| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26120 | κουίζ | κου-ίζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: προφορικό ή γραπτό παιχνίδι γνώσεων κυρ. με τη μορφή σύντομης ερώτησης ή ερωτήσεων: κινηματογραφικά/μουσικά/σκακιστικά/τηλεοπτικά ~. ~ για αρχάριους/προχωρημένους (λύτες). Λύνω/φτιάχνω ένα ~. Απαντώ στο ~. Πβ. γρίφος, σπαζοκεφαλιά. Βλ. κρυπτό-, σταυρό-λεξο. [< αγγλ. quiz, γαλλ. ~, 1959] | |
| 26121 | κουίντα | κου-ί-ντα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: καθένα από τα παραπετάσματα στα πλαϊνά μέρη της σκηνής του θεάτρου. Βλ. καμαρίνι. ● ΦΡ.: πίσω από τις κουίντες (μτφ.): στο παρασκήνιο: ~ ~ οργανώνεται ένα περίπλοκο παιχνίδι. [< ιταλ. quinta] | |
| 26122 | κουιντέτο | κου-ι-ντέ-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. σύνθεση για πέντε όργανα ή φωνές· κατ' επέκτ. πενταμελής ομάδα εκτελεστών που ερμηνεύει αντίστοιχες συνθέσεις: ~ για έγχορδα/πιάνο.|| ~ (ξύλινων/χάλκινων) πνευστών. Το ~ αποτελούν οι ... Βλ. κουαρτέτο. [< ιταλ. quintetto] | |
| 26123 | κουίσλινγκ | κου-ί-σλινγκ επίθ./ουσ. {άκλ. κ. πληθ. -ς} & κουίσλιγκ (συνήθ. με κεφαλ. Κ) (μετωνυμ.): συνεργάτης, κυρ. πολιτικός, των κατοχικών δυνάμεων. Πβ. δωσίλογος, προδότης. [< αγγλ. Quisling, 1940, νορβηγικό ανθρ. V. Quisling] | |
| 26124 | κουκέτα | κου-κέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. μικρό και μονό κρεβάτι, στερεωμένο στον τοίχο καμπίνας τρένου, πλοίου ή φορτηγού, με δεύτερο ή και τρίτο από πάνω του και σκαλίτσα στην εξωτερική του πλευρά· κατ' επέκτ. κάθε αντίστοιχο κρεβάτι: διπλή/διώροφη/τριπλή ~. Βαγόνι με ~ες.|| Μεταλλική/ξύλινη ~. Παιδικές ~ες. 2. καμπίνα πλοίου ή τρένου: δίκλινη/μονόκλινη/τετράκλινη ~. Από το παράθυρο της ~ας ... Βλ. βαγκόν-λι, κλινάμαξα, κουπέ, -έτα. [< ιταλ. cochietta, cuccetta, γαλλ. couchette] | |
| 26125 | κουκιά | κου-κιά ουσ. (ουδ.) (τα) & (σπάν.) κουκκιά 1. καρποί του φυτού κουκιά που τρώγονται χλωροί ή αποξηραμένοι ως όσπριο: ξερά/τρυφερά/φρέσκα ~. Καθαρίζω/ξεφλουδίζω ~. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστά. Αγκινάρες με ~. Βλ. ρεβίθια, φακή, φασόλια, φούλια. 2. (μτφ.-λαϊκό-ειρων.) ψήφοι, ψηφοφόροι: εκλογικά ~. Μετράει τα ~ της. Δεν του βγαίνουν τα ~. 3. (διαλεκτ.) σπόροι. Πβ. σπυρί. ● ΦΡ.: κουκιά τρως, κουκιά μαρτυράς/μολογάς (παροιμ.): για πρόσωπο που λέει ό,τι του υποδεικνύουν, συνήθ. ανοησίες., μετρημένα κουκιά & κουκιά μετρημένα (μτφ.-προφ.): για μικρή ποσότητα υπολογισμένη με ακρίβεια και συνεπώς αδιαμφισβήτητη., το κουκί και το ρεβίθι: στερεότυπη φράση στην αρχή παραμυθιών., -Τι κάνεις, Γιάννη; -Κουκιά σπέρνω βλ. Γιάννης [< μεσν. κουκκί(ν)] | |
| 26126 | κουκιά | κου-κιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κουκκιά: ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Vicia faba) με λευκά και μοβ άνθη, το οποίο καλλιεργείται για τους εδώδιμους καρπούς του, τα κουκιά. Βλ. ψυχανθή. ΣΥΝ. κύαμος | |
| 26127 | κούκις | κού-κις ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. στρογγυλά αφράτα μπισκότα: ~ βανίλιας. ~ με σοκολάτα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. αρχεία κειμένου που πιστοποιούν την ταυτότητα υπολογιστή, επιτρέποντας στον διακομιστή να απομνημονεύει τα προσωπικά δεδομένα, να συγκρατεί τις προτιμήσεις και να καταγράφει τη διαδικτυακή συμπεριφορά του χρήστη. [< 1: αγγλ. cookies 2: αμερικ. ~, 1987, γαλλ. ~, 1996] | |
| 26128 | κουκκίδα | κουκ-κί-δα ουσ. (θηλ.) & κουκίδα 1. μικρό, στρογγυλό συνήθ. σημείο: μαύρη/φωτεινή ~. Τοποθεσίες σημειωμένες στο χάρτη με (κόκκινη) ~. Γραμμές και ~ες. Λίστα με αρίθμηση ή ~ες. Πβ. βούλα, στίγμα, στιγμή, τελεία.|| (ΤΥΠΟΓΡ.-ΦΩΤΟΓΡ., καθένα από τα ελάχιστα στοιχεία τα οποία συνθέτουν μια εκτυπωμένη εικόνα/φωτογραφία:) Πλέγμα ~ων (= ράστερ).|| (μτφ.) Ο πλανήτης ... φαίνεται σαν μια ~ στον ουρανό. 2. ΠΛΗΡΟΦ. πίξελ, εικονοστοιχείο: οθόνη ... ιντσών και ... ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: βήμα κουκκίδας: ΠΛΗΡΟΦ. (σε οθόνη υπολογιστή) η απόσταση ανάμεσα σε δύο διαδοχικές κουκκίδες (πίξελ) ίδιου χρώματος, η οποία καθορίζει την ανάλυση της εικόνας. [< αμερικ. dot pitch] | |
| 26129 | κούκκος | βλ. κούκος | |
| 26130 | κούκλα | κού-κλα ουσ. (θηλ.) 1. ανθρώπινο ομοίωμα σε μικρό μέγεθος, κυρ. ως κοριτσίστικο παιχνίδι, ή σε φυσικό μέγεθος με ποικίλες χρήσεις: πλαστική/πορσελάνινη/συλλεκτική/χάρτινη/χειροποίητη ~ (πβ. πλαγγόνα). ~ που μιλάει και περπατάει. Θεατρική ~ με κινούμενα μέλη (πβ. μαριονέτα· βλ. κουκλοθέατρο). Παραδοσιακή ρώσικη ~ (πβ. μπάμπουσκα). Βλ. αυτοκινητάκι.|| ~ βιτρίνας (πβ. μανεκέν)/μοδίστρας. ~ες ραπτικής. Φουσκωτή ~ στη θέση συνεπιβάτη. Πβ. ανδρείκελο.|| (μτφ.) Έμεινε ακίνητη σαν άψυχη ~. 2. (μτφ.) πολύ ωραία γυναίκα: Σήμερα είσαι πραγματική ~! Πβ. θεά, καλλονή.|| (ως οικ. προσφών.) Σ' ευχαριστώ, ~ μου! Τι κάνεις ~; Πβ. αγάπη, κορίτσι, μωρό. 3. (μτφ.-προφ.) καθετί όμορφο, περιποιημένο: Είναι ~ το αυτοκίνητό σου. 4. συσκευασία νήματος για πλέξιμο ή ύφανση σε μορφή δέσμης: μια ~ μαλλί. 5. (λαϊκό) ο κώνος του καλαμποκιού. ● Υποκ.: κουκλάκι (το): στις σημ. 1,2,3., κουκλίτσα (η): στις σημ. 1,2,3. ● Μεγεθ.: κουκλάρα (η): πολύ όμορφη και εντυπωσιακή νέα γυναίκα. Πβ. γκομεν-, γυναικ-, κοπελ-άρα, καρα~. ● ΦΡ.: απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα (ειρων.): για καθετί που εξωτερικά δείχνει, φαίνεται καλό, όμορφο, ενώ στην πραγματικότητα είναι το αντίθετο. ● βλ. κούκλος [< λατ. cuculla] | |
| 26131 | κουκλί | κου-κλί ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) πανέμορφο μωρό· κατ' επέκτ. πολύ ωραίο άτομο νεαρής ηλικίας: Να σας ζήσει/το χαίρεσαι, είναι ~!|| Τι ~ είν' αυτό; ~ ζωγραφιστό. Πβ. καλλονή, κούκλα, κούκλος, παίδαρος. 2. (μτφ.) οτιδήποτε όμορφο, μικρό και χαριτωμένο: ~ το γατάκι σου! Καλορίζικο, είναι σκέτο ~! 3. {συνήθ. στον πληθ.} (για παιχνίδι) μικρή κούκλα. | |
| 26132 | κουκλίστικος | , η, ο κου-κλί-στι-κος επίθ.: μικρός, ωραίος και χαριτωμένος: ~ο: προσωπάκι. ~α: χαρακτηριστικά. Πβ. νόστιμος.|| ~η: μεζονέτα/πόλη/σοφίτα. ~ο: διαμέρισμα/δωμάτιο/χωριό. Βλ. -ίστικος. | |
| 26133 | κουκλοθέατρο | κου-κλο-θέ-α-τρο ουσ. (ουδ.): είδος παιδικού θεάτρου κατά το οποίο ένας χειριστής-καλλιτέχνης κινεί μαριονέτες (ή κούκλες) πάνω σε σκηνή, χωρίς να φαίνεται, και μιμείται τις φωνές των ηρώων· συνεκδ. η αντίστοιχη παράσταση ή καλλιτεχνική ομάδα: ~ και παντομίμα. Παίζει ~.|| Εργαστήρι/φεστιβάλ ~ου. Είδαν ~. Βλ. θέατρο σκιών, νευρόσπαστο, φασουλής. | |
| 26134 | κουκλοπαίκτης, κουκλοπαίκτρια | κου-κλο-παί-κτης ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (προφ.) κουκλοπαίχτης, κουκλοπαίχτρια: πρόσωπο που κινεί τις μαριονέτες, τις κούκλες ή τις φιγούρες σε παράσταση κουκλοθέατρου και συνήθ. μιμείται τις φωνές τους: επαγγελματίες ~ες. Πβ. μαριονετίστας. Βλ. καραγκιοζοπαίχτης. | |
| 26135 | κούκλος | [κοῦκλος] κού-κλος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-προφ.) πολύ ωραίος άνδρας, συνήθ. νεαρός: πραγματικός ~. Τι ~ είναι αυτός! (ως επίθ.) ~ ηθοποιός. (ως οικ. προσφών.) ~ε μου εσύ! Πβ. γκόμενος, θεός, παίδαρος.|| (για μωρό:) Να σου ζήσει ο ~ σου! 2. ομοίωμα άνδρα σε μικρό μέγεθος ως παιδικό παιχνίδι ή σε φυσικό μέγεθος με ποικίλες χρήσεις: ~ βιτρίνας. ● βλ. κούκλα | |
| 26136 | κουκλόσπιτο | κου-κλό-σπι-το ουσ. (ουδ.) 1. σπίτι για κούκλες με έπιπλα και άλλα αντικείμενα μινιατούρες, το οποίο αποτελεί κυρ. παιδικό παιχνίδι. 2. μικρό, αλλά όμορφο και καλόγουστο σπίτι. | |
| 26137 | κούκος | [κοῦκος] κού-κος ουσ. (αρσ.) & κούκκος 1. ΟΡΝΙΘ. δενδρόβιο και εντομοφάγο πτηνό (επιστ. ονομασ. Cuculus canorus) με γκρίζο-καφετί φτέρωμα, λεπτό σώμα, μακριά ουρά και χαρακτηριστικό κελάηδημα. Βλ. κούκου. 2. εκκρεμές ρολόι τοίχου που αναγγέλλει την αλλαγή ώρας με ήχο που μοιάζει με το κάλεσμα του κούκου και συνήθ. συνοδεύεται από την εμφάνιση ομοιώματος του αντίστοιχου πουλιού από μια μικρή πόρτα. 3. ΛΑΟΓΡ. μικρός, μαύρος, στρογγυλός και σκληρός σκούφος με επίπεδο το πάνω μέρος του. Βλ. φέσι. 4. παιχνίδι στην πόκα: ~ διπλός/μονός. 5. μικρή στήλη από πέτρες, ως σήμανση σε μονοπάτια (βουνών ή δασών). ● ΦΡ.: σαν τον κούκο: ολομόναχος: Έμεινε ~ ~ (= κατάμονος). ΣΥΝ. μόνος και/κι έρημος, σαν (την) καλαμιά στον κάμπο, ένας κούκος/ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη βλ. άνοιξη, μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι βλ. αηδόνι, τρεις κι ο κούκος βλ. τρεις, τρεις, τρία [< μεσν. κούκ(κ)ος] | |
| 26138 | κούκου | κού-κου επιφών. {άκλ.} 1. η φωνή του κούκου. Βλ. κουάξ κουάξ. 2. (οικ.-χιουμορ.) για να δηλώσει κάποιος την ξαφνική εμφάνιση ή επανεμφάνισή του: ~! Ήρθα/να 'μαι κι εγώ! ΣΥΝ. τσα 3. (νεαν. αργκό) για άνθρωπο φευγάτο, τρελαμένο, που ζει στον κόσμο του. Πβ. τζαζ, τσίου. ● ΦΡ.: δεν μου κάνει κούκου (αργκό): δεν μου προκαλεί κάποιος ερωτικό ενδιαφέρον· (ειδικότ., για άνδρα) δεν έχω στύση. Βλ. μου κάνει κλικ. [< μεσν. κούκου, λ. ηχομιμητ.] | |
| 26139 | κουκουβάγια | κου-κου-βά-για ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. νυκτόβιο αρπακτικό πουλί (επιστ. ονομασ. Athene noctua), με μεγάλο, πλατύ κεφάλι, επίπεδο πρόσωπο, κοντό και κυρτό ράμφος, μεγάλα ακίνητα μάτια, εύκαμπτο λαιμό, συνήθ. καφετί πιτσιλωτό φτέρωμα και δυνατά πόδια με γαμψά νύχια: λευκή ~. Πβ.τυτώ). || (στην αρχαιότητα:) Η ~ ως σύμβολο της θεάς Αθηνάς/της σοφίας. Βλ. γκιόνης, κλαψοπούλι, μπούφος, χαροπούλι. ΣΥΝ. γλαύκα. 2. ΜΑΓΕΙΡ. ντάκος. ● ΦΡ.: άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας βλ. μάτι [< μεσν. κουκουβάγια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ