Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26800-26820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26080κουβανέζικος, η, ο κου-βα-νέ-ζι-κος επίθ. & (επίσ.) κουβανικός, ή, ό: που σχετίζεται με την Κούβα ή/και τους Κουβανούς: ~ο: ρούμι. ~α: πούρα. Η ~η επανάσταση.
26081κουβάρικου-βά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. νήμα που έχει τυλιχθεί σε σχήμα μικρής μπάλας: μπερδεμένο ~. Ένα ~ κλωστής/μαλλί (βλ. κούκλα)/σπάγγου. 2. (μτφ.) καθετί που μοιάζει με αυτό: Τα ρούχα είχαν γίνει ~ (= είχαν ανακατευτεί) μέσα στη ντουλάπα.|| Το ~ της διπλωματίας (πβ. γόρδιος δεσμός). Μπλέχτηκαν ~ οι αναμνήσεις/οι σκέψεις στο μυαλό μου. Τα έχει κάνει ~ (= τα έχει μπλέξει). ● Υποκ.: κουβαράκι (το) ● ΦΡ.: γίνομαι ένα κουβάρι (μτφ.) 1. αγκαλιάζομαι με κάποιον: Όλοι έγιναν ~ και πανηγύριζαν τη νίκη. Έγινε ~ με τον κόσμο. 2. διπλώνομαι, κουλουριάζομαι συνήθ. από κούραση, πόνο ή ζαρώνω λόγω γηρατειών. Πβ. κουβαριάζομαι., μαλλιά κουβάρια βλ. μαλλί, ξετυλίγω το κουβάρι/το νήμα βλ. ξετυλίγω [< μεσν. κουβάρι(ν)]
26082κουβαριάζωκου-βα-ριά-ζω ρ. (μτβ.) (προφ.): τυλίγω κάτι (κυρ. νήμα ή καλώδιο) με τέτοιον τρόπο, ώστε να σχηματιστεί κουβάρι: || (κατ' επέκτ.) ~ει τα σκεπάσματα. Ρούχα ~σμένα μέσα σε σακούλες. ● Παθ.: κουβαριάζομαι {κουβαριά-στηκε, -σμένος} (μτφ.): κουλουριάζομαι: ~στηκε κάτω από το πάπλωμα. ~σμένη από τους πόνους. Καθόταν ~σμένος στο πάτωμα. Πβ. ζαρώνω, μαζεύομαι.
26083κουβαρίστρακου-βα-ρί-στρα ουσ. (θηλ.): μικρό, κυλινδρικό, συνήθ. πλαστικό αντικείμενο, γύρω από το οποίο είναι τυλιγμένο το νήμα, κυρ. η κλωστή ραψίματος. Βλ. καρούλι, μασούρι, μπομπίνα, πηνίο.
26084κουβαρντάδικος, η, ο βλ. χουβαρντάδικος
26085κουβαρνταλίκιβλ. χουβαρνταλίκι
26086κουβαρντάςβλ. χουβαρντάς
26087κουβαρντοσύνηβλ. χουβαρντοσύνη
26088κουβάςκου-βάς ουσ. (αρσ.) 1. δοχείο κυλινδρικού σχήματος, με σώμα και στόμιο πιο φαρδύ από τη βάση του, χωρίς καπάκι και με ημικυκλικό χερούλι που ενώνει τις δύο πλευρές του, το οποίο χρησιμοποιείται για τη μεταφορά συνήθ. υγρών· κατ' επέκτ. εξάρτημα οχήματος που μοιάζει στο σχήμα ή στη λειτουργία με το αντίστοιχο δοχείο: μεταλλικός/πλαστικός ~. ~ σφουγγαρίσματος. ~άδες με νερό. Ένας ~ μπογιά (: η αντίστοιχη ποσότητα). Πβ. μπιτόνι, μπουγέλο.|| ~ φόρτωσης. Τρακτέρ με (υδραυλικό) ~ά. 2. (μτφ.-προφ.-εμφατ.) πολύ μεγάλη ποσότητα (συνήθ. υγρού): Ήπιε έναν ~ά καφέ, για να ξυπνήσει. Αν δεν χυθεί ιδρώτας με τους ~άδες, ... Πβ. ποτάμι. 3. (μτφ.-μειωτ.) αυτοκίνητο μικρού κυβισμού. 4. (μτφ.-μειωτ.) πολύ κοντός άνθρωπος (συνήθ. άντρας). Πβ. ζουμπάς. ● Υποκ.: κουβαδάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: πήγε στον κουβά (αργκό): (στο Πάμε Στοίχημα) για λανθασμένη πρόβλεψη. ΑΝΤ. πήγε ταμείο (1), το κουβαδάκι σου και σ' άλλη παραλία! (προφ.): σήκω και φύγε από ΄δω! [< μεσν. κουβάς]
26089κουβέλικου-βέ-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) : κυψέλη (μελισσιού). ● ΦΡ.: καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά [< μεσν. κουβέλι]
26090κουβέντακου-βέ-ντα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. συζήτηση, συνομιλία: καθημερινή/πολιτική/πολύωρη/σύντομη ~. Άρχισε/σταμάτησε η ~. (Έχω) ~ με έναν φίλο. Συνέχισαν την ~ τους. Mε την ~ ξεχάστηκα/η ώρα πέρασε. Δεν είχε όρεξη/ώρα για ~. Από την ~ κατάλαβα ... Από ~ σε ~ έμαθα ότι ... Ήρθε η ~ στο θέμα της ... Την ~ σου είχαμε (= για σένα μιλούσαμε, σε μελετούσαμε). Οι ~ες των μεγάλων/των παιδιών/της παρέας. Πβ. διάλογος. Βλ. ψιλο~. 2. λόγος, λόγια: Δεν έβγαλε/δεν είπε ~. Και πρόσεχε, γι' αυτό που σου είπα (μην πεις) ~ σε κανένα! Πβ. λέξη, μιλιά.|| Υποσχέθηκε να πει μια καλή ~ (= να μεσολαβήσει). Δεν μπορείς να πετάς μια ~ (: να μιλάς υπαινικτικά) και να φεύγεις. Καθαρές (= ειλικρινείς)/μεγάλες/μετρημένες/μισές (= μισόλογα)/παχιές (= πομπώδεις)/περιττές/σταράτες/τυπικές/φιλικές ~ες. ~ες του αέρα (= ανούσιες). Mε τις ~ες δεν γίνεται τίποτα. Βάζεις στο στόμα μου ~ες που δεν είπα. Αντάλλαξαν βαριές/σκληρές ~ες. Τον ήξερα μόνο από ~ες άλλων. Χρειάζεται δράση χωρίς πολλές ~ες. Πείτε μας δυο ~ες για τον ήρωά σας. Βλ. βρομοκουβέντες.|| (κατ' επέκτ.) Δεν είχαν πολλές ~ες μαζί της (: σχέσεις, επαφές). ● Υποκ.: κουβεντούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: συζήτηση/κουβέντα καφενείου βλ. καφενείο, ψιλή κουβέντα/κουβεντούλα βλ. ψιλός ● ΦΡ.: δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα & δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω συζήτηση: δεν υποχωρώ, δεν ανέχομαι κριτική ή αντιρρήσεις: Προσπάθησα να της μιλήσω, αλλά δεν ακούει ~ (= είναι ανένδοτη· βλ. δεν μιλιέται). Δεν δέχεται ~ από κανέναν. Δεν παίρνει ~ για το θέμα. Δεν σηκώνει πολλές κουβέντες., δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα (προφ.): για πρόσωπο λιγομίλητο, που προσέχει τι λέει και δεν ανοίγεται εύκολα σε άλλους: Αν πεισμώσει, ~ ~., θα (σου) πω καμιά κουβέντα (απειλητ.): θα μιλήσω άσχημα, θα τα ακούσεις: Άντε φύγε, γιατί ~ ~. Προχώρα, μην πω ~ ~ τώρα., κάνω κουβέντα (προφ.): συζητώ κάτι: Απέφυγε να ~ει ~ για τα σχέδιά της. Μην (το) κάνεις ~ (= μην το αναφέρεις, να μείνει μεταξύ μας)., κουβέντα στην κουβέντα/λόγο στον λόγο (προφ.): στην πορεία της συζήτησης: ~ ~, στο τέλος τσακωθήκαμε., μια κουβέντα είπα (προφ.): για να μετριαστεί η βαρύτητα των λεγομένων: ~ ~, πώς κάνεις έτσι (: μη θυμώνεις)!, πιάνω/ανοίγω κουβέντα με/σε κάποιον: αρχίζω συνομιλία: Έπιασε/άνοιξε ~ με τους μαθητές/μαζί τους. Μου έπιασε/άνοιξε ~ για βιβλία. Της είχε πιάσει την ~ μέσα στο λεωφορείο., χωρίς (άλλη/καμιά) κουβέντα 1. χωρίς να ειπωθεί κάτι (επιπλέον): Συνέχισε τον δρόμο της, ~ ~. 2. αναντίρρητα: Δέχθηκαν ~ ~ την αλλαγή., χωρίς δεύτερη κουβέντα/συζήτηση & χωρίς πολλές κουβέντες: δίχως καθυστέρηση ή διαφωνία: Απέρριψε την πρόταση ~ ~. Υπέγραψαν ~ ~ το συμφωνητικό., αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση βλ. αλλάζω, ένας λόγος/μια κουβέντα είναι βλ. ένας, μία/μια, ένα, έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα βλ. λέξη, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, κουβέντα/λόγος να γίνεται βλ. γίνομαι, ούτε λόγος/κουβέντα/συζήτηση βλ. λόγος, πάνω στη συζήτηση/στην κουβέντα βλ. συζήτηση, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση βλ. φέρνω [< μεσν. κουβέντα < κομβέντον, κομβέντος < λατ. conventus ‘συνάντηση, συνάθροιση’]
26091κουβεντιάζωκου-βε-ντιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κουβέντια-σα, κουβεντιά-στηκε, κουβεντιάζ-οντας}: συζητώ, συνομιλώ: ~ ένα θέμα/ένα πρόβλημα/μια πρόταση. Τι ~ετε; ~ουν δυνατά/χαμηλόφωνα/στο τηλέφωνο. Δεν ~ουμε την ώρα του μαθήματος! ~οντας με τα παιδιά. Κουβεντιάζαμε για τα παλιά. Τα θέματα ταμπού δεν ~ονται συχνά. Πβ. μιλώ, συνδιαλέγομαι. Βλ. σιγο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Τους ~ει (= κουτσομπολεύει, σχολιάζει) όλη η γειτονιά. ● ΦΡ.: δεν κουβεντιάζεται (προφ.): (για πρόσ.) δεν είναι διατεθειμένος να κάνει συζήτηση, δεν είναι διαλλακτικός: ~ ~ με τίποτα, είναι απόλυτος., το/τα κουβεντιάζω (με κάποιον) (προφ.): εξετάζω, αναλύω ένα θέμα, διαπραγματεύομαι: Θα τα ~σουμε (= θα μιλήσουμε) από κοντά. Το ~σαμε και συμφωνήσαμε. [< μεσν. κουβεντιάζω]
26092κουβεντιαστός, ή, ό κου-βε-ντια-στός επίθ.: που έχει τη μορφή κουβέντας-διαλόγου, προφορικής ή φιλικής συζήτησης: ~ός: λόγος/τόνος. ~ό: ύφος. ● επίρρ.: κουβεντιαστά ● ΦΡ.: στο κουβεντιαστό (προφ.) 1. με συζήτηση: ανταλλαγή απόψεων ~ ~. 2. στα λόγια: Έπρεπε να διασφαλιστείς επίσημα και όχι ~ ~. ΣΥΝ. στο μιλητό (2)
26093κουβεντολόικου-βε-ντο-λό-ι ουσ. (ουδ.) (προφ.): κουβέντα χωρίς σοβαρό περιεχόμενο, συνήθ. κουτσομπολίστικη: άσκοπο/ασταμάτητο/ηλεκτρονικό (βλ. τσατ) ~. Άναψε το/έπιασαν (το) ~. Πβ. ψιλή κουβέντα/κουβεντούλα. Βλ. -λόι.
26094κουβέρκου-βέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κάθε παροχή που ένα κέντρο εστίασης, αναψυχής και διασκέδασης είναι υποχρεωμένο να προσφέρει στους πελάτες του, χωρίς αυτοί να τη ζητήσουν (δηλ. σερβίτσια, μαχαιροπίρουνα, πετσέτες, ψωμί)· το πάγιο ποσό με το οποίο επιβαρύνονται οι πελάτες για τις συγκεκριμένες παροχές. 2. στρογγυλό ή μακρόστενο ψωμάκι (ως ατομική μερίδα): ~ ολικής άλεσης/πολύσπορο. [< γαλλ. couvert]
26095κουβερλίκου-βερ-λί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κουβρ λι: λεπτό κάλυμμα του κρεβατιού: ~ διπλό/μονό. Νυφικά ~. Σετ ~ και μαξιλαροθήκες. ~ από σατέν και βαμβάκι. Πβ. κουβερτόριο. Βλ. κουβέρτα, πάπλωμα, ριχτάρι, σεντόνι. [< γαλλ. couvre-lit]
26096κουβερνάνταβλ. γκουβερνάντα
26097κουβέρνοβλ. γκουβέρνο
26098κουβέρτακου-βέρ-τα ουσ. (θηλ.) 1. κλινοσκέπασμα από μαλλί, βαμβάκι ή συνθετικό υλικό, για προστασία από το κρύο· κατ' επέκτ. κάλυμμα για την κατάσβεση μικρών εστιών φωτιάς ή την προστασία από τη θερμότητα: ελαφριά/ζεστή/ισοθερμική/λεπτή/παιδική/στρατιωτική/υπέρδιπλη/χοντρή ~. ~ βελουτέ/πικέ/φλις. ~ αγκαλιάς (: για βρέφη). Ακρυλικές ~ες. Σκεπάζομαι/τυλίγομαι με την ~. Χώθηκε κάτω από την ~. Πβ. βελέντζα, μπατανία. Βλ. λευκά είδη, πάπλωμα.|| Αντιπυρική/πυρίμαχη ~. Δύσφλεκτη ~ διάσωσης. ~ες πυρόσβεσης. 2. ΝΑΥΤ. κατάστρωμα (σκάφους): πλήρωμα ~ας. ΣΥΝ. ντεκ (1) ● Υποκ.: κουβερτούλα (η) & κουβερτάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρική κουβέρτα: ΤΕΧΝΟΛ. που θερμαίνεται με ηλεκτρικό ρεύμα. [< αγγλ. electric blanket, 1930] ● ΦΡ.: αβέρτα-κουβέρτα βλ. αβέρτα [< μεσν. κουβέρτα < βεν. coverta]
26099κουβερτόριοκου-βερ-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): λεπτό πάπλωμα που χρησιμοποιείται και ως διακοσμητικό κάλυμμα του κρεβατιού: νυφικό/υπέρδιπλο ~. ~ μονό με μαξιλαροθήκη. Πβ. κουβερλί.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.