| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26060 | κότσυφας | κό-τσυ-φας ουσ. (αρσ.) & κοτσύφι (το): ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Turdus merula) με κίτρινο ράμφος και λαμπερό μαύρο (για το αρσενικό) ή καφετί (για το θηλυκό) φτέρωμα. Βλ. νερο~, πετρο~, στρουθιόμορφα. [< μεσν. κότσυφος, κόσσυφας < αρχ. κόσσυφος] | |
| 26061 | κοτύλη | κο-τύ-λη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. κυπελλοειδής κοιλότητα της λεκάνης, στην οποία προσαρμόζεται η κεφαλή του μηριαίου οστού: κατάγματα ~ης. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρό αγγείο πόσης με δύο οριζόντιες λαβές, που το χρησιμοποιούσαν και ως μέτρο χωρητικότητας: κορινθιακή ~. Βλ. κάνθαρος, κρατήρας, κύλικα, κύπελλο, ρυτό, σκύφος. 3. ΖΩΟΛ. καθένας από τους μυζητήρες (βεντούζες) των κεφαλόποδων. [< αρχ. κοτύλη, γαλλ.-αγγλ. cotyle] | |
| 26062 | κοτυληδόνα | κο-τυ-λη-δό-να ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΒΟΤ. μικρό φύλλο του φυτικού σπέρματος, το οποίο αποτελεί αποθηκευτικό χώρο θρεπτικών ουσιών. Βλ. ενδο-, περι-σπέρμιο, μονο-, δι-κοτυλήδονα. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) καθένα από τα διαμερίσματα στα οποία χωρίζεται ο πλακούντας. [< αρχ. κοτυληδών, γαλλ. cotylédon, αγγλ. cotyledon] | |
| 26063 | κοτώ | βλ. κοτάω | |
| 26064 | κου | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το γράμμα κάπα. | |
| 26065 | κουάκερ | κου-ά-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. νιφάδες βρόμης που τρώγονται συνήθ. ως πρόγευμα: βρασμένο/ωμό ~. Ένα μπολ ~. ~ με γάλα. Βλ. κορν φλέικς, μούσλι. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Quaker Oats, 1894] | |
| 26066 | κουάκερος | κου-ά-κε-ρος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΘΡΗΣΚ. μέλος του προτεσταντικού κινήματος της Κοινωνίας ή Εκκλησίας των Φίλων. [< αγγλ. Quaker] | |
| 26067 | κουαντρό | κου-α-ντρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. άχρωμο λικέρ με γεύση πορτοκαλιού. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. cointreau] | |
| 26068 | κουάξ κουάξ | κου-άξ επιφών. {άκλ.}: κόασμα βατράχου. Βλ. κούκου, κουκουβάου. [< αρχ. κοάξ, λ. ηχομιμητ.] | |
| 26069 | κουάρκ | κου-άρκ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΦΥΣ. ΠΥΡ. στοιχειώδες σωματίδιο της ύλης με ηλεκτρικό φορτίο που ισοδυναμεί με ένα ή δύο τρίτα του φορτίου των ηλεκτρονίων· αποτελεί συστατικό των βαρυονίων και μεσονίων (δηλ. των αδρονίων): η θεωρία των ~. Βλ. αντι~, γκλουόνιο. [< αμερικ. quark, 1964] | |
| 26070 | κουαρτέτο | κου-αρ-τέ-το ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ. σύνθεση για τέσσερα όργανα ή φωνές· κατ' επέκτ. τετραμελής ομάδα εκτελεστών που ερμηνεύει αντίστοιχες συνθέσεις: ~ για έγχορδα.|| ~ κιθάρας/πνευστών/τζαζ. Συναυλία του ~ου ... Βλ. κουιντέτο, ντουέτο, οκτέτο, σεξτέτο, σεπτέτο, σόλο, τετραφωνία, τρίο. 2. (προφ.) ομάδα ή παρέα τεσσάρων ατόμων: ~ υποψηφίων. [< ιταλ. quartetto] | |
| 26071 | κουάρτζ | κου-άρτζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΡΥΚΤ. χαλαζίας: ροζ ~. [< αγγλ. quartz, γερμ. Quarz] | |
| 26072 | κουάρτο | κου-άρ-το ουσ. (ουδ.) 1. το ένα τέταρτο μιας μονάδας μέτρησης. ΣΥΝ. κάρτο 2. φύλλο χαρτιού διπλωμένο στα τέσσερα και το αντίστοιχο βιβλίο που αποτελείται από σελίδες τέτοιου μεγέθους. [< ιταλ. quarto] | |
| 26073 | κουασιμόδος | κου-α-σι-μό-δος ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ, μετωνυμ.): πολύ άσχημος, αποκρουστικός άνδρας. Πβ. κακάσχημος, τέρας. [< γαλλ. Quasimodo] | |
| 26074 | κουάφ | κου-άφ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: σύνθεση από λουλούδια που συμπληρώνει το χτένισμα κυρ. της νύφης. Βλ. κορσάζ, μπουτονιέρα. [< γαλλ. coiffe] | |
| 26075 | κουβαλάω | βλ. κουβαλώ | |
| 26076 | κουβάλημα | κου-βά-λη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κοπιαστική μεταφορά φορτίου: ~ του μωρού στην αγκαλιά. ~ της βαλίτσας.|| (μτφ., στο ποδόσφαιρο:) ~ της μπάλας (= προώθησή της στην επίθεση). [< μεσν. κουβάλημα] | |
| 26077 | κουβαλητής | κου-βα-λη-τής ουσ. (αρσ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) σύζυγος και πατέρας που δουλεύει και εξασφαλίζει στα μέλη της οικογένειάς του τα προς το ζην: το πρότυπο/ο ρόλος του άνδρα-~ή. Βλ. η κολόνα/ο στύλος του σπιτιού. 2. (παλαιότ.) πρόσωπο που κουβαλά φορτία: ~ές εμπορευμάτων. Πβ. αχθοφόρος, βαστάζος, μεταφορέας, χαμάλης.|| (μτφ., κυρ. στο ποδόσφαιρο) ~ της μπάλας (: ο παίκτης που την προωθεί στην επίθεση). 3. (μτφ.-μειωτ.) όργανο, υπηρέτης: ~ές ξένων συμφερόντων. Πβ. μαριονέτα, πιόνι, υποχείριο, φερέφωνο. ΣΥΝ. νεροκουβαλητής (1) | |
| 26078 | κουβαλητός | , ή, ό κου-βα-λη-τός επίθ. (προφ.) 1. που μεταφέρθηκε από άλλους κάπου, είτε επειδή προέβαλλε αντίσταση είτε επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει (λόγω ασθένειας ή τραυματισμού): Τον πήγαν ~ό. Πβ. σηκωτός. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (αρνητ. συνυποδ.) που έχει πάει κάπου για λόγους σκοπιμότητας, υπακούοντας σε εντολές ανωτέρων: ~οί: έποικοι. [< μεσν. κουβαλητός] | |
| 26079 | κουβαλώ | [κουβαλῶ] κου-βα-λώ ρ. (μτβ.) {κουβαλ-άς, -ά κ. -άει ...| κουβάλ-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, -ώντας, -ημένος} & κουβαλάω (προφ.) 1. μεταφέρω, έχω κάτι πάνω μου: ~ αποσκευές/βιβλία/κιβώτια/φορτίο. ~ κάτι στην πλάτη/στους ώμους μου. ~ τα ψώνια με το καρότσι/τα χέρια. Κατέβαινε τη σκάλα, ~ώντας σακιά. ~ησα (= πήγα) τα πράγματα από το ένα σπίτι στο άλλο (βλ. μετακομίζω). Τι ~άς στην τσάντα σου και είναι τόσο βαριά; Το τραπέζι δεν ~ιέται με τίποτα (: είναι πολύ βαρύ). ~ήθηκαν τόνοι άμμου.|| Όπου κι αν πάει, ~άει (= παίρνει) μαζί του το κινητό. ~άς (= έχεις) μαζί σου χρήματα; ~ούσε μπαστούνι/ομπρέλα. Πβ. βαστώ, κρατώ.|| (μτφ.) ~άει στην πλάτη του πολλά χρόνια. ~άει μεγάλη τρέλα/τραύματα από την παιδική του ηλικία. ~άμε βαριά κληρονομιά. ~άνε μέσα τους την παράδοση. Είναι αντάξια του ονόματος που ~άει (= φέρει). 2. (μτφ.) φέρνω κάποιον σε ένα μέρος, συχνά χωρίς να το θέλει ή να είναι επιθυμητός: Για ποιο λόγο με ~ησες εδώ; Τον ~ησαν με το ζόρι. Μου ~ησε και τη μάνα της μαζί. ● Παθ.: κουβαλιέμαι: πηγαίνω κάπου, συνήθ. απρόσκλητος ή ανεπιθύμητος: Μου ~ιέται κάθε τρεις και λίγο εδώ. Ελπίζω να μη μου ~ηθεί όλο το σόι στο σπίτι. Του ~ήθηκαν με το έτσι θέλω. Πβ. φορτώνομαι σε κάποιον.|| Άδικα/τσάμπα ~ηθήκαμε στη σχολή, δεν θα γίνουν τα μαθήματα. ● ΦΡ.: κουβαλάει νερό στον μύλο κάποιου (μτφ.): παρέχει, συνήθ. άθελά του, τα επιχειρήματα που ενισχύουν τις θέσεις αντίπαλης πλευράς ή τα μέσα που εξυπηρετούν τα συμφέροντά της: Με όσα λες ~άς ~ του ρατσισμού και του φανατισμού. Βλ. νεροκουβαλητής., (ο καθένας) σηκώνει/κουβαλάει τον σταυρό του βλ. σταυρός, κουβαλώ/σηκώνω στους ώμους (μου) βλ. ώμος, με τα μυαλά που έχεις/κουβαλάς ... βλ. μυαλό [< μεσν. κουβαλώ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ