| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26100 | κουβερτούρα1 | κου-βερ-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. σοκολάτα επικάλυψης γλυκισμάτων, που έχει πικρή γεύση και υψηλή περιεκτικότητα σε βούτυρο κακάο: πλάκα/τριμμένη ~. ~ υγείας. Κομματάκια/νιφάδες/ξύσμα ~ας. ~ λιωμένη σε μπεν-μαρί.|| Λευκή ~. ~ γάλακτος. [< γαλλ. chocolat de couverture] | |
| 26101 | κουβερτούρα2 | κου-βερ-τού-ρα ουσ. (θηλ.): κάλυμμα βιβλίου: πανόδετη βιβλιοδεσία με έγχρωμη ~. Πβ. εξώφυλλο. [< γαλλ. couverture] | |
| 26102 | κουβούκλιο | κου-βού-κλι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. θαλαμίσκος για απομόνωση ή προφύλαξη του προσώπου που βρίσκεται εντός του: το ~ του περιπτέρου/του φορτηγού (= η καμπίνα). Ηχομονωτικά ~α. ~α ασφαλείας (σε τρακτέρ)/φρουρών (σε κτίρια). Τα ~α των διοδίων.|| (σε δικαστική αίθουσα:) Αλεξίσφαιρο/προστατευτικό ~. Πβ. κλωβός. 2. ΕΚΚΛΗΣ. κιβώριο: το (Ιερό) Κ~ του Παναγίου Τάφου. Το ~ του Επιταφίου. [< μεσν. κουβούκλιον < λατ. cubiculum ‘υπνοδωμάτιο, επιτάφιο μνημείο’] | |
| 26103 | κουβρ λι | βλ. κουβερλί | |
| 26104 | κουγκ φου | βλ. κουνγκ φου | |
| 26105 | κούγκαρ | κού-γκαρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: 1. ΖΩΟΛ. πούμα. 2. (αργκό) ώριμη, επιτυχημένη κυρία που προτιμά να συνάπτει σχέσεις με αρκετά νεότερους άντρες: γυναίκα ~. [< 1: αμερικ. cougar, γαλλ. couguar 2: αμερικ. cougar, 2007, γαλλ. ~, 2010] | |
| 26106 | κουδουνά | & κουδουνάει βλ. κουδουνίζει | |
| 26107 | κουδουνάτοι | [κουδουνᾶτοι] κου-δου-νά-τοι ουσ. (αρσ.) & κουδουναραίοι (οι) (κ. με κεφαλ. Κ): ΛΑΟΓΡ. μασκαρεμένοι άνδρες που γυρίζουν στους δρόμους ορισμένων χωριών κατά την περίοδο της Αποκριάς, συνήθ. την τελευταία Κυριακή, φορώντας ποιμενικά κουδούνια: το έθιμο των ~ων. Βλ. μασκαράς. | |
| 26108 | κουδούνι | κου-δού-νι ουσ. (ουδ.) {κουδουν-ιού | -ιών} 1. μηχανισμός παραγωγής ήχου ειδοποίησης με το πάτημα ενός κουμπιού: ασύρματο/αυτόματο/εξωτερικό/ηλεκτρικό/μελωδικό ~. Το ~ της πόρτας. ~ τοποθετημένο στον τοίχο.|| (συνεκδ., ο αντίστοιχος ήχος:) Πρώτο/δεύτερο/τρίτο ~ (: στο θέατρο πριν αρχίσει η παράσταση). Χτύπησε το ~ για διάλειμμα (: στο σχολείο).|| (σε κινητό τηλέφωνο:) Ρυθμιζόμενη ένταση ~ιού. Πβ. κώδων. 2. μεταλλικό όργανο, συνήθ. σε σχήμα μικρής καμπάνας, με γλωσσίδι που παράγει ήχο, όταν χτυπήσει στα πλευρικά τοιχώματα: μπρούντζινο/σφυρήλατο/χάλκινο/χειροποίητο ~. Ποιμενικά ~ια. Τα ~ια των προβάτων. Πβ. κυπρί. Βλ. κουδουνίστρα, σείστρο, -ούνι. ● Υποκ.: κουδουνάκι (το) βλ. σημ. 2. ● Μεγεθ.: κουδούνα (η) βλ. σημ. 2. ● ΦΡ.: γίνομαι κουδούνι/το κεφάλι μου έγινε κουδούνι (μτφ.-προφ.): ζαλίζομαι κυρ. λόγω ποτού ή φασαρίας., του κρέμασαν κουδούνια βλ. κρεμώ [< μεσν. κουδούνι(ν)] | |
| 26109 | κουδουνίζει | κου-δου-νί-ζει ρ. (αμτβ.) {κουδούνι-ζε, -σε, κουδουνίζ-οντας} & κουδουνά & κουδουνάει 1. παράγει τον οξύ, μεταλλικό και σύντομο ήχο που κάνει το κουδούνι, όταν χτυπά: Το κινητό/ξυπνητήρι/τηλέφωνο ~ (επίμονα). Τα κέρματα/κλειδιά ~ζαν στις τσέπες του. Τα ποδήλατα περνούν ~οντας. Πβ. ηχεί. 2. (μτφ.-προφ.) βουίζει: Το κεφάλι μου ~ (: είμαι ζαλισμένος). Τ' αυτιά μου ~ουν απ' τη δυνατή μουσική. [< μεσν. κουδουνίζω < αρχ. κωδωνίζω] | |
| 26110 | κουδούνισμα | κου-δού-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {κουδουνίσμ-ατος | -ατα} & κουδουνισμός (ο): χτύπημα κουδουνιού και (κυρ. συνεκδ.) ο παραγόμενος ήχος: παρατεταμένο ~. Ένταση/τόνος ~ατος. || Διαπεραστικό/δυνατό/ενοχλητικό/επίμονο ~. Το ~ του ξυπνητηριού/του τηλεφώνου. Ακούστηκαν ~ατα.|| (μτφ.) ~ στ' αυτιά/στο κεφάλι (= βούισμα). | |
| 26111 | κουδουνιστός | , ή, ό κου-δου-νι-στός επίθ. (προφ.): που κουδουνίζει: ~ός: ήχος. ~ά: βραχιόλια. | |
| 26112 | κουδουνίστρα | κου-δου-νί-στρα ουσ. (θηλ.): βρεφικό παιχνίδι σε διάφορα σχέδια, με λαβή και κουδουνάκια, ώστε, όταν κουνιέται με το χέρι, να παράγει χαρακτηριστικό ήχο: πλαστική/υφασμάτινη ~. ~ αρκουδάκι/μπάλα. ~ καρπού. Το μωρό παίζει με την ~ του. Πβ. σείστρο. | |
| 26113 | κουζίνα | κου-ζί-να ουσ. (θηλ.) 1. δωμάτιο ή χώρος με οικιακές συσκευές, νεροχύτη και επίπλωση (ντουλάπια, πάγκο, τραπέζι με καρέκλες), που προορίζεται κυρ. για την προετοιμασία των γευμάτων, το φαγητό και το πλύσιμο των σκευών: εξωτερική/εσωτερική ~. Αξεσουάρ/είδη/εξοπλισμός/εργαλεία/μαχαίρι (= κουζινομάχαιρο)/πετσέτα/πλακάκια ~ας. Κλασικές/μοντέρνες ~ες. Σαλόνι, ~, μπάνιο και κρεβατοκάμαρα. Τρώει στην ~. Βλ. σαλο~.|| (σε επιχείρηση εστίασης:) Προσωπικό ~ας. Πβ. μαγειρείο. 2. ορθογώνια συσκευή με εστίες (στο επάνω μέρος της) και φούρνο (στο κάτω) για το βράσιμο, τηγάνισμα και ψήσιμο φαγητών: εντοιχισμένη ηλεκτρική ~. ~ (υγρ)αερίου. Ο απορροφητήρας/τα μάτια της ~ας. Εμαγιέ/κεραμικές ~ες. Επαγγελματικές ~ες. Ανάβω/σβήνω την ~. ~, ψυγείο και πλυντήριο. 3. τρόπος μαγειρέματος χώρας, περιοχής, εστιατορίου και η αντίστοιχη τέχνη· ειδικότ. τα συγκεκριμένα φαγητά: εθνική/εκλεκτή/τοπική/υψηλή ~. Αραβική/γαλλική/ελληνική/ιταλική/κινέζικη/μεξικάνικη ~. Υγιεινή και ελαφριά ~. Συνταγές από τη διεθνή ~. Τα μυστικά της ~ας (= της μαγειρικής). Πβ. γαστρονομία.|| Δοκιμάστε την ~ του νησιού/του ξενοδοχείου (= τα πιάτα, τις σπεσιαλιτέ). ● Υποκ.: κουζινάκι (το): στις σημ. 1,2. Βλ. πολυ~., κουζινέτο (το): στη σημ. 2., κουζινούλα & κουζινίτσα (η): στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσογειακή διατροφή βλ. μεσογειακός, χαρτί κουζίνας βλ. χαρτί [< 1: βεν. cusina 2: γαλλ. cuisinière 3: γαλλ. cuisine] | |
| 26114 | κουζινέτο | κου-ζι-νέ-το ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. βάση εξαρτήματος μηχανής, στην οποία στηρίζεται περιστρεφόμενος άξονας: μεταλλικό/πλαστικό ~. ~α αυτοκινήτων/μπιελών. Πβ. έδρανο, ρουλεμάν. [< ιταλ. cuscinetto] | |
| 26115 | κουζινικός | , ή, ό κου-ζι-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κουζίνα: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: εγκατάσταση. ~ές: συσκευές. ~ά: είδη. ● Ουσ.: κουζινικά (τα) (προφ.): ενν. σκεύη: ανοξείδωτα ~. Πλύσιμο των ~ών. Πβ. κατσαρολικά, τεντζερέδια. Βλ. πιατικά.|| (παιδικό παιχνίδι:) Μικρή έπαιζε με τα ~. | |
| 26116 | κουζινομάχαιρο | κου-ζι-νο-μά-χαι-ρο ουσ. (ουδ.): μεγάλο μαχαίρι κουζίνας με πλατιά και πολύ αιχμηρή λεπίδα: πριονωτό ~. Βλ. τραπεζο-, χασαπο-μάχαιρο. | |
| 26117 | κουζουλάδα | κου-ζου-λά-δα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): τρέλα, παλαβομάρα. Πβ. λωλάδα. Βλ. -άδα. [< μεσν. κουζουλάδα] | |
| 26118 | κουζουλαίνω | κου-ζου-λαί-νω ρ. {κουζουλά-θηκα, συνήθ. μεσοπαθ.} (διαλεκτ.): τρελαίνω: Μωρέ ~θηκες; Πάει, ~θηκε αυτός! Πβ. ζουρλ-, λωλ-, μουρλ-αίνω, παλαβώνω. [< μεσν. κουζουλαίνω] | |
| 26119 | κουζουλός | , ή, ό κου-ζου-λός επίθ. (διαλεκτ.): τρελός, παλαβός. Πβ. ζουρλός, λωλός, μουρλός. ΣΥΝ. πελελός [< μεσν. κουζουλός < βενετ. cuciolón ‘μεγάλο κουτάβι, κουτός’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ