713ακοόμετρο[ἀκοόμετρο] α-κο-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.) & ακουόμετρο: ΙΑΤΡ. ηλεκτρονική συσκευή μέτρησης της ακουστικής οξύτητας. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. audiomètre, αγγλ. audiometer]
1714ακόπιαστος, η, ο [ἀκόπιαστος] α-κό-πια-στος επίθ. (λαϊκό) & ακοπίαστος: που δεν απαιτεί κόπο, κούραση: ~η: λύση. ΣΥΝ. άκοπος2 ΑΝΤ. κοπιαστικός ● επίρρ.: ακόπιαστα & ακοπίαστα [< μεσν. ακόπιαστος]
1715άκοπος1, η, ο [ἄκοπος] ά-κο-πος επίθ. & (προφ.) άκοφτος 1. που δεν έχει κοπεί: ~η: πίτα. ~ες: επιταγές. ~α: διαμάντια (= ακατέργαστα)/νύχια/χαρτονομίσματα (: που δεν έχουν κυκλοφορήσει). Βιβλίο με ~α φύλλα. ΑΝΤ. κομμένος (1) 2. (σπάν.) που δεν έχει αλεστεί: ~ος: καφές. ~ο: πιπέρι. ΑΝΤ. αλεσμένος. [< αρχ. ἄκοπος]
1716άκοπος2, η, ο [ἄκοπος] ά-κο-πος επίθ. (λόγ.): που δεν απαιτεί κόπο, που αποκτάται χωρίς κούραση: ~ος: πλουτισμός. ~η: δουλειά/ζωή (= άνετη, εύκολη). ~ο: εισόδημα. ~α: κέρδη. ΣΥΝ. ακόπιαστος, ξεκούραστος (2) ΑΝΤ. κοπιαστικός, κοπιώδης ● επίρρ.: άκοπα & (λόγ.) ακόπως [< αρχ. ἄκοπος]
1717ακόρεστος, η, ο [ἀκόρεστος] α-κό-ρε-στος επίθ. 1. (λόγ.) που δεν έχει ή δεν μπορεί να κορεστεί ή να ικανοποιηθεί: ~ος: καταναλωτής. ~η: πείνα.|| (μτφ.) ~ος: εγωισμός/πόθος (= αδηφάγος). ~η: ανάγκη/απληστία/βουλιμία (για εξουσία)/διάθεση (για ζωή)/δίψα (για μάθηση)/επιθυμία/μανία (για εκδίκηση)/όρεξη (για δημιουργία)/περιέργεια/σεξουαλικότητα/φιλοδοξία. ~ο: πάθος (βλ. άσβεστος). 2. ΧΗΜ. (για διάλυμα) που περιέχει μικρότερη ποσότητα διαλυτής ουσίας από όση μπορεί να διαλυθεί σε αυτό. ΑΝΤ. κορεσμένος (2) ● επίρρ.: ακόρεστα ● ΣΥΜΠΛ.: ακόρεστα λιπαρά οξέα: ΧΗΜ. των οποίων η ανθρακική αλυσίδα έχει έναν ή περισσότερους ακόρεστους δεσμούς μεταξύ των ανθράκων. Βλ. μονοακόρεστα λιπαρά οξέα., ακόρεστα λίπη: ΧΗΜ. λιπαρά οξέα που περιέχουν στο μόριό τους τέσσερα ως είκοσι άτομα άνθρακα με έναν ή περισσότερους διπλούς δεσμούς: Διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και ~ ~. Τα ~ ~ περιέχονται σε ψάρια και φυτικά προϊόντα. Βλ. πολυακόρεστα λίπη., ακόρεστη ένωση: ΧΗΜ. οργανική ένωση, το μόριο της οποίας περιέχει άτομα άνθρακα με έναν τουλάχιστον πολλαπλό δεσμό., ακόρεστη ζώνη: ΓΕΩΛ. που βρίσκεται μεταξύ της επιφάνειας της Γης και του υδροφόρου ορίζοντα. ΑΝΤ. ζώνη κορεσμού, ακόρεστοι υδρογονάνθρακες: ΧΗΜ. οργανικές ενώσεις που αποτελούνται από άτομα άνθρακα και υδρογόνου με κύριο χαρακτηριστικό την παρουσία ενός ή περισσοτέρων ακόρεστων διπλών ή τριπλών δεσμών μεταξύ των ατόμων του άνθρακα. Βλ. αλκαδιένια, αλκένια, αλκίνια., ακόρεστος δεσμός: ΧΗΜ. που αποτελείται από δύο ή τρία κοινά ζεύγη ηλεκτρονίων, συνδέει δύο άτομα και αποκαλείται αντίστοιχα διπλός ή τριπλός. [< 1: αρχ. ἀκόρεστος 2: γαλλ. insaturé, αγγλ. unsaturated]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.